Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας το «μαζί» ήταν η προεπιλεγμένη, βέλτιστη ρύθμιση για τους ανθρώπους, όχι μόνο εξαιτίας της βιολογικής μας ανάγκης για σύνδεση και αναπαραγωγή, ούτε χάρη στη ρομαντική πλύση εγκεφάλου από παραμύθια και ταινίες, αλλά, βασικά, για λόγους επιβίωσης: χωρίς αξιόπιστη αντισύλληψη, χωρίς ατομικό εισόδημα για τις περισσότερες γυναίκες και χωρίς κράτος πρόνοιας για όσους στραβώνει η ζωή, το να έχεις ένα ταίρι λειτουργούσε ως ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οι όροι του ήταν συχνά φρικτοί, αλλά ήταν απαραίτητοι.
Η φιλόσοφος και καθηγήτρια πανεπιστημίου Elizabeth Brake, στο βιβλίο της Minimizing Marriage: Marriage, Morality and the Law, βάφτισε αυτή την κοινωνική συνθήκη Amatonormativity (ζευγαροκανονικότητα, σε ελεύθερη μετάφραση), όρος που περιγράφει τη βαθιά ριζωμένη υπόθεση πως όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν (και οφείλουν να επιδιώκουν) τον ρομαντικό έρωτα και μια μονογαμική, μακροχρόνια σχέση, ως την απαραίτητη συνθήκη για μια καλή, ουσιαστική ζωή. Όλα αυτά, μέχρι χθες.
Είναι οι σχέσεις passé;
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια αθόρυβη παγκόσμια ύφεση σχέσεων. Είναι μια γρήγορη, μαζική μετατόπιση προς τη μοναχικότητα που επηρεάζει τα δημογραφικά στοιχεία, την οικονομία, την ψυχική υγεία. Οι Financial Times, ήδη από την αρχή του προηγούμενου έτους, υπογράμμιζαν ότι πρέπει να σταματήσουμε να κοιτάμε τους δείκτες υπογεννητικότητας και αντ’ αυτού να ανησυχούμε για τους αριθμούς των ανθρώπων που θέλουν να βρίσκονται σε σχέση, σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αργότερα ο Economist, αφιερώνοντας το cover story του στο φαινόμενο «Relationship Recession», υπολόγισε πως αν τα ποσοστά των ζευγαριών είχαν μείνει στα επίπεδα του 2017, σήμερα ο κόσμος θα είχε τουλάχιστον 100 εκατομμύρια λιγότερους singles. Σημείωσε επίσης ότι, στην Αμερική τουλάχιστον, οι άνθρωποι ηλικίας 25-34 που ζουν χωρίς σύζυγο ή σύντροφο έχουν διπλασιαστεί μέσα σε πέντε δεκαετίες. Η Ευρώπη ακολουθεί το ίδιο μοτίβο: το 2024, καταγράφονται 75 εκατομμύρια νοικοκυριά που αποτελούνται από έναν ενήλικα χωρίς παιδιά, δηλαδή αύξηση κατά 16,9% σε σύγκριση με το 2015. Στην Ελλάδα, όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε πως αυτά είναι ξένες παθογένειες και πως ο θεσμός της οικογένειας είναι ψηλά στο αξιακό μας σύστημα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ακολουθούμε την τάση. Σε μέτρηση του 2023 η Ελλάδα κατέγραψε 3,9 γάμους ανά 1.000 κατοίκους, ποσοστό χαμηλότερο και από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ πάνω από το 1/4 των νοικοκυριών στην Ελλάδα αποτελείται από έναν μόνο ενήλικα. Το ποσοστό αυτό θα ήταν σίγουρα μεγαλύτερο αν οι νέοι έφευγαν εγκαίρως από το πατρικό τους σπίτι, όμως οι Έλληνες καθυστερούν σημαντικά σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους να αποχωριστούν τη γονεϊκή αγκαλιά, η οποία λειτουργεί ως οικονομικό δίχτυ ασφαλείας, αλλά ταυτόχρονα και ως υποκατάστατο συντροφικότητας. Η ρομαντική σχέση και η συμβίωση θεωρούνται ρίσκο που μπορεί να περιμένει – ή, αν δεν αξίζει τον κόπο, μπορεί να μην υπάρξει και καθόλου.

Snooze στο βιολογικό ρολόι
Όσο για τη μητρότητα, αυτή αναβάλλεται επ’ αόριστον. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σταθερά κάτω από το όριο αναπλήρωσης γενεών, με δείκτη γονιμότητας κοντά στο 1,26 παιδί ανά γυναίκα. Και είναι βολικό να πούμε ότι φταίνε «αυτές οι κακές φεμινίστριες», δηλαδή οι νέες, ανεξάρτητες γυναίκες που γνωρίζουν καλά πως με ένα παιδί εξακολουθούν να «τιμωρούνται» σιωπηρά επαγγελματικά, η ευέλικτη εργασία υπάρχει μόνο στα λόγια και η φροντίδα αυτού του παιδιού -παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών- θα βαρύνει δυσανάλογα εκείνες, αλλά, σύμφωνα με τις μελέτες, υπάρχει κι ένα σημαντικό ποσοστό ακούσιας ατεκνίας, δηλαδή γυναίκες που ποτέ δεν επέλεξαν συνειδητά να μην κάνουν παιδιά, αλλά η απαραίτητη προϋπόθεση για τις περισσότερες -δηλαδή η σχέση με έναν κατάλληλο υποψήφιο πατέρα- δεν βρέθηκε ποτέ.
Φυσικά, άρθρα όπως εκείνο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από γνωστό γυναικείο περιοδικό με τίτλο «Είναι ντροπή πια το να έχεις αγόρι;» δεν βοηθούν την κατάσταση, αποτυπώνουν όμως μια πραγματικότητα: η single ζωή δεν είναι πλέον συνώνυμο του «δεν βρέθηκε γαμπρός» ή μια μεταβατική φάση ανάμεσα σε σχέσεις, αλλά μια κατάσταση που μπορεί να είναι ικανοποιητική, ασχέτως αν την επέλεξες ή αν προέκυψε ελλείψει καλύτερης εναλλακτικής.
Η νεολαία φταίει για όλα
Ένας άλλος κλασικός αποδιοπομπαίος τράγος για την κρίση των σχέσεων είναι η νέα γενιά, που, απορρυθμισμένη από τον ψηφιακό κόσμο και χαμένη μέσα στα εφήμερα dating apps έχει χάσει τη ρομαντική πυξίδα της. Στην πραγματικότητα, οι έρευνες αποκαλύπτουν πως η Gen Z είναι κουρασμένη από το dating και τα situationships και οι περισσότεροι θα ήθελαν να είναι σε σχέση, αλλά αυτό που τους προσφέρεται δεν τους πείθει. Τα νεαρά κορίτσια, που μπορούν πια να πληρώνουν μόνες τους λογαριασμούς τους, αξιολογούν το κατάλληλο ταίρι με πιο σύνθετα κριτήρια απ’ ό,τι στο παρελθόν. Δεν αρκεί πια ένας άντρας να έχει ένα πτυχίο και να τις βγάλει για δείπνο σε ένα «καλό ρεστοράν», αλλά οφείλει να σκοράρει ψηλά σε δείκτες που τον κάνουν ελκυστικό ως σύντροφο, όπως η επικοινωνία, το χιούμορ, η σταθερότητα, η συναισθηματική ωριμότητα και το να είναι πρόθυμος να απλώσει κανένα πλυντήριο στο τέλος μιας κουραστικής μέρας.
Είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για τους άντρες να εξελιχθούν και να ξεχωρίσουν σε αυτούς τους τομείς, αλλά προς το παρόν σπανίζουν. Και έτσι για τις γυναίκες που ζουν ούτως ή άλλως μια πλούσια ζωή, γεμάτη φίλους, δουλειά, ενδιαφέροντα και ταξίδια, η σχέση φαντάζει με πρόσθετη εργασία, οικιακή και συναισθηματική.
Άλλωστε, οι έρευνες αποκαλύπτουν πως όντως τα κορίτσια περνούν και μόνα τους καλά: μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο, σε δείγμα περίπου 6.000 singles, βρήκε ότι οι single γυναίκες, κατά μέσο όρο, αναφέρουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή σε σχέση με τους single άντρες και έχουν χαμηλότερη επιθυμία να βρουν σύντροφο.

Νέος άντρας, μόνος, ψάχνει
Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι μιλούν πια για Επιδημία Ανδρικής Μοναξιάς (Male Loneliness Epidemic), κάτι πολύ βαθύτερο από clickbait τίτλος για άρθρα: οι άντρες υποφέρουν περισσότερο από την κρίση των σχέσεων, επειδή παραδοσιακά έχουν μάθει να χτίζουν όλη τους τη συναισθηματική ζωή επάνω στις γυναίκες. Οι άνδρες επενδύουν λιγότερο σε φιλίες, κοινότητες και ανθρώπινα δίκτυα απ’ όσο εμείς, κι έτσι η σχέση λειτουργεί ως μονοπώλιο οικειότητας, το μοναδικό μέρος στο οποίο μπορούν να νιώσουν ζεστασιά, να λάβουν φροντίδα και να είναι ευάλωτοι. Τώρα όμως που οι Τζέινς αυτού του κόσμου δεν θέλουν να σώσουν κανέναν Ταρζάν, όλοι τελικά μαθαίνουν να ζουν μόνοι τους και βιώνουν ένα νέο κύμα αποσύνδεσης, απομόνωσης και υπαρξιακού στρες, καθώς το μοντέλο της συντροφικότητας καταρρέει. Και το να εξακολουθούμε να μιλάμε για το πρόβλημα της υπογεννητικότητας είναι σαν να λυπόμαστε που δεν έχουμε γλάσο για ένα κέικ που δεν ψήθηκε ποτέ.
Το τέλος του έρωτα;
Ο έρωτας φυσικά δεν θα πεθάνει, αλλά, όπως όλα δείχνουν, θα απευθύνεται πια στους τολμηρούς. Όσο η μοναχικότητα βρίσκει περισσότερους οπαδούς και ενδύεται το -σαφώς καλύτερο- branding της αυτονομίας, ο έρωτας θα μοιάζει με extreme sport. Δεν ταιριάζουν τα ημίμετρα στον έρωτα, δεν μπορεί να είναι συγκλονιστικός αλλά με αστερίσκους ταυτόχρονα.
Άλλωστε, όποιος έχει ερωτευτεί αληθινά και με ανταπόκριση ξέρει πως το «μαζί» είναι μονόδρομος. Το σαρωτικό αυτό συναίσθημα φέρνει δέσμευση και η δέσμευση, ευθύνη: να αντέχεις και να σε αντέχουν, όχι επειδή ο ένας πληρώνει το ρεύμα και ο άλλος τα κοινόχρηστα, αλλά επειδή επιλέγεις και σε επιλέγουν ελεύθερα, ξανά και ξανά.
Σε μια κοινωνία που εκπαιδεύει τους ανθρώπους να είναι ανεξάρτητοι και αυτάρκεις, η συντροφικότητα προτείνει κάτι αντιδημοφιλές: να σταματήσει ο εαυτός να πιάνει όλο το κάδρο και να κάνει χώρο και για τον άλλον. Και αυτό φυσικά έρχεται με ένα τίμημα, όπως αντίστοιχα τίμημα φέρει το να γυρίζεις κάθε βράδυ σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει μια αγκαλιά να χωθείς μέσα. Ας αναλογιστεί, λοιπόν, ο καθένας ποιο τίμημα είναι διατεθειμένος να πληρώσει.



