Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Τι θα λέγατε για μία βόλτα στο Παρίσι του Toulouse-Lautrec και του Mucha, τα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τα καφέ των ζωγράφων και των ποιητών, τους δρόμους που έπαιρναν ζωή και χρώμα από τις αφίσες που άλλαξαν την ιστορία της τέχνης, των γυναικών που έγιναν σύμβολα μιας εποχής χαράς και πρωτόγνωρης ελευθερίας; Η νέα έκθεση του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή με τίτλο Belle Époque, σε επιμέλεια των Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Υπεύθυνης της Συλλογής του Ιδρύματος Β&Ε Γουλανδρή και Marina Ferretti Bocquillon, Επίτιμης Επιστημονικής Διευθύντριας του Musée des impressionnismes Giverny, είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στην Πόλη του Φωτός, όταν όλα έμοιαζαν πιθανά. Η έκθεση ανοίγει ένα παράθυρο στο χωροχρόνο και μεταφέρει τους θεατές στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μέσα από περίπου 90 έργα 15 σημαντικών καλλιτεχνών που βρίσκονται σε άμεσο διάλογο με τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις της εποχής τους ενώ μας χαρίζουν κλεφτές ματιές στην πιο ανάλαφρη πλευρά της ζωής.

Είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε μια υπέροχη ξενάγηση από την Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, όχι συμβατικά, μέσα στις αίθουσες, αλλά μπροστά σε μια οθόνη, με εικόνες, διαφάνειες, σημασία στις λεπτομέρειες και ιστορίες που εστίαζαν στις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε η τέχνη της εποχής. Η βιομηχανική ανάπτυξη, οι κοινωνικές ανισότητες, οι πολιτικές συγκρούσεις, η τεχνολογική πρόοδος, αλλά και η απίστευτη καλλιτεχνική κινητικότητα της πόλης οδήγησαν σε αυτή την αναπόφευκτη και τόσο γοητευτική συνάντηση της τέχνης με τη διαφήμιση και τη νεογέννητη μαζική κουλτούρα.

Όταν περάσαμε το κατώφλι της έκθεσης, γνωρίζαμε ήδη τους ανθρώπους στις αφίσες και τους δημιουργούς πίσω από τις εικόνες. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη της έγχρωμης λιθογραφίας στο Παρίσι της Μπελ Επόκ συνάδει με τα μεγάλα βουλεβάρτα, τον ηλεκτροφωτισμό, τα πολυκαταστήματα, τα θέατρα και τα καφέ-κονσέρ και όλα μαζί δημιουργούν έναν τρόπο ζωής που θα μνημονεύεται για δεκαετίες. Και τους τοίχους αυτής της μυθικής πόλης κατακτούν οι αφίσες. Διαφημίζουν παραστάσεις, ποδήλατα, μπισκότα, σαμπάνιες, έναν καινούργιο κόσμο γεμάτο υποσχέσεις.

Ο Henri de Toulouse-Lautrec αποτυπώνει με γοητευτική ζωντάνια τις ξέφρενες νύχτες της Μονμάρτρης. Ο Alfons Mucha δημιουργεί τις αέρινες γυναικείες μορφές του, με τις κυματιστές γραμμές και την αισθητική της αρ νουβώ, ενώ ο Théophile-Alexandre Steinlen χαρίζει την αθανασία στα μαυρόγατα ενός μπαρ. Συνοδοιπόροι τους, ο Jules Chéret, ο Pierre Bonnard, ο Maurice Denis και ο Félix Vallotton συμβάλλουν στη γέννηση μιας νέας οπτικής γλώσσας, στην οποία η διαφήμιση συναντά την υψηλή τέχνη. Και οι γυναίκες; Μπορεί να μην κρατούν τα πινέλα, αλλά πρωταγωνιστούν με τον τρόπο τους. Η Yvette Guilbert, με τα χαρακτηριστικά μακριά μαύρα γάντια της, η χορεύτρια Jane Avril, η θρυλική ηθοποιός Sarah Bernhardt, οι χορεύτριες του Moulin Rouge, οι πρωταγωνίστριες των καμπαρέ, οι κομψές και αισθησιακές μορφές του Mucha.
Σε μια εποχή που το γυναικείο κίνημα βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, πολλές καλλιτέχνιδες του θεάματος διεκδικούν με έναν τρόπο τη δική τους θέση στον δημόσιο χώρο, αποκτούν τη δική τους φωνή και ένα κοινό που τις ακολουθεί πιστά. Οι αφίσες τούς δίνουν μια πρωτόγνωρη δύναμη επικοινωνίας με το ευρύ κοινό, που βλέπει σε αυτές τον καθρέφτη του. Γιατί δεν είναι μόνο οι σταρ της εποχής που φιγουράρουν στις λογής λογής έγχρωμες λιθογραφίες. Είναι μια τοιχογραφία της κοινωνίας αυτή που ζωντανεύει στις αφίσες, με τη νεαρή πλύστρα και τον θιασώτη ενός καφέ, το ευκατάστατο αστικό ζευγάρι και τον εργάτη στο ίδιο πλάνο.
Ο τρόπος που το Μουσείο του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή υποδέχεται αυτή την έκθεση δείχνει με πόση σημασία στη λεπτομέρεια εργάστηκαν οι δύο επιμελήτριες για να βάλουν τους επισκέπτες σε αυτή τη χρονοκάψουλα. Η σκηνογραφία που υπογράφουν η Παρασκευή Γερολυμάτου και ο Ανδρέας Γεωργιάδης θέλησε και πέτυχε μια αξέχαστη εμπειρία. Στο ισόγειο του μουσείου τους επισκεπτες υποδέχονται ένα αντίγραφο της ιστορικής αρ νουβώ εισόδου του παρισινού μετρό, εμπνευσμένης από τον Hector Guimard, καθώς και τρισδιάστατες φιγούρες του Aristide Bruant, της Yvette Guilbert και του μαύρου γάτου του Chat Noir. Στο επίπεδο της έκθεσης εντυπωσιάζει το βαθύ κόκκινο της πρώτης ενότητας με τίτλο «Το Παρίσι, μια γιορτή», με πολλά αναγνωρίσιμα έργα. Ακολουθούν μεγάλες φωτογραφίες των παρισινών δρόμων και κινηματογραφικά αποσπάσματα από τις πρώτες ταινίες των αδελφών Lumière (“Les colleurs d’affiches” – Οι αφισοκολλητές) και του Georges Méliès (Défense d’afficher” – Απαγορεύεται η αφισοκόλληση), που αποτελούν τη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Μια τέχνη για όλους» και δείχνουν την ανασύσταση μιας πόλης που δεν σταματά να χορεύει, να κινείται, να εξαπλώνεται. Η έκθεση ολοκληρώνεται με την ενότητα «Η τέχνη είναι παντού», εμπνευσμένη από τον Mucha και βουτηγμένη σε ένα ρομαντικό και αισθαντικό βαθύ ροζ.
Από τις ωραιότερες εκπλήξεις, ο τρισδιάστατος διαδραστικός χάρτης του Παρισιού. Πατώντας τα αντίστοιχα κουμπιά, σημεία φωτίζονται στο χάρτη ώστε να ανακαλύψουμε πού βρίσκονταν τα καμπαρέ, τα θέατρα, τα τυπογραφεία, οι εκδοτικοί οίκοι και τα ατελιέ των καλλιτεχνών. Η πόλη αποκτά ξαφνικά πραγματικές διαστάσεις. Με λίγη φαντασία, βλέπεις τον Toulouse-Lautrec σε ένα καφέ της Μονμάρτρης ή οραματίζεσαι τον Steinlen μπροστά στο περίφημο καλλιτεχνικό στέκι Chat Noir.
Φεύγοντας από το μουσείο αντηχεί στα αυτιά μου μια φράση που οι γύρω μου επαναλάμβαναν ψιθυριστά: “Πόση ομορφιά!”. Αλήθεια, πόση ομορφιά.
Πίσω από τη λάμψη και την ανεμελιά της Μπελ Επόκ, ωστόσο, κρύβεται μια πραγματικότητα λιγότερο ειδυλλιακή. Οι κοινωνικές ανισότητες είναι βαθιές, οι καλλιτέχνες πεθαίνουν στην πείνα (θυμηθείτε την Μποέμ), η εργατική τάξη αγωνίζεται να επιβιώσει κάτω από δύσκολες συνθήκες, ενώ πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις δοκιμάζουν τις ισορροπίες μιας κοινωνίας που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Το Παρίσι παραμένει μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις, όπου η τεχνολογική πρόοδος, η βιομηχανική ανάπτυξη και η καλλιτεχνική άνθιση συνυπάρχουν με τη φτώχεια και την ανισότητα. Είναι μια εποχή που, πίσω από τη φαινομενική της ελαφρότητα, κυοφορεί καλλιτεχνικά κινήματα όπως οι fauves και κοινωνικές ανατροπές που θα γεννήσουν τον σύγχρονο κόσμο.

Κι ενώ η Μπελ Επόκ τοποθετείται παραδοσιακά μεταξύ 1880 και 1914, με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να σηματοδοτεί το τέλος της, η έκθεση του Ιδρύματος Β&Ε Γουλανδρή επικεντρώνεται στις δεκαετίες 1880- 1900, όταν δηλαδή η καλλιτεχνική αφίσα γνωρίζει την ακμή της. Όπως σημείωσε η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, η τέχνη της Μπελ Επόκ ανθίζει και εξαιτίας της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης των καλλιτεχνών που μοιράζονται την ευημερία και τις ευκαιρίες για δουλειά με τους φίλους και συναδέλφους τους. Μια ολόκληρη εποχή τελειώνει λίγο μετά τον θάνατο του Toulouse-Lautrec: η τέχνη που τόσο αναπάντεχα διεκδίκησε χώρο στην καθημερινότητα και έγινε, για λίγο, κτήμα όλων, μένει στο έλεος της διαφήμισης. Οι μορφές και οι γάτες της Μπελ Επόκ θα συνεχίσουν να ανατυπώνονται μαζικά και πολλές δεκαετίες αργότερα θα βρουν το δρόμο τους για τα φοιτητικά μας δωμάτια. Και παρόλο που αυτά τα δωμάτια έπαψαν να υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, οι μορφές και οι γάτες της Μπελ Επόκ κατάφεραν να έχουν πάντα μία θέση στην καρδιά μας.

Η έκθεση εγκαινιάζεται επίσημα σήμερα Παρασκευή 31 Οκτωβριου και θα διαρκέσει έως τις 15 Φεβρουαρίου 2027. Ξεναγήσεις θα πραγματοποιούνται κάθε Παρασκευή 19.00-20.00 καθώς και Σάββατο και Κυριακή 12.00-13.00 και 16.00-17:00, ενώ θα ισχύσει άλλο ωράριο την περίοδο των γιορτών. Υπάρχει η δυνατότητα για τη διοργάνωση ομαδικών και ιδιωτικών ξεναγήσεων κατόπιν συνεννόησης.
  Ανάμεσα στις παράλληλες δράσεις που συνοδεύουν την έκθεση ξεχωρίζουν οι διαδραστικές ξεναγήσεις, οι δραστηριότητες και τα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά, ομιλίες, συναυλίες, αλλά και τρία podcasts (η Μπελ Επόκ ως η εποχή που αλλάζει τη γαλλική κοινωνία, η νέα οπτική γλώσσα που αλλάζει τους δρόμους του Παρισιού – η γέννηση της διαφήμισης, και η Αθήνα εκείνης της εποχής) με τη συμμετοχή των Μαρίας Κουτσομάλλη-Moreau, Ανδρέα Γεωργιάδη, Κανέλλας Αράπογλου, Νίκου Βατόπουλου και Αμαλίας Κωτσάκη).

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below