Είναι η πρώτη φορά που το «Λογική κι Ευαισθησία» εμφανίζεται στο σινεμά από το 1995, όταν ο Ang Lee σκηνοθέτησε την Emma Thompson (που κέρδισε Όσκαρ σεναρίου για τη διασκευή της) και την ανερχόμενη τότε Kate Winslet στην απόλυτη μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος.
Η νέα ταινία αναπόφευκτα βρίσκεται στη σκιά της. Εκείνη η ανεξίτηλη παρακαταθήκη καλώς ή κακώς καθορίζει την τωρινή προσέγγιση, αν και η σκηνοθέτις Georgia Oakley δικαίως δεν αντιμετωπίζει την εκδοχή του ’95 σαν ιερό οδηγό.

Το «Λογική και Ευαισθησία» της Oakley είναι μια ευπρόσδεκτη κινηματογραφική μεταφορά, που αποφασίζει (ως οφείλει) να προσγειώσει την Jane Austen στο σήμερα. Η ταινία είναι πιο νατουραλιστική παρά καλοδουλεμένη, είναι συναισθηματικά συγκρατημένη αντί για πληθωρική και ενδιαφέρεται για τις αδελφές Ντάσγουντ ως ανθρώπους και όχι απλώς ως ηρωίδες που περιμένουν να εμφανιστούν οι κατάλληλοι σύζυγοι.
Ωστόσο, μερικές φορές μια διασκευή μπορεί να γίνει τόσο απασχολημένη με το να ξεφύγει από τις συμβάσεις των προκατόχων της, ώστε να ξεχάσει γιατί αυτές οι συμβάσεις ήταν εξαρχής τόσο ικανοποιητικές.
Τι σημαίνει για μια γυναίκα να διεκδικεί τον έρωτα χωρίς να εγκλωβίζεται σε φαντασιώσεις και στόχους που η πραγματικότητα αδυνατεί να εκπληρώσει;
Η πλοκή ακολουθεί τις αδελφές Έλινορ (Daisy Edgar-Jones) και την Μαριάν Ντάσγουντ (Esmé Creed-Miles), που, μετά το θάνατο του πατέρα τους, βρίσκονται αντιμέτωπες με την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια που συνεπάγεται η απώλεια της πατρικής περιουσίας. Μαζί με τη μητέρα (Caitriona Balfe) και τη μικρότερη αδελφή τους (Bodhi Rae Breathnach), αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το οικογενειακό τους σπίτι και να προσαρμοστούν σε μια πολύ πιο περιορισμένη ζωή, ενώ γύρω τους αρχίζουν να διαμορφώνονται οι ερωτικές και κοινωνικές προσδοκίες που καθορίζουν τη μοίρα τους. Η Έλινορ ερωτεύεται τον Έντουαρντ Φέραρς (George McKay), που θεωρεί ιδανικό ταίρι και που μοιάζει να ανταποκρίνεται στα αισθήματά της, αλλά η σχέση τους περιπλέκεται από μυστικά, κοινωνικές δεσμεύσεις και την αδυναμία του να εκφράσει ανοιχτά όσα αισθάνεται. Η Μαριάν, αντίθετα, παρασύρεται από την έντονη έλξη της προς το νεαρό Γουίλομπι (Frank Dillane), του οποίου η συμπεριφορά θα αποκαλύψει μια πολύ πιο οδυνηρή πραγματικότητα. Παράλληλα, ο Συνταγματάρχης Μπράντον (Herbert Nordrum) παραμένει διακριτικά παρών στη ζωή της Μαριάν, ενώ οι κοινωνικές πιέσεις, οι οικονομικοί περιορισμοί και οι προσδοκίες γύρω από το γάμο αναγκάζουν και τις δύο αδελφές να αντιμετωπίσουν τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούν και σε αυτό που μπορούν πραγματικά να διεκδικήσουν.

Η Daisy Edgar-Jones (ο ορισμός του English rose σε ένα ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της) και η Esmé Creed-Miles (η και κόρη της Samantha Morton είναι μια πραγματική αποκάλυψη) φτιάχνουν ένα πειστικό δίδυμο ως Έλινορ και Μαριάν, και η ταινία βρίσκεται στα καλύτερά της όταν παρακολουθεί την οικειότητα της αδελφικής σχέσης τους.
Η ιστορία των δύο αδελφών δεν εξαντλείται στα ειδύλλια και στις ερωτικές τους απογοητεύσεις. Μέσα από όσα τους συμβαίνουν, αναγκάζονται να γνωρίσουν καλύτερα η μία την άλλη, να επανεξετάσουν όσα περιμένουν από τον έρωτα και, τελικά, να συμφιλιώσουν την καρδιά τους με τις συνθήκες και τις συμβάσεις μέσα στις οποίες έχουν το καθήκον να ζήσουν. Η καθεμιά αναζητά το δικό της τρόπο να σταθεί μέσα σε έναν κόσμο που περιορίζει τις επιλογές της. Πρόκειται για μια ουσιαστική μετατόπιση σε σχέση με το κείμενο της Austen, που ωστόσο δίνει στην ταινία το μοντέρνο τόνο της.

Μοντέρνα είναι και η αίσθηση της ερωτικής λαχτάρας από απόσταση, που κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο στην αγαπημένη ψυχαγωγία της νέας γενιάς (από το «Καλοκαίρι που Έγινα Όμορφη» ως το «Περασμένες Ζωές») και που εδώ σερβίρεται απλόχερα μέσα από τις εξομολογήσεις των αδερφών στο ημίφως και τα διακριτικά δάκρυά τους. Σαν ρομαντικός παρτενέρ, ο McKay αξιοποιεί τη γλυκιά χημεία του με την Edgar-Jones, αλλά ο χαρακτήρας του είναι τόσο καταπιεσμένος που καταλήγει να μην αφήνει ισχυρό αποτύπωμα.
Η ταινία διαφοροποιείται από τις πιο συμβατικές ταινίες εποχής και από την επιλογή της Oakley να δώσει έμφαση στους εξωτερικούς χώρους, γεγονός που της προσδίδει μια σπάνια σωματικότητα. Οι άνθρωποι περπατούν, στέκονται στην βροχή, λερώνονται και υπάρχουν μέσα στη φύση σαν κομμάτια της. Η ταινία προσπαθεί να αποφύγει την τεχνητή ομορφιά του παραδοσιακού δράματος εποχής, αλλά αρχίζει να μοιάζει εξίσου προσεκτικά κατασκευασμένη. (Δεν βοηθάει το ολοφάνερο αισθητικό χρέος στο «Περηφάνεια και Προκατάληψη» του 2005 και τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» του 2011.)

Παρόλα αυτά, αυτό το «Λογική και Ευαισθησία» είναι μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία του κειμένου κι ας μην είναι ένα ακαταμάχητο ρομαντικό δράμα. Διαθέτει ατμόσφαιρα, προσωπικότητα και την πεποίθηση ότι η Austen έχει να πει πράγματα που σχετίζονται και με τη δική μας εποχή. Τι σημαίνει για μια γυναίκα να διεκδικεί τον έρωτα χωρίς να εγκλωβίζεται σε φαντασιώσεις και στόχους που η πραγματικότητα αδυνατεί να εκπληρώσει; Η σοφία της αξεπέραστης συγγραφέως έχει την απάντηση, ακόμη και τόσους αιώνες μετά.



