Η δολοφονία της Mahsa Amini από την αποκαλούμενη αστυνομία της ηθικής στο Ιράν τον Σεπτέμβριο του 2022 επειδή δεν φορούσε «σωστά» τη χιτζάμπ της είχε πυροδοτήσει στη χώρα ένα τεράστιο κύμα διαμαρτυρίας, το μεγαλύτερο των τελευταίων χρόνων. Μόλις μέχρι τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, σύμφωνα με στοιχεία της διεθνούς μη κυβερνητικής οργάνωσης Iran Human Rights, είχαν χάσει τη ζωή τους 476 διαδηλωτές από επιθέσεις των λεγόμενων δυνάμεων ασφαλείας.

Είτε ένας διαδηλωτής συλλαμβανόταν είτε έπεφτε νεκρός στον δρόμο, πολλές φορές οι συγγενείς και οι φίλοι του δεν είχαν ιδέα για ό,τι τού είχε συμβεί: απλά, δεν επέστρεφε σπίτι. Από πολλές τέτοιες αληθινές ιστορίες γεννήθηκε η ιδέα της νέας ταινίας μυθοπλασίας «Τη νύχτα που εξαφανίστηκε η Αρεζού» («The Night Arezou Disappeared»), που κάνει ελληνική πρεμιέρα στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στις 8 και 9 Νοεμβρίου. Η νεαρή Arezou –πνεύμα αδέσμευτο, δοσμένο στο όνειρο μιας ελεύθερης ζωής– κατεβαίνει στον δρόμο για να διαμαρτυρηθεί, όμως δεν επιστρέφει στο σπίτι. Όταν η οικογένειά της συγκεντρώνεται για να την περιμένει, κινώντας παράλληλα λυτούς και δεμένους για να την εντοπίσει, η αναμονή φέρνει στην επιφάνεια μυστικά, προδοσίες και αναρίθμητα υπόγεια ρεύματα – αντίρροπες δυνάμεις που ορίζουν ολόκληρη τη χώρα.

Λίγο πριν από τις προβολές στη Θεσσαλονίκη, ο Ιρανός σκηνοθέτης της, Arian Vazirdaftari, που πλέον ζει στη Γερμανία, μιλάει στο Marie Claire Greece για τις τότε συνθήκες και τις εκρηκτικές αλλαγές που έφερε στην πατρίδα του το κίνημα για την Amini που έμεινε στην ιστορία με το σλόγκαν «Woman, Life, Freedom», «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία».

«Όλοι όσοι ζούσαμε τότε στο Ιράν, όπως κι εγώ, γνωρίζαμε κάποια οικογένεια η οποία είχε μείνει χωρίς απαντήσεις, μετά την εξαφάνιση ενός δικού της που είχε πάει σε διαδήλωση και δεν είχε επιστρέψει». Ο ίδιος μάλιστα είχε φίλους που είχαν χαθεί τα ίχνη τους για δύο περίπου μέρες, «προτού μάθουμε ότι ήταν στη φυλακή».

«Όλοι όσοι ζούσαμε τότε στο Ιράν, όπως κι εγώ, γνωρίζαμε κάποια οικογένεια η οποία είχε μείνει χωρίς απαντήσεις, μετά την εξαφάνιση ενός δικού της που είχε πάει σε διαδήλωση και δεν είχε επιστρέψει»

Το φθινόπωρο του 2022 ο Arian είχε ολοκληρώσει την προηγούμενη ταινία μεγάλου μήκους του, «Without Her», και απολάμβανε την επιτυχία της, την προβολή της σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ και τις διακρίσεις της. Αλλά ενώ σχεδίαζε να γυρίσει την επόμενη «με περισσότερα, ίσως, χρήματα και περισσότερη αυτοπεποίθηση», το κίνημα για την Amini ήρθε να τα σαρώσει όλα. «Πάγωσαν τα πάντα για μένα, όπως και για πολλούς ακόμα καλλιτέχνες, και άλλα άτομα, στην ιρανική κοινωνία. Ήμουν σε κατάσταση σοκ. Δεν συμμετείχα ιδιαίτερα ενεργά στο κίνημα, γιατί ένιωθα ότι ανήκε στην επόμενη γενιά από τη δική μου, αλλά παρακολουθούσα όλες τις εξελίξεις, ό,τι συνέβαινε στον δρόμο». Όταν, μετά από μερικούς μήνες, αποφάσισε να επιστρέψει στην κινηματογραφική δημιουργία, πολλά είχαν αλλάξει, μέσα και γύρω του.

Φωτογραφία της ταινίας «The Night Arezou Disappeared»

Παρόλο που πολλοί Ιρανοί κινηματογραφιστές κατέφευγαν, και καταφεύγουν, σε μια συμβολική απεικόνιση των γεγονότων, ο Arian αποφάσισε ότι δεν τον εξέφραζε αυτή η συνθήκη, στην οποία μάλιστα «μπορούσες να βρεις ίχνη λογοκρισίας» και στράφηκε προς μια «άμεση, αφιλτράριστη, μη λογοκριμένη αφήγηση». Πώς θα μπορούσε όμως να τη μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, καθώς όλοι οι δημιουργοί του κινηματογράφου είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν άδεια από τις ιρανικές αρχές ακόμα και για να κάνουν γυρίσματα στο σπίτι τους;

Επέστρεψε στα στοιχειώδη, χωρίς όμως να κάνει συμβιβασμούς στο περιεχόμενό της. Σε ένα όσο το δυνατόν μικρότερο συνεργείο, σε ηθοποιούς «που τους ενδιέφερε αυτός ο τρόπος της υποκριτικής» και γυναίκες ηθοποιούς που, επιπλέον, «ήταν αρκετά θαρραλέες ώστε να συμμετάσχουν χωρίς να φορούν την υποχρεωτική χιτζάμπ». Τα γυρίσματα, που έγιναν μυστικά, ως επί το πλείστον στο σπίτι των γονιών του, με iPhone, ήταν εντατικά. Δεν κράτησαν πάνω από δύο εβδομάδες.

Όταν ξέσπασε το κίνημα για την Amini, «πάγωσαν τα πάντα για μένα, όπως και για πολλούς ακόμα καλλιτέχνες, και άλλα άτομα, στην ιρανική κοινωνία. Ήμουν σε κατάσταση σοκ. Δεν συμμετείχα ιδιαίτερα ενεργά, γιατί ένιωθα ότι ανήκε στην επόμενη γενιά από τη δική μου, αλλά παρακολουθούσα όλες τις εξελίξεις, ό,τι συνέβαινε στον δρόμο».

Αυτό που δεν γνώριζε ο Arian είναι ότι σταδιακά θα κατέφευγαν στο «μυστικό σινεμά» και άλλοι Ιρανοί συνάδελφοί του, αλλά τότε βάδιζε ακόμα σε αχαρτογράφητη περιοχή. «Ένιωθα όπως την εποχή που είχα πρωτοξεκινήσει στον κινηματογράφο, πριν από περίπου δέκα χρόνια, με ταινίες μικρού μήκους και με πολύ πειραματισμό». Στην αρχή δεν υπήρχαν, φυσικά, πόροι χρηματοδότησης «και πολλοί από τους συνεργάτες μου αποφάσισαν να το κάνουν αμμισθί, μόνο γιατί είχαν πιστέψει σε αυτή την ταινία».

Στη διάρκεια των γυρισμάτων δεν σχεδίαζε ακόμα να φύγει από το Ιράν, αλλά όταν τού δόθηκε η ευκαιρία να μετακομίσει στη Γερμανία για ένα άλλο πρότζεκτ, κατάφερε να βρει χρηματοδότηση και συνεργάτες για να ολοκληρώσει την «Arezou». Και ήταν πλέον ασφαλής: δεν κινδύνευε, για παράδειγμα, να συλληφθεί, όπως έχει συμβεί με άλλους Ιρανούς κινηματογραφιστές, που έπεσαν στη δυσμένεια της κυβέρνησής τους επειδή τόλμησαν να εκφράσουν μια διαφορετική άποψη.

Ο σκηνοθέτης Arian Vazirdaftari

Παρόλο που είναι ακόμα πολύ νωρίς για να υπάρξουν αντιδράσεις από τις ιρανικές αρχές (η ταινία μόλις άρχισε τη διαδρομή της σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ), o Arian χαίρεται που οι περισσότερες γυναίκες ηθοποιοί του επίσης βρίσκονται στο εξωτερικό πλέον, «όχι λόγω αυτής ταινίας, αλλά για άλλες δουλειές τους». Με όλα τα μέλη της ομάδας του, όπου κι αν βρίσκονται, διευκρινίζει ότι διατηρεί επαφή και φροντίζει πάντα να έχει την άδειά τους προτού τους αναφέρει, για παράδειγμα, στα credits, γιατί «ξέρω ότι ήταν αρκετά γενναίοι για να συνεργαστούν, αλλά η βασική ιδέα της ταινίας ήταν δική μου».

Η νεότερη ιρανική ιστορία αποτελεί μια διαδοχή ακραίας καταστολής και πολέμων – μόνο από τον Φεβρουάριο του 2026, που η χώρα δέχτηκε επίθεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, μέχρι τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, οι ιρανικές αρχές είχαν συλλάβει πάνω από 6.000 άτομα, όπως διαδηλωτές, δημοσιογράφους και δικηγόρους, σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Αμνηστίας. Τουλάχιστον το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» δεν αποδείχθηκε μάταιο. Κάθε άλλο: ο Arian επιβεβαιώνει ότι οι αλλαγές που έφερε στην κοινωνία είναι «ορατές», αν και διατυπώνει την άποψή του «με επιφύλαξη», καθώς βρίσκεται πλέον μακριά.

Ανεξάρτητα από την εικόνα που δίνει το ιρανικό καθεστώς στο εξωτερικό, εξηγεί, πιστεύει ότι στο εσωτερικό της χώρας «δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει κάποιες από αυτές τις αλλαγές. Θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος [να τις διαχειριστούν] θα ήταν να τις αποδεχτούν. Τουλάχιστον σε κάποια μέρη της κοινωνίας –δεν αναφέρομαι σε όλους τους Ιρανούς, αλλά στα τμήματά της στα οποία ανήκω ή που γνωρίζω– το κίνημα παραμένει ασυγκράτητο». Από την άλλη, βλέπει την κοινωνία να διχάζεται ακόμα περισσότερο, «καθώς όλοι διαλέγουν πλευρά».

Ο σκηνοθέτης επιβεβαιώνει ό,τι βλέπουμε ήδη σε εικόνες από το Ιράν μετά το 2022: Όλο και λιγότερες γυναίκες και κορίτσια κυκλοφορούν με χιτζάμπ, παρόλο που η παραδοσιακή μαντήλα παραμένει τυπικά υποχρεωτική. «Όταν γυρίζεις μια ταινία σε εξωτερικό χώρο, οι ηθοποιοί είναι υποχρεωμένες, φυσικά, να φορούν χιτζάμπ. Αλλά αυτό έχει γίνει ανέκδοτο μετά το κίνημα, γιατί το πρόβλημα είναι ότι οι άλλες γυναίκες που κυκλοφορούν γύρω δεν το φορούν πια – και δεν μπορείς φυσικά να ζητήσεις από όλες να το φορέσουν για να κάνεις ένα γύρισμα. Ειδικά σε μεγάλες πόλεις, βλέπεις εικόνες που δεν θα μπορούσες να φανταστείς πριν από τέσσερα χρόνια».

«Όταν γυρίζεις μια ταινία σε εξωτερικό χώρο, οι ηθοποιοί είναι υποχρεωμένες, φυσικά, να φορούν χιτζάμπ. Αλλά αυτό έχει γίνει ανέκδοτο μετά το κίνημα, γιατί το πρόβλημα είναι ότι οι άλλες γυναίκες που κυκλοφορούν γύρω δεν το φορούν πια – και δεν μπορείς φυσικά να ζητήσεις από όλες να το φορέσουν για να κάνεις ένα γύρισμα»

Η κεντρική και ατρόμητη ηρωίδα του, Arezou, εκφράζει κατά κάποιον τρόπο τη νεότερη γενιά του Ιράν, που ο σκηνοθέτης πιστεύει ότι «όσο κι αν προσπαθείς να καταπιέσεις, θα σου γυρίσει μπούμερανγκ. Το είδαμε και στην Πράσινη Επανάσταση του 2009 [στις διαμαρτυρίες που είχαν ξεσπάσει μετά τις εκλογές στις 12 Ιουνίου 2009, με τους διαδηλωτές να μιλούν για νοθεία του αποτελέσματος], για το οποίο επίσης υπάρχει μια σύντομη αναφορά στην ταινία: ότι παρόλο που οι ιδέες της καταπιέστηκαν για μερικά χρόνια, το κίνημα χτίστηκε ξανά».

Μια άλλη ηρωίδα του, η Rana, αναπολεί τη γενναιότητα που είχε δείξει στην Πράσινη Επανάσταση του 2009 και που αισθάνεται ότι έχει χάσει πλέον. Αναρωτιέμαι αν αυτές είναι μια από τις προκλήσεις του να μεγαλώνεις: ότι καλείσαι να αναμετρηθείς με φόβους που δεν είχες στο παρελθόν. Ο Arian παραδέχεται ότι στη Rana έχει βάλει κάποια στοιχεία του εαυτού του. «Το 2002 αναρωτιόμουν: γιατί φοβάμαι τόσο; Πριν από περίπου δέκα χρόνια [το 2009], ο φόβος μου ήταν πολύ μικρότερος. Γενικά ο φόβος είναι ανθρώπινος, μας βοηθάει να επιβιώσουμε και να εξελιχθούμε. Αλλά ο φόβος για την αλλαγή είναι κάτι που έρχεται όταν μεγαλώνεις. Τουλάχιστον αυτό συνέβη με εμένα. Επομένως, κατά κάποιον τρόπο, η δημιουργία αυτής της ταινίας ήταν και μια δική μου πράξη αντίστασης σε αυτόν το φόβο, που ένιωθα την ανάγκη να νικήσω».

Φωτογραφία της ταινίας «The Night Arezou Disappeared»

Η προσκόλληση στην παράδοση, ή σε ένα συντηρητικό καθεστώς εν προκειμένω, δεν συνδέεται απαραίτητα με την ηλικία, φυσικά. Μια από τις αδερφές της Arezou, η Zahra, που επισκέπτεται το οικογενειακό σπίτι μετά την εξαφάνισή της, παραμένει πιστή στο θεοκρατικό καθεστώς. Το ιδεολογικό χάσμα ακόμα και ανάμεσα σε αδέρφια είναι αρκετά κοινό στην αληθινή ζωή του Ιράν, πιστεύει ο Arian. «Έχει να κάνει με την παράδοση. Έχει να κάνει με τη θρησκεία. Έχει να κάνει με το αν έχεις αγκαλιάσει τον μοντερνισμό ή όχι. Υποθέτω ότι αρχίζει, στις οικογένειες, από τα εφηβικά χρόνια. Βλέπεις φωτογραφίες δύο αδερφών και δεν μπορείς να φανταστείς ότι ανήκουν στην ίδια οικογένεια».

Ένας ακόμα λόγος που αποφάσισε να προσθέσει τη Zahra στην ιστορία είναι γιατί, ανεξάρτητα από τη δική του άποψη, ήθελε να δείξει «τη σύγκρουση ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς τρόπους ζωής που υπάρχουν στο Ιράν. Το ιδανικό επίσης για εμένα θα ήταν να έβλεπε αυτή την ταινία ακόμα και κάποιος που είναι αντίθετος με συγκεκριμένες απόψεις και, τελικά, να καταφέρει να κρίνει ο ίδιος ή η ίδια τι συνέβη και ποιος ευθύνεται. Ο, πιο θρησκευόμενος, χαρακτήρας της Zahra ήταν ένας τρόπος να συμπεριλάβω στην ταινία ιστορίες και οπτικές όπως η δική της».

Info

Περισσότερες πληροφορίες για το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: filmfestival.gr

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below