Η συγγραφέας και βιβλιοφιλικό internet sensation before it was cool Ματίνα Αποστόλου γεννήθηκε στην Άρτα. Μεγάλωσε στη δεκαετία που όλοι μοιάζει να νοσταλγούμε σήμερα, τα 80s, και σπούδασε χημικός μηχανικός. Το 2019 τράβηξε πολλά βλέμματα προς το μέρος της στα social media μιλώντας για βιβλία μέσα από τον λογαριασμό Intellectual Thighs / «Μπούτια και Διανόηση». Την γνώρισα μέσα από το instagram, όχι τόσο εξαιτίας των βιβλίων που ξεχώριζε και πρότεινε, όσο για τον τρόπο που το έκανε και, κυρίως, για τον τρόπο που μίλαγε για τα πράγματα, την ισότητα, τη ματαιοδοξία, το γυναικείο ζήτημα, την pop κουλτούρα, με αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο κρατάω μία ρομφαία και κρίνω, και την ειλικρίνεια του ανθρώπου που παλεύει με τις λέξεις είτε για να ζήσει, είτε επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δίκαια, κέρδισε φανατικούς ακόλουθους με τον τρόπο με τον οποίο εντόπιζε τον κρυμμένο μισογυνισμό, με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό της. Το 2022 η Ματίνα Αποστόλου εντυπωσίασε με το πρώτο της βιβλίο, Σωματίδια (εκδ. Ποταμός). Και λίγους μήνες πριν, την άνοιξη του 2026, επέστρεψε με το δεύτερο βιβλίο της, Ρίζες (εκδ. Ίκαρος), σε όσα μας διαμορφώνουν: την οικογένεια, τη μνήμη, το πένθος, τις γυναικείες φωνές που προηγούνται από τη δική μας.

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε καταγωγή, αλλά και σε κάτι που ίσως κρατά κάποια καθηλωμένη σε έναν τόπο ή μία συνθήκη. Τι σημαίνει για σένα;
Οι δικές μου ρίζες ήταν πάντα υποστηρικτικές, το ένιωθα και το γνώριζα από μικρό παιδί, όσο μεγαλώνω όμως και αντιλαμβάνομαι το ρόλο μου ως παρακλάδι τους πλέον για το δικό μου γιο έχω εκτιμήσει το βάθος τους, συγκινούμαι και καμαρώνω γι’ αυτές. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου με ενδιαφέρει να εξερευνήσω τον τρόπο που με διαμόρφωσαν. Το γράψιμο, για εμένα, λειτουργεί βοηθητικά σε αυτό.
Στις Ρίζες, ο θάνατος του πατέρα αναγκάζει τις γυναίκες της οικογένειας να ξανακοιτάξουν όσα είχαν θαφτεί. Ήθελες να μιλήσεις για το χάσμα ανάμεσα στη μνήμη και την σε όσα πραγματικά συνέβησαν;
Η μνήμη μπορεί να γίνει δημιουργική. Ξαναγράφει ώστε να μη διαταραχτούν οι πεποιθήσεις μας, λειαίνει γωνίες, προστατεύει, μερικές φορές λέει και ψέματα για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε. Είμαστε όλοι αναξιόπιστοι αφηγητές της ζωής, διηγούμαστε τις ιστορίες όπως τις θυμόμαστε και έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς τελικά και εμείς οι ίδιοι γινόμαστε οι ιστορίες που λένε οι άλλοι για εμάς. Με το θάνατο δε, όπου χάνουμε κάθε έλεγχο στις ιστορίες των άλλων, καταλήγουμε θραύσματα ξένων αναμνήσεων. Ο πατέρας είναι όσα θυμούνται οι ηρωίδες μου για εκείνον, δεν υπάρχει, δεν έχει υπάρξει χωρίς εκείνες.
Ο όρος γυναικεία λογοτεχνία θέλει rebranding ή απλώς επανοικειοποίηση, να μη φοβόμαστε να τον χρησιμοποιούμε και να τον αγκαλιάζουμε όσες γράφουμε, γιατί δεν θα έπρεπε εξαρχής να έχει αρνητική χροιά.
Στο βιβλίο συγκρούονται διαφορετικές εκδοχές μιας οικογενειακής ιστορίας. Μπορεί να υπάρχει μόνο μία αλήθεια;
Τα γεγονότα και οι εμπειρίες είναι διαφορετικές έννοιες, το πείραγμα του θείου στο οικογενειακό τραπέζι που το θυμάσαι τραυματικά, για εκείνον έχει καταγραφεί ως μια αστεία στιγμή, κανείς από τους δύο δε θυμάται «λάθος», ο καθένας όμως θυμάται μέσα από τη δική του θέση. Υπάρχουν τα γεγονότα, αλλά είναι πολλές οι αλήθειες για το πώς αυτά βιώθηκαν. Η λογοτεχνία έχει το προνόμιο να μη χρειάζεται να διαλέξει πλευρά αλλά και το ρόλο να δίνει χώρο στις διαφορετικές οπτικές.
Έγινα μια λογοτεχνική κίσσα που ψάχνει να βρει κομματάκια που στραφταλίζουν μέσα στα κείμενα, να τα ζηλέψω που δεν είναι δικά μου. Και όταν τα βρίσκω, χαίρομαι που έχω το βήμα να τα προβάλλω.
Οι τέσσερις γυναίκες που δημιούργησες μοιράζονται μερικά κοινά χαρακτηριστικά, είναι θυμωμένες, πληγωμένες, ίσως και αντιφατικές. Τι αγαπάς σε καθεμία από αυτές;
Αγαπώ το ότι καμία τους δεν είναι πρόθυμη να γίνει συμπαθής για χάρη του αναγνώστη. Είναι όμως αληθινές, τις αναγνωρίζουμε. Κάνουν λάθη, θυμώνουν, ζηλεύουν, είναι εύθραυστες, δεν είναι πάντα γενναιόδωρες. Και την ίδια στιγμή είναι γεμάτες βαθιά αγάπη και φροντίδα, λογικές, ικανές, δυνατές. Οι γυναίκες που γνωρίζω είναι πολύπλοκες και γεμάτες αντιφάσεις, οι ηρωίδες μου δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς.

Στο προηγούμενο βιβλίο σου, τα Σωματίδια, η κεντρική ηρωίδα, η Αλίκη, είναι μια νέα γυναίκα που κουβαλά βάρη όπως η μητρότητα και η απώλεια. Στις Ρίζες θέλησες να δώσεις φωνή και σε άλλες γενιές γυναικών;
Πάντοτε με γοήτευαν οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες, αναζητούσα τη συντροφιά τους, έχω γίνει αόρατη για να υποκλέψω τις κουβέντες τους, τις γνωρίζω, διαβάζω τη μυστική τους γλώσσα. Η Αλίκη και η Μάρα, οι νεότερες ηρωίδες μου, θα μπορούσαν να είναι φίλες, όμως και οι δικές τους φωνές δεν είναι αποκομμένες από αυτές που προηγήθηκαν. Οι μητέρες, οι θείες, οι γιαγιάδες μας, οι γυναίκες των προηγούμενων γενιών υπάρχουν μέσα μας, οι φωνές τους παρεμβάλλονται στις δικές μας, ξαφνιαζόμαστε συχνά από το πόσο ακουγόμαστε όπως εκείνες. Στη σκηνή του βιβλίου όπου η Κόρη αγκαλιάζει τη Μητέρα για να την παρηγορήσει, τη νανουρίζει και οι ρόλοι αντιστρέφονται, όλες οι γυναίκες που προηγήθηκαν αναστενάζουν ανακουφισμένες, γιατί δεν μεταφέρονται μόνο τα τραύματα αλλά και οι τρόποι επιβίωσης από γενιά σε γενιά, κάθε γυναίκα που βρίσκει τη φωνή της είναι η δικαίωση ψιθύρων που έχουν προηγηθεί.
Μιλώντας για γενιές, έχεις δημιουργήσει ένα βιβλιοφιλικό φαινόμενο με τον λογαριασμό σου στο Ιnstagram, Intellectual_Thighs. Είδες ποτέ τη δημοφιλία του ως καταπιεστικό πλαίσιο;
Η δημοφιλία του λογαριασμού κυρίως χαρά και ελευθερία μού έχει δώσει. Δεν υπηρετώ κάποια εικόνα, στον λογαριασμό ίσως είμαι η πιο αληθινή εκδοχή του εαυτού μου, αφού δεν υπάρχει κάποιο κοινωνικό πλαίσιο που θα πρέπει να φτιασιδωθώ αναλόγως για να παρουσιαστώ και να γίνω αποδεκτή.
Τώρα που γράφεις κι εσύ λογοτεχνία, έχει αλλάξει ο τρόπος που διαβάζεις τους άλλους;
Έχω γίνει πιο αυστηρή και ενθουσιάζομαι δυσκολότερα. Θυμώνω όταν βλέπω μια καλή ιδέα να χαραμίζεται (κατά τα γούστα μου) και καταλαβαίνω πως ερμηνεύω (αυθαίρετα) την πρόθεση των συγγραφέων. Την ίδια στιγμή αναγνωρίζω τη δουλειά πίσω από κάθε βιβλίο και νιώθω προστατευτικά προς τους συγγραφείς -ειδικά τους πρωτοεμφανιζόμενους- γιατί γνωρίζω την ευαλωτότητα που εμπεριέχει η έκθεση. Έγινα μια λογοτεχνική κίσσα που ψάχνει να βρει κομματάκια που στραφταλίζουν μέσα στα κείμενα, να τα ζηλέψω που δεν είναι δικά μου. Και όταν τα βρίσκω, χαίρομαι που έχω το βήμα να τα προβάλλω.
Ο λογαριασμός δεν υπερασπίζεται τίποτα, είναι ένας προσωπικός λογαριασμός και αντηχεί ό,τι είμαι, ή προσπαθώ να είμαι. Είμαι φεμινίστρια και ο λογαριασμός καθρέφτης μου… και πιστεύω πως η λογοτεχνία δεν είναι μόνο για έναν κλειστό κύκλο μυημένων.
Το «Μπούτια και Διανόηση» υπερασπίζεται -δεν είμαι σίγουρη ότι είναι το σωστό ρήμα- το φεμινισμό. Και τι άλλο;
Ο λογαριασμός δεν υπερασπίζεται τίποτα, είναι ένας προσωπικός λογαριασμός και αντηχεί ό,τι είμαι, ή προσπαθώ να είμαι. Είμαι φεμινίστρια και ο λογαριασμός καθρέφτης μου. Είμαι περίεργη, έχω κριτική σκέψη, κάποιες φορές είμαι αστεία, μου αρέσει η ποπ κουλτούρα, να παίζω με τις λέξεις και πιστεύω πως η λογοτεχνία δεν είναι μόνο για έναν κλειστό κύκλο μυημένων.
Πόσο σε απασχολεί ο αλγόριθμος, η εικόνα, ο τρόπος που θα «σταθεί» ένα βιβλιοφιλικό κείμενο σε ένα μέσο που δεν είναι φτιαγμένο για το διάβασμα;
Πλέον, καθόλου. Αν και τα social media έχουν την απαίτηση της διαρκούς παρουσίας, τώρα πια, αν δεν έχω κάτι να πω, προτιμώ να μη μιλήσω. Κανένα κομμάτι των social media δεν επηρεάζει την υπόλοιπη ζωή μου, ούτε θεωρώ σημαντικά τα όσα μοιράζομαι. Τα κείμενα θα φτάσουν εκεί που πρέπει και αν όχι, δεν πειράζει. Η Γη θα συνεχίσει να γυρίζει.

Πιστεύεις ότι η γυναικεία γραφή έχει συχνά υποτιμηθεί επειδή θεωρείται υπερβολικά συναισθηματική ή βιωματική;
Το συναίσθημα δεν είναι από μόνο του λογοτεχνικό μειονέκτημα. Πολλοί άντρες συγγραφείς έχουν γράψει υπέροχα, βαθιά προσωπικά και συναισθηματικά έργα χωρίς να δεχθούν την ίδια κριτική. Η διαφορά βρίσκεται στα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται το ίδιο χαρακτηριστικό: όταν εκφράζεται από έναν άντρα μπορεί να θεωρηθεί ειλικρίνεια, υπαρξιακή αναζήτηση ή ψυχολογικό βάθος, σαν να έχει κατορθώσει κάποιου είδους υπέρβαση της βιολογίας του, ενώ όταν εκφράζεται από μια γυναίκα κινδυνεύει να χαρακτηριστεί υπερβολή ή συναισθηματισμός. Υπάρχει το παράδοξο όταν οι άντρες γράφουν για τον εαυτό τους να θεωρείται ότι μιλούν για την ανθρώπινη κατάσταση, ενώ όταν οι γυναίκες κάνουν το αντίστοιχο, γράφουν «γυναικεία» και απευθύνονται σε γυναίκες. Υπήρχε πάντα η αντίληψη πως η γυναικεία εμπειρία είναι λιγότερο σημαντική, κάτι που ακόμα και οι ίδιες εσωτερικεύσαμε σε ένα βαθμό, πιστέψαμε κι εμείς πως είναι υπερβολικά συναισθηματική η γυναικεία γραφή, πολύ μελοδραματική, επιφανειακή, τελευταία κατηγορείται και για αυτολύπηση, θυματοποίηση και θυμό, όμως πιστεύω πως τα πράγματα αλλάζουν. Τα κείμενα έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τις προκαταλήψεις, σύντομα αυτές οι κρίσεις θα μοιάζουν με απολιθωμένες αντιλήψεις άλλης εποχής. Θα το περάσουμε κι αυτό.
Υπάρχει το παράδοξο όταν οι άντρες γράφουν για τον εαυτό τους να θεωρείται ότι μιλούν για την ανθρώπινη κατάσταση, ενώ όταν οι γυναίκες κάνουν το αντίστοιχο, γράφουν «γυναικεία» και απευθύνονται σε γυναίκες.
Ο όρος «γυναικεία λογοτεχνία» χρησιμοποιείται συχνά υποτιμητικά. Πώς το σχολιάζεις; Σε ενοχλεί, σε αφορά, τον διεκδικείς;
Ο όρος χρησιμοποιείται υποτιμητικά γιατί έχει συνδεθεί με το ρομάντζο, που μια χαρά απαραίτητο είναι, όμως είχε επικρατήσει η πεποίθηση πως τις γυναίκες τις αφορά ένα κυρίως θέμα: ο άντρας. Πώς θα τον σαγηνεύσουν ώστε να τον κατακτήσουν, να τον «τυλίξουν», πώς θα τις επιλέξει ανάμεσα στις άλλες, πώς θα τις σώσει. Το θέμα όμως είναι ότι τις γυναίκες που μου αρέσει να διαβάζω, νεκρές και ζωντανές, άλλα τις απασχολούν και αυτές που έχω γνωρίσει από μικρό παιδί δεν έπεφταν στις ράγες για έναν έρωτα, ούτε είχαν την πολυτέλεια να παρασυρθούν για πολύ σε πάθη γιατί έπρεπε να επιβιώσουν κουμαντάροντας ένα σωρό ρόλους. Αυτές είναι οι ηρωίδες που με ενδιαφέρουν, γι’ αυτές γράφω και το νιώθω ως υποχρέωση να γράφω «γυναικεία», να περιγράφω δηλαδή τη ζωή από τη δική τους οπτική. Rebranding θέλει ο όρος ή απλώς επανοικειοποίηση, να μη φοβόμαστε να τον χρησιμοποιούμε και να τον αγκαλιάζουμε όσες γράφουμε, γιατί δεν θα έπρεπε εξαρχής να έχει αρνητική χροιά.
Νιώθεις ότι οι γυναίκες συγγραφείς χρειάζεται ακόμη να αποδείξουν ότι το οικείο, το οικογενειακό και το σωματικό είναι εξίσου πολιτικά και λογοτεχνικά πεδία;
Νομίζω πως ναι, αν και τα πράγματα αλλάζουν. Όχι πως οι γυναίκες συγγραφείς ασχολούνται μόνο με αυτά τα θέματα, όμως πλέον όλοι αντιλαμβανόμαστε πως τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα περνάνε μέσα από τα σπίτια και τα σώματα των ανθρώπων, εκεί ασκείται εξουσία, παράγονται ανισότητες, διαμορφώνονται ταυτότητες, αυτά τα μικρά, τα καθημερινά, τα οικεία είναι βαθιά πολιτικά.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 445, Αύγουστος 2026. Φωτογραφίες: Ματίνα Αποστόλου




