Στην εποχή του Ozempic και των social media, που τα καθημερινά ερεθίσματα με τα οποία βομβαρδιζόμαστε προβάλλουν (ξανά) ως πρότυπο ομορφιάς το skinny, στον αντίποδα του body positivity που φαινόταν να κερδίζει έδαφος τα προηγούμενα χρόνια, κόμικ όπως το «Εγώ, Χοντρή» μπορεί να λειτουργήσουν με λυτρωτικό τρόπο, ειδικά για τις πιο ευάλωτες ηλικίες της εφηβείας και της μετα-εφηβείας. Η δημιουργός του, Μεριτσέλ Μποσκ, θίγει με ειλικρίνεια και ευθύτητα θέματα όπως η ψυχολογική κακοποίηση, οι διατροφικές διαταραχές, οι διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις και ο κοινωνικός αποκλεισμός, καθώς αφηγείται την προσωπική ιστορία της, από τα παιδικά χρόνια της, όταν στο σχολείο υφίστατο body shaming και bullying ενώ στο σπίτι οι γονείς της κάθε άλλο παρά τη βοηθούσαν να καλλιεργήσει την αυτοεκτίμησή της.
Στην καθημερινότητά της υπήρχαν εξευτελισμοί όπως «χοντρή, αγελαδογαϊδούρα, φαταούλα. Αν συνεχίσεις να τρως έτσι, θα γίνεις σαν φάλαινα και κανείς δεν θα σε αγαπάει». Στο σχολείο, έβρισκε παρηγοριά στην παρέα με άλλα κορίτσια που επίσης ήταν στο περιθώριο. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης και η συσσώρευση συναισθηματικών προβλημάτων ώθησαν τη μικρή Μεριτσέλ –που γνωρίζοντάς τη μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θέλουμε να πάρουμε μια σφιχτή αγκαλιά– στη βουλιμία, σε ένα ακόμα πιο ανελέητο αυτομαστίγωμα, και την εγκλώβισαν σε έναν φαύλο κύκλο.
Ο χρόνος όμως, στην περίπτωσή της, σε συνδυασμό με την αγάπη, έγιναν κομμάτι της θεραπείας της. Μαζί με την τέχνη και τη δημιουργία. Κατά τη συγγραφή του «Εγώ, Χοντρή», έχασε γύρω στα πενήντα κιλά. Παρόλο λοιπόν που η αυτοβιογραφική εξομολόγησή της άρχισε άσχημα, τελειώνει καλά –όχι με την έννοια του χάπι εντ του παραμυθιού: ρεαλιστικά καλά. Σήμερα η Καταλανή εικονογράφος και καθηγήτρια σχεδίου, που για ένα παλαιότερο έργο της έχει διεκδικήσει το βραβείο Eisner, συνεχίζει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για τον εαυτό της, τα δύο αγόρια που μεγαλώνει και όσα παιδιά μπορεί να βρίσκονται στη θέση που κάποτε βρέθηκε εκείνη.

Με αφορμή την κυκλοφορία του κόμικ της στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΚΨΜ σε συνεργασία με την εκδοτική πλατφόρμα Πεζοδρόμιο, μίλησε στο Marie Claire Greece. Για την εμπειρία της αναμέτρησης με το παρελθόν της μέσα από τη δημιουργία του βιβλίου είπε πως «ήταν πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς. Τα φαντάσματα και τα τραύματά μου ήρθαν στο φως, και αυτό δεν είναι εύκολο για κανέναν. Αλλά το να διηγούμαι, να ζωγραφίζω ένα δύσκολο κομμάτι της ζωής μου είναι σαν εξορκισμός. Σε απελευθερώνει από κάτι κακό που σε κατατρώει μέσα σου».
«Το να διηγούμαι, να ζωγραφίζω ένα δύσκολο κομμάτι της ζωής μου είναι σαν εξορκισμός. Σε απελευθερώνει από κάτι κακό που σε κατατρώει μέσα σου».
Η κυκλοφορία του «Εγώ, Χοντρή» άλλαξε και τη δυσλειτουργική σχέση που είχε με τους γονείς της, οδηγώντας τη σε έναν βαθμό συμφιλίωσης μέσα της. «Η σχέση μου με τον πατέρα μου ήταν πολύ περίπλοκη, αλλά πολλά χρόνια πριν πεθάνει θυμάμαι να τον είχα ρωτήσει: “Τι γνώμη έχεις για το κόμικ μου, μπαμπά;”. Η απάντησή του άλλαξε την άποψή μου γι’ αυτόν και με έκανε να νιώσω ότι ένα τεράστιο βάρος έφυγε από τη συνείδησή μου και την καρδιά μου. Η σχέση μου με τη μητέρα μου δεν ήταν ποτέ καλή, αλλά με τα χρόνια κατάλαβα πολλά πράγματα και για μένα και για εκείνη».
Δεν ήταν μόνο η εικόνα του σώματός της αλλά και το πάθος της για την εικονογράφηση που την έκανε να νιώθει διαφορετική μεγαλώνοντας. «Όταν ήμουν πολύ μικρή, το να είσαι εικονογράφος θεωρούταν δουλειά για άντρες και για παράξενους ανθρώπους. Το να είσαι γυναίκα και εικονογράφος με έκανε να νιώθω σαν το πιο παράξενο πλάσμα στον πλανήτη».

Σήμερα έχουμε αρχίσει να αμφισβητούμε τα έμφυλα στερεότυπα, αλλά και να αντιμετωπίζουμε με πιο κριτικό βλέμμα τα skinny πρότυπα, πιστεύει: «Παλιά η κοινωνία συνήθιζε να ομαλοποιεί αυτά τα πρότυπα ομορφιάς. Ευτυχώς αυτό αλλάζει – πολύ αργά, αλλά αλλάζει. Ο καθένας είναι αυτός που είναι. Το να βάζεις “ταμπέλες” γίνεται λιγότερο αποδεκτό και οι νέες γενιές δεν θα χρειάζεται να αναγκάζονται να είναι κάτι που δεν θέλουν», ελπίζει. «Θα έχουν την ελευθερία να επιλέγουν πώς αισθάνονται και πώς είναι η εμφάνισή τους».
«Όταν ήμουν πολύ μικρή, το να είσαι εικονογράφος θεωρούταν δουλειά για άντρες και για παράξενους ανθρώπους. Το να είσαι γυναίκα και εικονογράφος με έκανε να νιώθω σαν το πιο παράξενο πλάσμα στον πλανήτη».
Προς αυτή την κατεύθυνση ελπίζει να βοηθήσει και το βιβλίο της «πολλούς εφήβους να δουν ένα άλλο μονοπάτι». Στους γιους της έχει ενσταλάξει «αξίες», αλλά από εκεί και πέρα αναγνωρίζει ότι «αυτοί είναι που θα αποφασίσουν τι θα κάνουν με τη ζωή τους και πώς θα σχετιστούν με τους άλλους». Δεν κρύβει τον θαυμασμό της για το πόσο διαφορετικοί είναι μεταξύ τους. Χαρακτηρίζει τον μικρό «έναν υπέροχο, ανεξέλεγκτο ανεμοστρόβιλο, που εγώ απλώς καθοδηγώ στο πώς να διαχειρίζεται την ενέργειά του» και παρακολουθεί τον μεγάλο να «σέβεται και να εκτιμά τους άλλους. Νομίζω ότι τα πάει αρκετά καλά». Το γεγονός μάλιστα ότι ο ένας γιος της διαγνώστηκε πρόσφατα «με διαταραχή αυτιστικού φάσματος επιπέδου 1» και ξεκίνησε τις σχετικές παρεμβάσεις την έκανε να ανακαλύψει ότι είναι και η ίδια «νευροδιαφορετική». Πλέον, βλέπει μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη διαταραγμένη σχέση της με την τροφή και το σώμα της.



