Τον Ιανουάριο του 2023 τα τρία παιδιά της οικογένειας Clancy, η 5χρονη Cora, ο 3χρονος Dawson και ο 8 μηνών Callan, βρέθηκαν χωρίς τις αισθήσεις τους στο σπίτι τους, στα νότια της Βοστώνης. Στο πλαίσιο της έρευνας της υπόθεσης, κατηγορήθηκε για το θάνατό τους η μητέρα τους, Lindsay, 36 ετών, πρώην νοσοκόμα. Η δίκη της για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, που ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό και προβάλλεται live μέσω του YouTube, έχει προκαλέσει κύματα συζητήσεων στις ΗΠΑ.
Τα παιδιά βρήκε ο πατέρας τους, Patrick, o οποίος εντόπισε και την Lindsay στην αυλή του σπιτιού, μετά από πτώση που είχε από όροφο, καθώς είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει. Σήμερα η Lindsay είναι παράλυτη από τη μέση και κάτω.
Το βασικό ερώτημα δεν αφορά το αν η ίδια δολοφόνησε τα παιδιά της, αλλά τον βαθμό στον οποίο φέρει ποινικές ευθύνες για τις πράξεις της, αφού σύμφωνα με την υπερασπιστική γραμμή υπέφερε από επιλόχειο ψύχωση και τη στιγμή της τέλεσης των δολοφονιών βρισκόταν σε σοβαρό ψυχωτικό επεισόδιο. Η δίωξη, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι οι δολοφονίες των παιδιών ήταν προσχεδιασμένες και τελέστηκαν σε πλήρη συνείδηση.
Το βασικό ερώτημα δεν αφορά το αν η ίδια δολοφόνησε τα παιδιά της, αλλά τον βαθμό στον οποίο φέρει ποινικές ευθύνες για τις πράξεις της, αφού σύμφωνα με την υπερασπιστική γραμμή υπέφερε από επιλόχειο ψύχωση και τη στιγμή της τέλεσης των δολοφονιών βρισκόταν σε σοβαρό ψυχωτικό επεισόδιο. Η δίωξη, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι οι δολοφονίες των παιδιών ήταν προσχεδιασμένες και τελέστηκαν σε πλήρη συνείδηση.
Ο δικηγόρος της Lindsay αναφέρει ότι η κατηγορούμενη είχε μοιραστεί στο παρελθόν, με γιατρούς και με τον σύζυγό της, αυτοκτονικές σκέψεις και σκέψεις να βλάψει τα παιδιά. Στο μεταξύ, αναζητούσε στο διαδίκτυο πληροφορίες για την επιλόχειο κατάθλιψη και την αυτοκτονία. Επιπλέον, τον Οκτώβριο του 2022 είχε εκφράσει γραπτά σε προσωπικό της ημερολόγιο τις αμφιβολίες της για τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωνε τα παιδιά της. Τέλος, βρέθηκαν πολλές φαρμακευτικές ουσίες στον οργανισμό της. Η υπεράσπιση παρουσίασε, συνολικά, ένα ιστορικό επιδείνωσης της ψυχικής υγείας της μετά τη γέννηση του τρίτου παιδιού και υποστήριξε ότι παρόλο που έλαβε πολλά ψυχιατρικά φάρμακα, δεν είχε την κατάλληλη θεραπεία.
Η δίωξη, από την άλλη, παρουσίασε στοιχεία για τη συμπεριφορά της πριν από τους φόνους, όπως τις κινήσεις της εκείνη την ημέρα, μηνύματα και τηλεφωνήματά της, θέλοντας να αποδείξει ότι δεν βρισκόταν σε πλήρη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα αλλά συνέχιζε την καθημερινότητά της, ενώ, σύμφωνα με την κατηγορία, δημιούργησε τις συνθήκες ώστε να μείνει μόνη με τα παιδιά.
Αυτή την εβδομάδα αναμένονται οι τελευταίες αγορεύσεις σε μια δίκη που διαρκεί εδώ και εβδομάδες και που περιλαμβάνει καταθέσεις από τον πρώην σύζυγό της και από επαγγελματίες υγείας, μεταξύ άλλων. Η υπόθεση έχει αναζωπυρώσει το μακροχρόνιο debate σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το νομικό σύστημα αντιμετωπίζει τις ψυχικά ασθενείς μητέρες που σκοτώνουν τα παιδιά τους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι ο δικηγόρος που έχει αναλάβει την υπεράσπισή της, Kevin Reddington, είχε αναλάβει, το 1989, μια ακόμα γυναίκα, την Therese Rogers, η οποία είχε κατηγορηθεί ότι είχε δολοφονήσει τον σύντροφό της στον ύπνο του. Η υπερασπιστική γραμμή του, τότε, ήταν ότι η ψυχική υγεία της είχε επιβαρυνθεί σημαντικά μετά από χρόνια κακοποίησης. Η Rogers είχε απαλλαχθεί τελικά από τις κατηγορίες, με την υπόθεση να γράφει ιστορία για το λεγόμενο «σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας», «battered woman’s syndrome» (BWS), στο οποίο είχε βασιστεί ο Reddington.
Tο BWS προσδιορίζει μια σειρά από συμπτώματα που εκδηλώνει μια γυναίκα, η οποία έχει υποστεί συστηματική βία -ψυχολογική, σωματική ή σεξουαλική- από τον (συνήθως) άντρα σύντροφό της. Υπάρχει και η εκδοχή του συνδρόμου κακοποιημένου ατόμου, χωρίς τον περιορισμό του φύλου. Παρόλο που μελετήθηκε αρχικά από την ψυχολόγο Lenore E. Walker για να εξηγήσει το γιατί κάποιες γυναίκες παραμένουν σε κακοποιητικές σχέσεις, συχνά χρησιμοποιείται σε δικαστικές υποθέσεις. Το BWS μπορεί να αποτελεί υποκατηγορία της διαταραχής του μετατραυματικού στρες (PTSD).
Φυσικά η υπόθεση της Clancy είναι αρκετά διαφορετική, αλλά υπάρχει ένα σημαντικό κοινό: δεκαετίες αργότερα, ο ίδιος δικηγόρος ζητάει από ένα δικαστήριο της Μασαχουσέτης, πέρα από τα γεγονότα, να συνυπολογίσει και την ψυχική κατάσταση της πελάτισσάς του.



