Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 μια σημαντική αλλά αθόρυβη αλλαγή συντελέστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, από το 1960 έως το 1975 το ποσοστό του πληθυσμού που χαρακτηριζόταν ιατρικά παχύσαρκο ήταν περίπου σταθερό και πάντα κάτω από 15%. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1990, το ποσοστό αυτό έφτασε στο 23,2%, ενώ το 2000 στο 30,5%, με συνεχή άνοδο έκτοτε.
Εάν θεωρήσουμε ότι το βάρος αντανακλά τη δύναμη της θέλησης του ατόμου, τότε ο πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών -αλλά όχι μόνο, καθώς αυτή η τάση επαληθεύεται και σε άλλα κράτη που εφαρμόζουν στατιστική καταγραφή- αποφάσισε μαζικά να παραιτηθεί από τις ευκολίες που προσφέρει ένα πιο ανάλαφρο κορμί και να αγαπήσει τη βαρύτητα. Συμβαίνουν περίεργα πράγματα στον κόσμο, ωστόσο η υπόθεση ότι οι άνθρωποι ξαφνικά, σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, και στα δύο φύλα, έχασαν την επιθυμία να διατηρούν ένα φυσιολογικό βάρος είναι εντελώς παράλογη.
Οι αιτίες που οδήγησαν σε αυτή τη μετατόπιση, σε σημαντικό βαθμό, ανιχνεύονται στη βιομηχανία των τροφίμων, δηλαδή την κατασκευή υπερεπεξεργασμένων προϊόντων, που επιπλέον έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την αύξηση της κατανάλωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις τον Ιούνιο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η Επιτροπή Δημόσιας Υγείας έβαλε στο στόχαστρο τα καπνικά προϊόντα, το αλκοόλ και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα ως συνυπεύθυνα για την καρδιαγγειακή υγεία.
Παρεμπιπτόντως, ίσως φαίνεται παράδοξο, όμως η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου συντελεί στη μείωση του βάρους, όχι στην αύξηση. Τα περισσότερα χρήματα δεν αγοράζουν περισσότερο φαγητό, αλλά καλύτερης ποιότητας φαγητό. Περίπου ίδια ποσότητα τρώμε όλοι, αλλά τι τρώμε; Δεν παχαίνει ποτέ κανείς από μπριζόλα rib-eye και σολομό. Παχαίνει από τις σοκολάτες, τις κατεψυγμένες πίτσες και τα πατατάκια. Η παχυσαρκία είναι ταξική.
Ανεξάρτητα από τις αιτίες, για εμένα περισσότερη σημασία έχει ότι τα εκατοστά που συσσωρεύονται στους γοφούς μου δεν συνιστούν ατομική αποτυχία, όπως όλο το σύμπαν γύρω μου συνωμοτεί να με πείσει, αλλά κοινωνικό φαινόμενο. Γινόμαστε όλοι πιο χοντροί, γινόμαστε όλο και περισσότεροι οι χοντροί. Δεν το λέω εγώ, το λένε τα νούμερα. Σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο.

«Σούζυ, τρως. Και ψεύδεσαι, και τρως»
Εδώ ξεκινούν τα παρατράγουδα. Γιατί ενώ το πρόβλημα ξεκάθαρα δεν πηγάζει αποκλειστικά από το άτομο ως μονάδα, η πίεση για τη λύση του εφαρμόζεται αποκλειστικά στο άτομο ως μονάδα.
Η δική μου εμπειρία ως χοντρής (αρνούμαι να χρησιμοποιήσω άλλη λέξη, να με συγχωρείτε, γιατί οι λέξεις δεν μου φταίνε σε τίποτα) ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια. Εκτοτε δεν έχω συναντήσει ούτε έναν ομοιοπαθή ούτε μία ομοιοπαθούσα χωρίς ντοκτορά στο αδυνάτισμα. Δίαιτες, μέθοδοι, ινστιτούτα, σκευάσματα, γυμναστικές, διατροφολόγοι, ενδοκρινολόγοι, βελονισμός, μαντζούνια, προσευχή και όλα τα ενδιάμεσα. Τα ξέρουμε. Θέλουμε. Δεν μπορούμε.
Ο χοντρός λοιπόν βρίσκεται σε συμπληγάδες. Από τη μία η βιομηχανία των τροφίμων που επενδύει αμύθητα ποσά στο σχεδιασμό των προϊόντων, στη διαφήμιση, στην ελαχιστοποίηση του κόστους παραγωγής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα και τη μεγιστοποίηση της κατανάλωσης και από την άλλη η βιομηχανία του αδυνατίσματος. Η Marketdata εκτίμησε ότι το 2023 η αγορά απώλειας βάρους στις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδόν άγγιξε τα 90 δισ. δολάρια. Χρήματα που κατά συντριπτικό ποσοστό βασίζονται στην ατομική ευθύνη. Οπότε, όπως και να το κάνουμε, βολεύει να φταίει.
Υπάρχει πράγματι το ερώτημα αν η βούληση του ατόμου παίζει τόσο ρόλο στο βάρος του, τότε γιατί δεν είναι όλοι παχύσαρκοι; Καταρχάς, όταν το 2018 ξεκίνησε η διάθεση του Ozempic στις ΗΠΑ, το ποσοστό του πληθυσμού που χαρακτηριζόταν ιατρικά παχύσαρκο έφτανε στο αστρονομικό 42,4%. Σχεδόν ένας στους δύο.
Κατά δεύτερον, η απάντηση θα μπορούσε να βρίσκεται στη βιολογία. Εάν ήμασταν χοντροί εξαιτίας συμπεριφορικών αιτιών, δεν θα αδυνατίζαμε με ενέσιμα φάρμακα που μιμούνται ορμόνες του εντέρου, έτσι δεν είναι; Αλλά και πάλι, υπάρχει μομφή, δεν γλιτώνεις.
Τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας των σκευασμάτων, εξάλλου, κυριάρχησε ο επικριτικός χαρακτηρισμός «Ozempic face» για όποιον τολμούσε να επωφεληθεί από αυτά. Το άτομο οφείλει να υποφέρει, ένας θεός ξέρει γιατί.
«Ηταν ψηλός, μετρίου αναστήματος, παχουλός πολύ, προς το αδύνατο»
Μέσα σε αυτό το ταραχώδες πλαίσιο στριμώχνονται δύο ακόμη παράμετροι. Το κίνημα του body positivity και η πραγματική υγεία.
Είναι απολύτως λογική η αντίδραση των ανθρώπων που έχουν παντρευτεί τη ζυγαριά να απαιτούν στοιχειώδη σεβασμό. Οι άμεσες ή έμμεσες φυσιολογικές αιτίες της παχυσαρκίας εξάλλου θα έπρεπε να το επιβάλλουν: θεραπείες γονιμότητας, εμμηνόπαυση, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, διαβήτης, θυρεοειδής, ψυχική υγεία, εργασιακές συνθήκες και πόσα άλλα για τα οποία κανείς δεν μας ενημερώνει, ούτε απαιτείται η έγκρισή μας.
Θα πω βεβαίως ότι δεν κάνουν οι λέξεις τη διαφορά, αλλά η εκφορά τους. Ομως, επίσης, μερικές φορές απλά περιττεύει ολοσχερώς η γνώμη μας.
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι το γιατί. Γιατί να θέλει κάποιος να διατηρεί ένα ιατρικά φυσιολογικό βάρος. Τονίζω το «ιατρικά» επειδή ο καθρέφτης δεν είναι αντικειμενικός κριτής. Πολλές φορές, ούτε καν οι αγαπημένοι μας. Μιλώντας ως παθούσα, θα αναφέρω πρώτα την ποιότητα ζωής. Τους χορούς στις συναυλίες, το σκαρφάλωμα στα βουνά, το περπάτημα με τον σκύλο, τα συγκαμένα μου μπούτια, την αναπνοή που δεν βαστάει μέχρι το τέλος της σκάλας. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιο σοβαρό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συγκαταλέγει την παχυσαρκία στις χρόνιες, υποτροπιάζουσες νόσους. Αποτελεί επιστημονικά αποδεδειγμένα παράγοντα κινδύνου για δεκατρείς μορφές καρκίνου, στεφανιαία νόσο και εγκεφαλικό. Θα πάθουν όλοι οι χοντροί εγκεφαλικό; Οχι, φυσικά. Ομως, γιατί να παίζεις με τις πιθανότητες; Οπότε, από τη μια, αγάπα τον πλησίον και μην τον κοροϊδεύεις για το πρόβλημά του και, από την άλλη, αγάπα τον εαυτό σου και μην τον κοροϊδεύεις ότι όλα πάνε καλά. Αλλά δεν φταις. ΔΕΝ ΦΤΑΙΣ.



