Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Συναντώ τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στην Πειραιώς 260, ένα πολύ ζεστό απόγευμα στη μέση του καλοκαιριού. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός χαιρετά ένα-ένα τα παιδιά που δουλεύουν για το Φεστιβάλ, στην υποδοχή, στην καθαριότητα, τους τεχνικούς, τους ηθοποιούς, κάθε λογής συντελεστή. Αεικίνητος, παρασύρει τον φωτογράφο μας, Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο, από τον κήπο και το τροχόσπιτο του Σωκράτη Σωκράτους, που επέστρεψε σε όλο του το μεγαλείο, στην πίσω μεριά των κτιρίων, στην πλατεία με τα μεγάλα τραπέζια και το δάσος, στις κρυφές γωνιές των εγκαταστάσεων. Στο διάβα του, μαζεύει καλώδια, ισιώνει τραπέζια, συμμαζεύει, ενεργοποιεί αόρατες συνδέσεις: Δεν μπορώ παρά να τον παρατηρώ με θαυμασμό. Είμαι, εξάλλου, ανερυθρίαστα μεγάλη του θαυμάστρια. Οι παραστάσεις του στα τέλη των 90s και τις αρχές των 00ς με διαμόρφωσαν ως θεατή, μου άνοιξαν παράθυρα και μονοπάτια σε άλλες θεατρικές κουλτούρες. Τον βλέπω να ελίσσεται στο χώρο και σκέφτομαι τον «Εθνικό Ύμνο» και το «Ρομέο και Ιουλιέτα, η τρίτη μνήμη», το «2004», το «Insenso», που σκηνοθέτησε το 2012 σε έναν χώρο πίσω από το Φεστιβάλ που δεν υφίσταται πια, τις «Τρωάδες», τις «Κομμώτριες/Μεταπολίτευση».
Θυμάμαι ότι τον γνώρισα το 2014 όταν υποδύθηκε τον Φιλοκτήτη στην Επίδαυρο. Από τις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπων που η συνάντηση και η τριβή δεν συνοδεύτηκε από απομυθοποίηση, αντιθέτως, ο μύθος του θέριεψε περισσότερο. Μόλις καθόμαστε για να ξεκινήσουμε την κουβέντα, με αιφνιδιάζει με έναν στίχο από ένα δημοτικό τραγούδι, που του υπόσχομαι ότι θα ψάξω να το ακούσω, όπως κι εκείνος μου υπόσχεται/ανακοινώνει ότι σύντομα θα μπορώ να διαβάσω μεταφρασμένο στα ελληνικά το κείμενο του «Sleeping Fires», που παρακολούθησα στα ιαπωνικά και τόσο με εντυπωσίασε στο πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου διεκδικεί και προσδιορίζει μια σειρά μοναδικών αναμνήσεων για όσους συμμετέχουν σε αυτό: για το κοινό και για τους καλλιτέχνες, τους Έλληνες και τους διεθνείς. Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Φωτογράφος: Χαράλαμπος Γιανακόπουλος

Σπούδασες Βιολογία, με κατεύθυνση τη Νευροβιολογία, προτού στραφείς στην υποκριτική και το Θέατρο. Πώς επηρεάζει η επιστημονική σκέψη τον τρόπο με τον οποίο παρατηρείς τους συνεργάτες σου πάνω και κάτω από τη σκηνή;
Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο ταμπέλες και σπουδάζουμε πράγματα που ονομάζονται με συγκεκριμένο τρόπο. Γι’ αυτό και λέμε ότι κάποιος ξεκίνησε από τη μία περιοχή και πέρασε στην άλλη, ενώ δεν είναι ακριβώς έτσι. Ένα κομμάτι της προσέγγισής μου στην τέχνη σχετίζεται με το επιστημονικό μου υπόβαθρο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην εκπαίδευσή μου ή στον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η γνώση και οργανώνεται ένα training. Αναφέρομαι και στην ίδια τη σκηνοθετική σκέψη, στην αντίληψη, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο μπορείς, για παράδειγμα, να διακρίνεις ότι ένα δράμα είναι ταυτόχρονα χορός. Η επιστημονική σκέψη μού έχει ανοίξει πολύ σοβαρές ατραπούς. Αισθάνομαι ευγνώμων γι’ αυτό. Ξέρω ότι ξεκίνησα με ενδιαφέρον για τα πράγματα, με μια τρομακτική περιέργεια, και αυτή με οδηγούσε σε διαφορετικά μονοπάτια. Δεν χωρίζεται το ένα από το άλλο με κανέναν τρόπο. Ακόμη και μέσα στην επιστήμη, έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται καλλιτεχνικά ή φιλοσοφικά. Σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι αυτές οι κατηγορίες δεν υπάρχουν τόσο καθαρά. Ένας επιστήμονας στη σύγχρονη Φυσική, στη σύγχρονη Χημεία ή στη Βιολογία είναι ρομαντικός. Είναι ποιητής στη σκέψη. Αλλιώς δεν μπορεί να κάνει ανακάλυψη. Μιλάω, βέβαια, για τις στιγμές κατά τις οποίες τα πράγματα συντίθενται σε μια ολιστικότητα. Όλα αυτά είναι διαφορετικές πτυχές της πνευματικότητας, όσων μας συνθέτουν. Απλώς χρησιμοποιούμε διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με τη στιγμή και τη συγκεκριμένη συνθήκη.
Υπάρχει και ένα κυριολεκτικό παράδειγμα. Στο «Θησείον» είχαμε πραγματοποιήσει ένα project σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος με τον τίτλο Cultural Ecology. Ήταν ένα multidisciplinary πρόγραμμα για την πολιτιστική οικολογία και τους παράγοντες ανάπτυξης και παρακμής των δημόσιων χώρων… Υπάρχουν δημόσιοι χώροι που επιτρέπουν τη σύσταση χορών, δηλαδή μικρών κοινωνικοτήτων από αγνώστους και ανώνυμους ανθρώπους. Η ορχήστρα, άλλωστε, είναι η πλατεία του αρχαίου δράματος. Είναι το σημείο στο οποίο η ιδιωτική πράξη, αυτό που συνήθως δεν φαίνεται και συμβαίνει μέσα στο παλάτι, συναντά τη δημόσια σφαίρα, μαζί με όλες τις αντιδράσεις ή τις ταραχές που μπορεί να δημιουργήσει. Βλέπεις, λοιπόν, πόσο άμεση είναι η σχέση αυτών των δύο πραγμάτων.

Μια και αναφέρθηκες στο «Θησείον, Ένα Θέατρο για τις Τέχνες», ένα χώρο που συνδέθηκε με μια εξαιρετικά γόνιμη περίοδο του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, δεν μπορώ παρά να σε ρωτήσω τι σήμαινε για εσένα εκείνη η περίοδος, είκοσι και βάλε χρόνια πριν.
Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό αποκλειστικά με όρους ανάμνησης, γιατί βρίσκομαι ακόμη στο ίδιο σημείο. Παραμένω μέσα σε εκείνο το «εκεί» που περιγράφεις. Απλώς αυτό το «εκεί» δεν είναι χρονικά γραμμικό. Είναι σφαιρικό. Είναι σαν ένα κρεμμύδι που αναπτύσσει διαρκώς διαφορετικές επιφάνειες, χωρίς να αλλάζει το κέντρο του. Εγώ βρίσκομαι ακόμη στο ίδιο κέντρο. Αυτή είναι μια άλλη λειτουργία του χρόνου. Αναμνήσεις έχω, και μάλιστα πολλών ειδών, αλλά το σημαντικό είναι ότι πρόκειται για ένα δυναμικό σημείο το οποίο εξακολουθεί να παράγει αναμνήσεις. Αυτό που συνάντησες στο «Θησείον, Ένα Θέατρο για τις Τέχνες» ήταν η τελευταία, τότε, μεταμόρφωση ενός σχήματος που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Πριν από αυτό, είχαν προηγηθεί δέκα χρόνια στο Θέατρο Ιλίσια-Στούντιο, όπου αναταράσσαμε κυριολεκτικά τα θεμέλια του θεάτρου, δουλεύοντας στο υπόγειό του. Και εκεί είχαν συμβεί πράγματα μοναδικά και ακραία, παρότι δεν είχαν την ίδια απήχηση ή αναγνωρισιμότητα με όσα έγιναν αργότερα στο «Θησείον».

Ένας επιστήμονας στη σύγχρονη Φυσική, στη σύγχρονη Χημεία ή στη Βιολογία είναι ρομαντικός. Είναι ποιητής στη σκέψη. Αλλιώς δεν μπορεί να κάνει ανακάλυψη. Μιλάω, βέβαια, για τις στιγμές κατά τις οποίες τα πράγματα συντίθενται σε μια ολιστικότητα. Όλα αυτά είναι διαφορετικές πτυχές της πνευματικότητας, όσων μας συνθέτουν. Απλώς χρησιμοποιούμε διαφορετικές γλώσσες,

Η διαδρομή σου περιλαμβάνει τη δημιουργία παραστάσεων, την υποκριτική, τη διεύθυνση χώρων και μεγάλων πολιτιστικών διοργανώσεων, όπως η Ελευσίνα. Τι χάνει και τι κερδίζει ένας καλλιτέχνης όταν περνά από την ελευθερία της προσωπικής δημιουργίας στην ευθύνη ενός θεσμικού ρόλου;
Αναλαμβάνω έναν θεσμικό ρόλο μόνο όταν αυτός αποτελεί συνέχεια του δημιουργικού μου νήματος. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Δεν αλλάζω ρόλο. Όταν σκηνοθετούμε μια πόλη που λέγεται Ελευσίνα, ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, αλλάζω κλίμακα. Αλλάζω γλώσσα, αν θέλεις. Συνεχίζω, όμως, να ακολουθώ το ίδιο δημιουργικό νήμα. Το ίδιο ισχύει και στο Φεστιβάλ. Στην ουσία διαμορφώνεις, σκηνοθετείς, μια σειρά μοναδικών αναμνήσεων για τον θεατή. Και αυτό είναι δημιουργία.

Φωτογράφος: Χαράλαμπος Γιανακόπουλος

Περιέγραψες το Φεστιβάλ ως «χώρο εμπειρίας και μεταμόρφωσης». Τι θα ήθελες να έχει αλλάξει για τον θεατή, μέσα του, όταν επιστρέφει στο σπίτι του ύστερα από μια βραδιά στην Πειραιώς, στο Ηρώδειο ή στην Επίδαυρο;
Θα ήθελα να έχει πάρει εφόδια για το χειμώνα, για τις δύσκολες μέρες και νύχτες. Να έχει αποκτήσει ζωτικές αναμνήσεις. Και να αναρωτιέται πότε θα έρθει πάλι το καλοκαίρι για να επιστρέψει στο Φεστιβάλ. Το Φεστιβάλ έχει τη μοναδικότητα μιας εξαιρετικής παράστασης, με στοιχεία που δεν μπορείς να βρεις εύκολα αλλού. Ο όρος «φεστιβάλ» είναι λίγο παρεξηγημένος ή ίσως και λίγο καμένος. Φεστιβάλ σημαίνει γιορτή, αλλά χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη για το φεστιβάλ της πατάτας, του ψαριού, του φιστικιού ή της μαρμελάδας. Όλα αυτά είναι χαρά, ασφαλώς, αλλά η χρήση της ίδιας λέξης δημιουργεί έναν κίνδυνο ασυνείδητης παρεξήγησης. Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου διεκδικεί και προσδιορίζει μια σειρά μοναδικών αναμνήσεων για όσους συμμετέχουν σε αυτό: για το κοινό και για τους καλλιτέχνες, τους Έλληνες και τους διεθνείς. Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Εκείνο που μπορεί κάποιος να δει σε ένα φεστιβάλ, ιδανικά δεν μπορεί να το δει πουθενά αλλού. Αυτός είναι ο ρόλος του. Έρχεται με μια μοναδικότητα μη επαναλήψιμη. Ένα «τσαφ» είναι η ζωή, όποιος είδε, είδε. Λέω μερικές φορές σε φίλους: «Μην το χάσετε, γιατί θα χαθείτε». Θα μου πεις, τι έχασα εάν δεν είδα κάτι; Δεν γνωρίζεις πόσο έχασες. Μόνο εάν το δεις θα καταλάβεις πόσο θα είχες χάσει εάν δεν το είχες δει.
Ένα φεστιβάλ δεν είναι απλώς μια συλλογή καλών παραστάσεων. Είναι μια συλλογή μοναδικοτήτων. Πολλές από αυτές, ιδιαίτερα οι ελληνικές παραγωγές, δεν θα μπορούσαν να συμβούν εύκολα έξω από το πλαίσιο ενός φεστιβάλ. Δεν είναι απαραίτητα παραστάσεις που θα μπορούσαν να παιχτούν για μία ολόκληρη σεζόν. Έχουν μοναδικές συνθήκες και βαθμούς δυσκολίας που μόνο ένα φεστιβάλ μπορεί να υποθάλψει και να περιθάλψει – να περιποιηθεί την ιδιαιτερότητά τους. Το φεστιβάλ δεν είναι η συνέχιση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας που μεταφέρεται από το χειμώνα στο καλοκαίρι, ώστε να έχουμε δουλειά και το καλοκαίρι. Είναι πραγματικά το απάνθισμα μιας μοναδικότητας. Μοιάζει με έναν πάρα πολύ επιλεκτικό Άγιο Βασίλη, ο οποίος αναζητά πράγματα όλη τη χρονιά και ύστερα αδειάζει το μαγικό σάκο του στα πόδια μας. Και αυτά είναι βραχύβια: ζουν για λίγο και ύστερα, παφ, χάνονται. Δύο παραστάσεις. Όποιος πρόλαβε.

Στο φετινό πρόγραμμα συνυπάρχουν το ενδιαφέρον για τη νέα γενιά, η ενίσχυση του χορού, οι φωνές εκτός του κυρίαρχου δυτικού αφηγήματος και η επιθυμία διεθνούς εξωστρέφειας. Πώς συγκροτείται μια ενιαία καλλιτεχνική πρόταση μέσα από τόσο διαφορετικές γλώσσες, γεωγραφίες και ανάγκες;
Αυτό θα το ονομάσετε εσείς. Δεν θα το ονομάσω εγώ. Η θεωρία ακολουθεί πάντοτε την πράξη. Η εμπειρία είναι πάντα πολύ πλουσιότερη και δεν κυνηγά όρους και ορολογίες, οι οποίες είναι αναγκαστικά περιοριστικές… Το Φεστιβάλ είναι σαν ένα συμφωνικό έργο. Περιλαμβάνει έργο για όμποε, έργο για πιάνο, έργο για βιολί, έργο για φωνές, έργο για συζήτηση, έργο για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Θα σας δώσω ολόκληρη την παρτιτούρα, η οποία για μένα έχει απόλυτη ενότητα, αλλά δεν θα σας δώσω τον τίτλο αυτής της ενότητας. Είναι δικό σας θέμα να την ονομάσετε. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η συμφωνική πολυφωνία, η οποία είναι επιμελημένη. Το σύνολο έχει δουλευτεί, μαζί με τα ρίσκα και τα πειράματά του.

Είχες πει στη συνέντευξη Τύπου ότι το όραμά σου για το Φεστιβάλ θα φανεί ολοκληρωμένο σε τρία χρόνια. Εργάζεσαι, επομένως, έχοντας ένα συγκεκριμένο ορίζοντα;
Οπωσδήποτε υπάρχει ένας ορίζοντας. Για παράδειγμα, ο «Ίων» που παρουσιάζεται φέτος στο Φεστιβάλ συνδέεται με έναν άλλον «Ίωνα» που θα παρουσιαστεί το 2028 και θα σηματοδοτήσει τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Δεν υπάρχει, επομένως, μόνο το curation αυτού του συμφωνικού έργου. Υπάρχει και μια προβολή προς το μέλλον, κάτι που θα ολοκληρωθεί. Τη συνολική εικόνα του Φεστιβάλ θα μπορέσετε να την κρίνετε τότε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ήδη. Απλώς, στη συνέχεια, θα αναδειχθεί καθαρότερα. Είναι σαν να κοιτάζεις έναν έναστρο ουρανό. Κάποια στιγμή μπορείς να διακρίνεις ολόκληρο τον αστερισμό των πραγμάτων.

Φωτογράφος: Χαράλαμπος Γιανακόπουλος

Τι σε διαμορφώνει; Τι συνεχίζει να σε διαμορφώνει σήμερα;
Πολλά πράγματα. Ένα από αυτά είναι ο ενθουσιασμός που εξακολουθεί να μου δημιουργεί η τέχνη ως ένας τρόπος ερμηνείας της πραγματικότητας. Με ενθουσιάζει το γεγονός ότι η πραγματικότητα είναι πάντοτε πιο σύνθετη από τη βαριά, επίπεδη εκδοχή της, με την οποία ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι στην καθημερινότητα.
Ένα άλλο είναι οι συναντήσεις με τους ανθρώπους. Οι σχέσεις με τους συνεργάτες μου είναι πολύ στενές. Έχω συνεργάτες που βρίσκονται δίπλα μου πάρα πολλά χρόνια και θεωρώ ότι χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσα να έχω κάνει όσα έχω κάνει. Νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη. Το τρίτο είναι το γεγονός ότι μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους να χαίρονται. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Η τέχνη αποτελούσε μέσο θεραπείας ήδη στην αρχαιότητα. Το γνωρίζουμε πολύ καλά όταν πηγαίνουμε στο Θέατρο της Επιδαύρου. Το Ασκληπιείο ήταν ένα ευρύ θεραπευτήριο όλων των νοσημάτων, ψυχικών και σωματικών. Διέθετε το στάδιο για τη σωματική εκπαίδευση, το θέατρο για την ψυχική και πνευματική καλλιέργεια, το Άβατον και το Εγκοιμητήριο για τη συνάντηση με τα όνειρα. Γίνονταν ακόμη και χειρουργικές επεμβάσεις.
Όταν βλέπω σήμερα αυτές τις ορδές του κόσμου να ανεβαίνουν προς το θέατρο, σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι αυτοί, χωρίς να το γνωρίζουν, συνεχίζουν την πορεία των προσκυνητών που πήγαιναν εκεί ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. για να θεραπευθούν. Το θέατρο αποτελούσε μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Κάτι σημαίνει αυτό. Η τέχνη είναι θεραπευτική όχι μόνο για τον θεατή, αλλά και για εκείνον που συμμετέχει πιο ενεργά στη δημιουργία της. Το θέατρο ήταν ένα θεραπευτικό μηχάνημα – και μάλιστα κάτι καλύτερο από τη σημερινή τεχνολογία, γιατί δεν λειτουργούσε μόνο διαγνωστικά. Επενεργούσε ταυτόχρονα στο σώμα, στην ψυχή και στο πνεύμα.
Το να ασχολείσαι με το πώς θα κάνεις τον άλλον να αισθανθεί όμορφα έχει κάτι μοναδικό. Δεν το πετυχαίνεις πάντοτε, αλλά αυτό είναι το βέλος, αυτή είναι η κατεύθυνση. Αυτό μου αρέσει πολύ και εξακολουθεί να με διαμορφώνει. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες κάποιος έρχεται και σου λέει: «Δεν φαντάζεστε πόση χαρά μάς δώσατε». Αυτή η ανταλλαγή είναι συγκινητική. Ο άλλος υπερβαίνει ακόμη και το προσωπικό του συμφέρον για να σου προσφέρει κάτι ή για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Αυτό κάνει η τέχνη. Και αυτό είναι, τουλάχιστον, βαθιά συγκινητικό.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below