Κάθε γενιά κληρονομεί την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Το ερώτημα είναι τι αποφασίζει να δει σε αυτή. Ο Κρίστοφερ Νόλαν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή σκηνοθέτες και ο μοναδικός πλέον του οποίου το όνομα μπαίνει πριν από τον τίτλο μιας ταινίας και εγγυάται εμπορική επιτυχία, βλέπει στην «Οδύσσεια» το ιδανικό πεδίο για υπερθέαμα, μυθικές φιγούρες, δοκιμασίες και την αναμέτρηση θεών και ανθρώπων. Δεν σταματά, όμως, εκεί: η Οδύσσειά του αναρωτιέται πόσο βαρύ είναι το τίμημα του πολέμου και του ηρωισμού και προσγειώνεται στη σύγχρονη εποχή με κριτική ματιά αντί για τυφλό θαυμασμό για πολυτραγουδισμένα κατορθώματα. Όχι ότι οι περιπέτειες του Οδυσσέα δεν αντιμετωπίζονται με το αρμόζον δέος από το σκηνοθέτη.

Με τις αναμνήσεις, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις και τη διαρκή εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος, η πρόκληση της μεταφοράς του ποιήματος στο σινεμά μοιάζει σχεδόν προορισμένη για εκείνον. Συνήθως η φιλοδοξία του μετριέται με τον προϋπολογισμό και το μέγεθος της παραγωγής. Η «Οδύσσεια» τερματίζει το επιχείρημα με το κόστος των 250 εκατομμυρίων δολαρίων, τα γυρίσματα σε 6 χώρες (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας), το all-star καστ και μια θέση στην κινηματογραφική Ιστορία ως η πρώτη ταινία που γυρίζεται εξ’ολοκλήρου με κάμερες ΙΜΑΧ. Όμως στην πραγματικότητα, η φιλοδοξία του Νόλαν συνδεόταν πάντα με τις αφηγήσεις (από το «Memento» ως το «Οπενχάιμερ», οι χρονολογίες διαλύονται).

Ο ναυαγός Οδυσσέας (Matt Damon) πασχίζει να θυμηθεί το σκοπό του στο νησί της Καλυψώς (Charlize Theron), που θέλει να τον κρατήσει εκεί για πάντα. Το περιβάλλον είναι τόσο ειδυλλιακό που εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί να φύγει και να επιστρέψει σε μια αναμφίβολα αγχωτική καθημερινότητα, αλλά ο νόστος είναι πιο ισχυρός κι από τα ζυγωματικά μιας πανέμορφης, clingy νύμφης. Παράλληλα, στο παλάτι του στην Ιθάκη, η γυναίκα του, Πηνελόπη (Anne Hathaway), καρτερεί υπομονετικά την επιστροφή του ενώ καραδοκούν και μηχανορραφούν δεκάδες μνηστήρες που έχουν βάλει στο μάτι το θρόνο του.

Φλασμπάκ αποκαλύπτουν τον καθοριστικό ρόλο του Οδυσσέα στην πτώση της Τροίας και στον πόλεμο που ακολούθησε, αλλά και την πολύπαθη και επικίνδυνη δοκιμασία (μακάρι να υπήρχε μια λέξη γι’αυτό) εκείνου και των συντρόφων του στο δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα τους. Ο Νόλαν βγαίνει στον πηγαιμό για την Ιθάκη επιστρατεύοντας όλη τη μαεστρία του επιτελείου για να δώσει σάρκα και οστά στις πιο εμβληματικές στιγμές αυτής της περιπλάνησης, με τη χρήση πρακτικών εφέ και ανατριχιαστική, συχνά τρομακτική ατμόσφαιρα. Οι σταθμοί είναι γνωστοί: η απόδραση από τη σπηλιά του κύκλωπα Πολύφημου (σκιές, κλειστοφοβία και gore), η συνάντηση με τη μάγισσα Κίρκη (συγκλονιστική η Samantha Morton) που μετατρέπει τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια (ασύλληπτο το ότι η σεκάνς είναι «χειροποίητη» και όχι CGI), η γεμάτη αδυσώπητα πνεύματα Νέκυια (με σαφή αναφορά στους θρυλικούς σκελετούς του Ray Harryhausen), οι επιθετικοί Λαιστρυγόνες και οι σαγηνευτικές Σειρήνες.
Ωστόσο, η εμμονή του Νόλαν με το ρεαλισμό ακόμα και στην πιο φανταστική ιστορία με την οποία έχει καταπιαστεί ποτέ, υπονομεύει την αισθητική αξία αυτών των επεισοδίων, που έχουν αποτελέσει τη βάση για την εφεύρεση και την εξέλιξη του είδους της φαντασίας μέχρι και σήμερα. Στα χέρια του είναι τεχνικά άρτια και ατμοσφαιρικά, αλλά και λίγο πεζά. Μπροστά στις θαυμάσια παράξενες αντιλήψεις της αρχαιότητας για τον κόσμο, οι ραδιουργίες του παλατιού τον ενδιαφέρουν περισσότερο.

Ως λάτρης της μη γραμμικής αφήγησης και της ανατροπής, ο Νόλαν βρίσκει το βιότοπό του στην «Οδύσσεια», αλλά δεν τιθασεύει πάντα τη δομή, με αποτέλεσμα να φρενάρει το momentum και το συναίσθημα σε κρίσιμες στιγμές. Τους περιορισμούς αντισταθμίζουν οι υποδειγματικές ερμηνείες, από τον ενδοσκοπικό Damon ως την ακέραιη Hathaway (στην οποία ανήκει η ατάκα «είμαστε ο πιο σπουδαίος πολιτισμός που έχει δει ποτέ ο κόσμος», κρίμα που θα τη χάσουν οι υπέρμαχοι της ίδιας ιδέας που είναι απασχολημένοι με το μποϊκοτάζ της ταινίας) και από τον πανούργο Αντίνοο του Robert Pattinson μέχρι την ανθρώπινη θεά Αθηνά της Ζendaya. Εδώ οι γυναίκες, θεϊκής, μυθικής ή θνητής προέλευσης, είναι σύμβολα και καταλύτες (σαν την Ωραία Ελένη και την Κλυταιμνήστρα, που αμφότερες τις υποδύεται η Lupita Nyong’o σε ένα πέρασμα τόσο σύντομο που ελάχιστα προλαβαίνουν να αφήσουν το αποτύπωμά τους.) Ακόμη και όταν οι γυναικείες μορφές του έπους παραμένουν υπαινικτικές παρουσίες, η ταινία τις χρησιμοποιεί για να φωτίσει όχι μόνο την περιπλάνηση του Οδυσσέα, αλλά και τον κόσμο στον οποίο επιστρέφει.
Και αυτός ο κόσμος είναι ίσως το πιο τολμηρό σημείο της διασκευής του Νόλαν.
Αμφιλεγόμενες αποφάσεις σαν την σχεδόν παντελή απουσία των θεών αποκρυσταλλώνονται στο τελευταίο μέρος της ταινίας, στο οποίο φανερώνεται η πραγματική της δύναμη – και η αφηγηματική της ύβρις. Ο Nόλαν αναθεωρεί μια θεμελιώδη διάσταση του έπους: χωρίς τη θεϊκή παρέμβαση, ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντι στο βάρος των επιλογών του και στη συνειδητοποίηση των ορίων του. Υπό αυτό το πρίσμα, η «Οδύσσεια» παίρνει τη σκυτάλη από το «Οπενχάιμερ», βάζοντας σε ψυχολογικό πλαίσιο τις καταστροφές (υπάρχουν σκηνές σε άμεσο διάλογο ανάμεσα στις δύο ταινίες) και δίνοντας ένα μοντέρνο νόημα στον Οδυσσέα σαν χαρακτήρα, απομακρύνοντάς τον από την ομηρική του υπόσταση, απογυμνώνοντάς τον από τον ηρωικό του μανδύα και υπογραμμίζοντας το τραύμα του. Δεν έχουμε ταξιδέψει με τον πολυμήχανο και εφευρετικό άντρα του μύθου, αλλά με ένα μετανιωμένο ηγέτη που παλεύει με το τίμημα αποφάσεων που μόνο εκείνος κατανοεί πλήρως.

Στην Ιθάκη επιστρέφει ως ένας πατέρας που επιθυμεί να δείξει στο γιο του, Τηλέμαχο (Tom Holland), πώς ξεχωρίζει ο άνθρωπος από τον θρύλο. Η εκδοχή αυτή παρουσιάζει έναν κόσμο όπου ο πόλεμος δεν έχει απλώς αφήσει ερείπια, αλλά έχει διαβρώσει τον ίδιο τον πολιτισμό που υποτίθεται πως υπερασπίστηκε. Ο θρήνος για τις βαρβαρότητες που αμαυρώνουν τις αξίες που συγκροτούν μια κοινωνία θα ταίριαζε σε κάθε εποχή, πόσο μάλλον στη σημερινή. Τελικά, το κίνητρο του Νόλαν δεν είναι τόσο να ξαναπεί την ιστορία του Οδυσσέα, όσο να αναρωτηθεί ποιος έχει το δικαίωμα να την αφηγηθεί. Πολλούς αιώνες μετά τον Όμηρο, το μιούζικαλ «Hamilton» έθεσε ένα συγγενικό ερώτημα: «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, ποιος αφηγείται την ιστορία σου;» Η «Οδύσσεια» του Νόλαν απαντά πως η ιστορία μπορεί να μας κάνει αθάνατους, όχι όμως απαραίτητα να μας δικαιώσει.



