Οι πορείες των γυναικών που στη μέση ηλικία επανεφηύραν τον εαυτό τους και ήρθαν πιο κοντά στις αληθινές τους επιθυμίες είναι οι αγαπημένες μου ιστορίες με happy end. Oπως παλιά έβλεπα έργα με ζευγάρια που στο τέλος παντρεύονταν, τώρα απολαμβάνω να θαυμάζω εκείνες που στο τέλος της αναπαραγωγικής τους ζωής κάνουν μια καινούρια αρχή.
Η Αριάννα Χάφινγκτον ίδρυσε τη HuffPost στα 54 της και 11 χρόνια μετά την άφησε για να λανσάρει την εταιρεία τεχνολογίας Thrive Global. Η Μπρουκ Σιλντς δημιούργησε στα 59 της την πρώτη της επιχείρηση, την Commence, για την περιποίηση των μαλλιών μετά τα 40. Η Ντόνα Κάραν στα 66 της εγκατέλειψε το brand με το όνομά της και αφιερώθηκε στην εταιρεία υγιεινού στυλ ζωής Urban Zen. Η Πάμελα Aντερσον έκανε κυριολεκτικά rebranding μετά τα 50 της: αποποιήθηκε το στυλ του «Baywatch», έπαιξε στο Μπροντγουέι, σε ντοκιμαντέρ του Netflix και σε ανεξάρτητη ταινία της Τζία Κόπολα.
Δεν χρειάζεται να είσαι δικτυωμένος για να κάνεις επανεκκίνηση. Ολο και περισσότερες γυναίκες της διπλανής πόρτας ξεκινούν μια καινούρια καριέρα μετά τη σύνταξη, κάνουν το χόμπι τους επάγγελμα, αρχίζουν να πουλάνε κεριά στο Ιντερνετ ή επιστρέφουν στα θρανία.
Στον αντίποδα του ηλικιακού ρατσισμού, το rebranding στη μέση ηλικία έχει εξελιχθεί σε ολόκληρη κουλτούρα με podcast, δημόσιες ομιλίες ενδυνάμωσης και ειδικό τμήμα στα βιβλία αυτοβοήθειας.
Αν και στο μάρκετινγκ ο όρος αναφέρεται στον επανασχεδιασμό της εξωτερικής εικόνας και της προώθησης ενός προϊόντος, στις γυναίκες χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρόπο που αφηγούνται οι ίδιες τον εαυτό τους. Η βραβευμένη Βρετανή δημοσιογράφος και συγγραφέας Πούρνα Μπελ στο βιβλίο της που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες She Wanted More ορίζει το «παλιό brand» ως την ταυτότητα που κατασκεύασαν οι κοινωνικές προσδοκίες: σύζυγος, μητέρα, φροντίστρια, νέα, ευχάριστη, ευγνώμων για όσα έχει. Το rebranding αρχίζει όταν η ηρωίδα αναρωτιέται «τι θέλω εγώ τώρα;». Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι το νέο brand που θα χτίσει. Το «θέλω περισσότερα» της Μπελ δεν σημαίνει κι άλλη δουλειά, κι άλλες υποχρεώσεις. Σημαίνει περισσότερη ελευθερία, χαρά, γενναιότητα, χώρο και έλεγχο πάνω στη ζωή. Το καινούριο πρόσωπο δεν προϋποθέτει τη διαγραφή του παρελθόντος, ούτε να γκρεμίσουμε το οικοδόμημα που χτίσαμε. Μπορεί μια γυναίκα να παραμείνει μητέρα, σύντροφος, επαγγελματίας, αλλά να πάψει να υπηρετεί αυτούς τους ρόλους όπως τους όρισαν οι άλλοι.
Μερικές επανεκκινήσεις είναι θεαματικές, υπάρχουν όμως και άλλες που συμβαίνουν αθόρυβα, όταν εκείνη βάζει για πρώτη φορά όρια, διεκδικεί προσωπικό χρόνο ή επιλέγει ποιον και τι θα φροντίζει. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει κάποια άλλη, αλλά να αποφασίσει η ίδια ποια κομμάτια του παρελθόντος της θα πάρει μαζί. Δεν είναι τυχαίο ότι η επανεκκίνηση ξεκινάει συχνά με ένα διαζύγιο, μια απόλυση, την ενηλικίωση των παιδιών ή μια απώλεια. Οσο όλα μένουν στη θέση τους, συνεχίζουμε το γνώριμο δρόμο από κεκτημένη ταχύτητα. Οταν όμως κλείνει ένας κύκλος, είτε στην επαγγελματική είτε στην προσωπική ζωή, δημιουργείται ένα κενό αέρος για να ταρακουνηθούμε και να σκεφτούμε.
Ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Ακόμη και εκείνη η ταυτότητα που δεν μας ταιριάζει πια, παραμένει καταφύγιο γιατί μέσα της ξέρουμε ποιες είμαστε, τι περιμένουν οι άλλοι από εμάς και πού ανήκουμε. Η αλλαγή δεν απειλεί μόνο μια δουλειά ή ένα γάμο, αλλά ολόκληρο το σύστημα μέσα στο οποίο μια γυναίκα έχει μάθει να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Θα την αγαπούν αν πάψει να είναι διαθέσιμη; Θα μείνουν δίπλα της αν οι νέες ανάγκες της διαταράξουν τις παλιές ισορροπίες; Θα τη θεωρήσουν εγωίστρια, αχάριστη ή γελοία που ξεκινά από την αρχή «σε αυτή την ηλικία»; Θα καταφέρει να κερδίσει αυτά που ονειρεύεται ή θα χάσει και αυτά που είχε μένοντας μετέωρη; «Φοβόμουν πολύ πριν από κάθε βήμα. Η στρατηγική μου ήταν πρώτα να κάνω τη βουτιά στα βαθιά και μετά να κοιτάζω πώς θα σωθώ», μου είπε η 50χρονη φίλη μου που άφησε το λογιστικό γραφείο για να ασχοληθεί με τη μόδα. «Οχι μόνο δεν φοβήθηκα, αλλά αν δεν το έκανα θα έσκαγα», ομολογεί η 55χρονη γιατρός μου που άλλαξε ειδικότητα.
Είτε πρόκειται για ένα πλάνο που μας πήρε πολύ χρόνο και σκέψη στην προετοιμασία, είτε για μια ασυγκράτητη ανάγκη που έπρεπε οπωσδήποτε να ικανοποιήσουμε, η διαδικασία του επαναπροσδιορισμού ξεκινάει τη στιγμή που η θέλησή μας γίνεται πιο δυνατή από το φόβο μας. Η απόφαση μπορεί να φέρει ανακούφιση και ταυτόχρονα πένθος για όσα αφήνουμε πίσω. Μια γυναίκα μπορεί να θέλει την ελευθερία της και συγχρόνως να νοσταλγεί την ασφάλεια που έχασε, να είναι βέβαιη για την επιλογή της και παρ’ όλα αυτά να τρέμει. Οχι, δεν έχει αρχίσει να τρελαίνεται, είναι απλώς το μεταβατικό στάδιο.

Τα καλύτερά μας χρόνια
Πόσο καιρό μπορεί να αντέξει κανείς χωρίς σταθερό εισόδημα; Θα αποδώσει ποτέ οικονομικά η καινούρια δραστηριότητα; Τι σημαίνει «πάλι απ’ την αρχή» όταν υπάρχει μια προηγούμενη καριέρα από πίσω; Τα ερωτήματα τη βασανίζουν και την κάνουν να αμφιβάλλει γι’ αυτό που πάει να κάνει. Ωστόσο το rebranding δεν χρειάζεται να είναι μια βουτιά στο κενό. Τις περισσότερες φορές μοιάζει με παρατεταμένη ακροβασία ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Μία από τις φίλες που τόλμησαν την αλλαγή εξηγεί ότι έμεινε έξι χρόνια στην παλιά της εργασία για οικονομικούς λόγους, ενώ παράλληλα έχτιζε τη νέα της επαγγελματική ιδιότητα. Στο μεταξύ, άφησε το γάμο της, χάνοντας μαζί και την ασφάλεια που παρέχει η παρουσία ενός συντρόφου. «Από τη στιγμή που έφυγα βρίσκομαι διαρκώς σε λειτουργία επιβίωσης». Η συναισθηματική και η οικονομική ανασφάλεια που νιώθει κανείς όταν βγει από το πλαίσιο που είχε συνηθίσει απειλούν να τινάξουν την απόφασή του στον αέρα. Γι’ αυτό η μετάβαση μπορεί να απαιτεί δύο παράλληλες δουλειές, σπουδές τα βράδια, μια δειλή απόπειρα αντί για μια ηρωική έξοδο, αποταμίευση για τις δύσκολες ώρες και τη στήριξη ανθρώπων έξω από τον παλιό μας κύκλο, οι οποίοι πιστεύουν στη νέα πορεία. Στο βιβλίο Working Identity η καθηγήτρια Οργανωσιακής Συμπεριφοράς Ερμίνια Ιμπάρα εξηγεί ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε εξαρχής ποια θέλουμε να γίνουμε. «Το νέο επαγγελματικό προφίλ διαμορφώνεται στην πορεία, καθώς δοκιμάζουμε διαφορετικές δραστηριότητες, γνωρίζουμε νέους ανθρώπους και ανακαλύπτουμε τι μας ταιριάζει». Η σταδιακή προσαρμογή, επομένως, δεν είναι έλλειψη τόλμης, αλλά ένας τρόπος να δημιουργήσει η γυναίκα το έδαφος πάνω στο οποίο θα μπορέσει να πατήσει.
Οταν πλέον κατακτήσει έναν από τους στόχους της, η αγωνίστρια βιώνει πρωτόγνωρα συναισθήματα. Η ικανοποίηση δεν προέρχεται μόνο από αυτό που πέτυχε, αλλά και από τη διαδρομή που έκανε. «Τώρα πια νιώθω ότι τα κατάφερα. Είμαι πολύ περήφανη για την επαγγελματική μου ταυτότητα γιατί την έχω στήσει εντελώς μόνη μου», είπε η 50χρονη φίλη μου. Η γιατρός μου το έζησε με πάθος: «Είμαι ενθουσιασμένη. Νιώθω σαν να είμαι ξανά 25 χρόνων». Δεν γυρίζει βέβαια πίσω ο βιολογικός χρόνος. Επιστρέφει όμως η αίσθηση της πρώτης φοράς με την περιέργεια, την προσμονή, τον ενθουσιασμό για μια δραστηριότητα που δεν έχει γίνει ακόμη ρουτίνα.
Η γυναίκα δεν αισθάνεται νεότερη επειδή έκανε μπότοξ, αλλά επειδή ξαναβρίσκει μια πλευρά της που είχε καιρό να δει. Νιώθει δημιουργική, ερωτευμένη με την προοπτική, ικανή να εκπλήξει ακόμη και τον εαυτό της. Είναι αυτή η αίσθηση της αθανασίας όχι με την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος σταμάτησε, αλλά γιατί δεν αντιμετωπίζει πια το μέλλον μετρώντας ανάποδα.
Ξαναβρίσκει την αγάπη για τη ζωή και μαζί της την εμπιστοσύνη ότι μπορεί να αρχίσει πάλι. Οπως είπε μία από τις φίλες, «στα 50 μου έχω πλέον τη δύναμη ακόμη και να ξανακάνω rebranding, αν χρειαστεί». Η μεγαλύτερη επιτυχία της αλλαγής είναι ότι δεν φέρνει μόνο έναν καινούριο ρόλο, αλλά τη βεβαιότητα ότι κανένας ρόλος δεν είναι ισόβιος.
Ετσι αλλάζει και η αφήγηση για τη μέση ηλικία. Δεν είναι πια η εποχή της παρακμής, αλλά ένα δυνατό πέρασμα προς την αυθεντικότητα, την τρυφερότητα για τον εαυτό μας και την προσωπική επανεφεύρεση. Αντί να τη βιώνουμε ως κρίση, μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε ένα συνειδητό επανασχεδιασμό της ζωής. «Καλωσορίσατε στο καλύτερο μισό της ζωής σας!» γράφει η νευροψυχιάτρος Λουάν Μπρίζενταϊν στο βιβλίο The Upgrade. Η εμμηνόπαυση, υποστηρίζει, δεν οδηγεί τη γυναίκα σε μια υποδεέστερη εκδοχή της, αλλά σε μια περίοδο μεγαλύτερης διαύγειας, συγκέντρωσης και αυτοπεποίθησης. Μετά τα 50 μειώνεται η ανάγκη να ευχαριστεί τους άλλους και δυναμώνει η βεβαιότητα για όσα έχουν πραγματική αξία. Η συμβουλή της δεν είναι να επιστρέψουμε σε εκείνες που ήμασταν, αλλά να αξιοποιήσουμε αυτή την καινούρια ελευθερία για να δούμε πιο καθαρά, να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας και να επενδύσουμε τη δύναμή μας σε όσα θέλουμε πλέον να γίνουμε.
Αν υπάρχει ένα φύλο πραγματικά εξασκημένο στο rebranding, είναι το δικό μας. Το σώμα μας αλλάζει ξανά και ξανά στο πέρασμα του χρόνου, οι ρόλοι μας πολλαπλασιάζονται, είμαστε εκπαιδευμένες να προσαρμοζόμαστε στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής. Μπορούμε να διακόψουμε την καριέρα μας, να δουλεύουμε part time, να εργαζόμαστε από το σπίτι και να θυσιάζουμε τα πάντα για να εξυπηρετούμε τις υποχρεώσεις μας.
Εχουμε μάθει να επιβιώνουμε, να κρατάμε πολλά καρπούζια μαζί, να πέφτουμε και να ξανασηκωνόμαστε χωρίς να χάνουμε τον πυρήνα μας. Δεν ξεκινάμε, λοιπόν, από το μηδέν, ξεκινάμε από δεκαετίες εξάσκησης στην αλλαγή. Οχι για να γίνουμε πιο παραγωγικές, πιο επιτυχημένες ή μία ακόμη «βελτιωμένη εκδοχή» του εαυτού μας, αλλά για να μη χαρίσουμε το καλύτερο μισό της ζωής μας σε μια ταυτότητα που δεν μας ταιριάζει πια. Καθεμία που το τολμά ανοίγει λίγο περισσότερο το δρόμο και για τις επόμενες.



