Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

«Είμαστε περισσότερο σημαντικές από τα ρούχα που φοράμε. Υπάρχουν 44 υποψήφιες γυναίκες φέτος και νιώθουμε πολύ χαρούμενες που βρισκόμαστε εδώ για να μιλήσουμε για τη δουλειά και όχι για τα φορέματά μας», δήλωσε η Ρις Γουίδερσπουν στο κόκκινο χαλί των Οσκαρ το 2015 υποστηρίζοντας το κίνημα #askhermore.

Τη στιγμή που όλος ο πλανήτης διασκέδαζε παρακολουθώντας το πιο λαμπερό πάρτι της χρονιάς, η σταρ διαμαρτυρόταν για τη σεξιστική συνήθεια των ρεπόρτερ να ρωτούν τις ηθοποιούς για την εμφάνισή τους, ενώ στους άνδρες συναδέλφους τους κάνουν ερωτήσεις για τις ταινίες τους. Σ’ ένα άλλο κόκκινο χαλί, αυτό των Καννών, το 2018 η Κέιτ Μπλάνσετ στάθηκε σιωπηλή μαζί με 82 ακόμα γυναίκες που διαμαρτύρονταν για την ανισότητα στη βιομηχανία του θεάματος. Την ίδια χρονιά, στον τελικό του U.S. Open, η ηττημένη Σερένα Γουίλιαμς κατηγόρησε τον διαιτητή για σεξισμό επειδή ήταν μαζί της πιο αυστηρός απ’ ό,τι με τους άνδρες. «Δεν θα σταματήσω να παλεύω για τα δικαιώματα των γυναικών», δήλωσε μετά τον αγώνα.

Οι φεμινίστριες που χαλάνε το κέφι, που ξενερώνουν το πάρτι και ρίχνουν τη διάθεση είναι οι γυναίκες που αντιστέκονται στην πατριαρχία. Οι φωνές που λένε την αλήθεια τους τώρα έχουν όνομα και το δικό τους εγχειρίδιο. Το «The Feminist Killjoy Handbook» της Σάρα Αχμεντ είναι ένα βιβλίο για εκείνη την αμήχανη στιγμή που μια γυναίκα τολμάει να ξεστομίσει αυτό που όλοι σκεφτόμαστε. Στο φιλικό τραπέζι όπου αρσενικοί συνδαιτυμόνες «αηδιάζουν» με την εμφάνιση μιας 60χρονης ποπ σταρ που τολμάει να βγει στη σκηνή ντυμένη σέξι. Στο meeting room όπου άνδρες με εξουσία κάνουν slutshaming αναφερόμενοι σε ισχυρές γυναίκες. Η Αχμεντ ξεκινά από μια γνώριμη φιγούρα, τη φεμινίστρια που κατηγορείται ότι «χαλάει τη χαρά των άλλων», και αντιστρέφει τους όρους. Για ποια «χαρά» μιλάμε; Αυτήν που επιτυγχάνεται όταν κάνουμε όσα περιμένει η πατριαρχία από εμάς;

Η παγίδα είναι ότι η σύστημα μας επιβάλλει αυτά που υποτίθεται ότι θα μας κάνουν ευτυχισμένους. Και έτσι η «ευτυχία» γίνεται ένα είδος πίεσης. Δηλαδή παντρέψου, κάνε παιδιά, αφομοιώσου, μη χαλάς το κλίμα, να είσαι ευχάριστη, να βοηθάς, να κάνεις υπομονή. Ο εξαναγκασμός αυτός περιγράφεται ως «happiness duty», μια «υποχρέωση ευτυχίας» που είναι η προσδοκία ότι θα γίνουμε ευτυχισμένοι αν συμμετέχουμε σε ό,τι η κοινωνία ορίζει ως καλό και σωστό.

Η killjoy φεμινίστρια σκοτώνει την ευτυχία και τη χαρά του συμβιβασμού. Οταν μια γυναίκα λέει «δεν θέλω αυτόν τον ρόλο» ή «αυτό που καθιερώνεται ως φυσιολογικό στην πραγματικότητα είναι σεξιστικό», δεν ενοχλεί απλώς επειδή διαφωνεί. Καθώς αρνείται τη διαδρομή προς το οικοδόμημα της ευτυχίας, προκαλεί αμφιβολίες και στους άλλους για τις επιλογές τους.

Ditch the witch

Η killjoy δεν είναι μια «γεροντοκόρη που γκρινιάζει για τα πάντα», αλλά μία φωνή που αποκαλύπτει ότι πολλές από τις «χαρές» πάνω στις οποίες στηρίζεται η κοινωνική ομαλότητα είναι χτισμένες στη σιωπή κάποιων άλλων. Δεν είναι μια στριμμένη που απλώς χαλάει το κέφι της ομάδας, αλλά μια γυναίκα που δείχνει ότι αυτό το κέφι συχνά υπάρχει μόνο επειδή κάποιος άλλος συμβιβάζεται. Μία παρέα μπορεί να γελά με ένα σεξιστικό αστείο, αυτή η «ωραία ατμόσφαιρα» όμως στηρίζεται στο ότι κανένα μέλος της δεν λέει πόσο προσβλητικό είναι αυτό που ακούστηκε. Αν κάποια τολμήσει να μιλήσει, όλοι θα πουν ότι εκείνη χάλασε το κλίμα. Η συγγραφέας εξηγεί ότι στην πραγματικότητα το κλίμα ήταν ήδη χαλασμένο, απλώς οι άλλοι δεν το ένιωθαν, επειδή δεν ήταν οι ίδιοι ο στόχος. Αρα η killjoy δεν καταστρέφει τη χαρά. Ουσιαστικά αποκαλύπτει ότι αυτή η χαρά ήταν χτισμένη πάνω στη σιωπή, την ανοχή ή την ταπείνωση κάποιου άλλου.

Η ιδέα ότι η γυναίκα που αποφασίζει να μιλήσει και να διαμαρτυρηθεί κάνει χαλάστρα στο πάρτι και στη χαρά γενικότερα είναι από μόνη της ύποπτη. «Οταν εκθέτεις ένα πρόβλημα, γίνεσαι εσύ το πρόβλημα». Αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή όχι μόνο της καθημερινής ζωής πολλών γυναικών, αλλά και του ίδιου του μηχανισμού με τον οποίο λειτουργεί η εξουσία. Αντί να λύσει την αδικία, μετατοπίζει την ενόχληση πάνω στη φωνή που την ονομάζει. «Οταν εκθέτεις ένα πρόβλημα, θέτεις ένα πρόβλημα», συνεχίζει η Αχμεντ. «Το πρόβλημα θα εξαφανιζόταν αν απλώς σταματούσες να μιλάς ή αν απήχες, αφού κανείς δεν θα το έθιγε». Οσο όλοι σωπαίνουν, η κατάσταση μοιάζει «ήρεμη». Τη στιγμή όμως που μια φωνή διαμαρτυρίας πει «αυτό είναι σεξιστικό» ή «αυτό είναι άδικο», η ηρεμία χαλάει. Τότε κανείς δεν απαντάει «έχει δίκιο, ας δούμε το πρόβλημα». Η αντιμετώπιση είναι «γιατί το κάνεις θέμα;», «γιατί χαλάς το κλίμα;», «γιατί είσαι τόσο δύσκολη;». Ετσι η ταραχή χρεώνεται σε εκείνη που μίλησε – όχι σε εκείνον που προκάλεσε την αναστάτωση εξαρχής.

Αυτός είναι ο μηχανισμός της εξουσίας. Η εξουσία δεν έχει ανάγκη ν’ αποδεικνύει ότι το άδικο δεν υπάρχει. Της αρκεί να μην το βλέπουμε. Οταν τελικά αποκαλυφθεί, κινητοποιείται ένα ολόκληρο σύστημα που μετατοπίζει το βάρος: από τον θύτη στο θύμα, από το σύστημα στο άτομο, από την αδικία στην «κακή ατμόσφαιρα». Η killjoy φεμινίστρια όμως αρνείται να παίξει το παιχνίδι της συγκάλυψης. Η εμπειρία δεν είναι μόνο ιδεολογική, είναι σωματική, κοινωνική, συχνά εξαντλητική. Είναι το συναίσθημα της αποξένωσης που νιώθεις όταν κάθεσαι «στο ίδιο τραπέζι αλλά σε διαφορετικούς κόσμους», επειδή ακούς κάτι ρατσιστικό ή σεξιστικό και ξαφνικά η κοινή ατμόσφαιρα δεν είναι πια κοινή. Οι άλλοι συνεχίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, εσύ όμως έχεις ήδη μετακινηθεί. Εκεί γεννιέται η killjoy. Οχι ως κάποια ηρωική επαναστάτρια, αλλά ως εκείνη που δεν μπορεί πια να προσποιείται ότι όλα είναι φυσιολογικά.

Το να σηκώνει κεφάλι ένας άνθρωπος είναι πάντα μία πράξη θάρρους γιατί φέρνει μαζί της απώλειες. Από τη στιγμή που κατονομάζεται ένα άδικο, διακόπτεται αυτομάτως η ομαλή ροή των πραγμάτων και χάνεται εκείνη η βολική θέση της γυναίκας που δεν ενοχλεί, δεν βαραίνει το κλίμα, δεν ταράζει τις ισορροπίες. Το πιο πιθανό είναι να την αποκαλούν σκύλα, αν και στην περίπτωση της Τζούλια Γκίλαρντ, της πρώτης γυναίκας πρωθυπουργού της Αυστραλίας, το υβρεολόγιο ήταν πιο πλούσιο. «Ditch the witch» (διώξτε τη μάγισσα) έλεγαν τα πλακάτ σε διαδήλωση κατά του φόρου στις εκπομπές ρύπων το 2011. Ο «λόγος της μισογυνίας» που εκφώνησε αργότερα στη Βουλή καταδεικνύοντας τον σεξισμό στην πολιτική αποτελεί ένα κομβικό σημείο του γυναικείου κινήματος.

Η συναίνεση είναι συνενοχή

Το πραγματικό κόστος της αντίδρασης δεν είναι απλώς η ένταση που προκαλεί τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά η μοναξιά που ακολουθεί (και ίσως οι χαμένες ευκαιρίες, αν μιλάμε για επαγγελματικό περιβάλλον) όταν μια γυναίκα αρνείται να προστατεύσει την ηρεμία των άλλων με τη δική της σιωπή. Η γυναίκα που μιλά παύει να είναι «εύκολη», «βολική», «καλή παρέα» και γίνεται εκείνη πάνω στην οποία μετατοπίζεται όλη η ενόχληση. Τα καλά νέα είναι ότι σε αυτή τη δύσκολη θέση κρύβεται μία αποκάλυψη γιατί, σύμφωνα με το βιβλίο, η μοναξιά δεν είναι απόλυτη.

Η φεμινίστρια που ανοίγει το δρόμο συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν κι άλλες γυναίκες που βρέθηκαν στην ίδια θέση, που ένιωσαν το ίδιο πάγωμα γύρω τους όταν αρνήθηκαν να σωπάσουν, που κατηγορήθηκαν πως χάλασαν την ατμόσφαιρα μόνο και μόνο επειδή είπαν το προφανές. Ετσι, οι killjoy παύουν να είναι οι μίζερες κακομοίρες και γίνονται μια άτυπη αδελφότητα, μια γραμμή γυναικών που αναγνωρίζουν η μία την άλλη μέσα από έναν κοινό κώδικα αξιών. Καθώς εκείνες σηκώνουν κεφάλι, ξεσκεπάζουν ένα σύστημα που θέλει το φύλο μας αόρατο, ευχάριστο και συνεργάσιμο, υποχρεώνοντας κάθε παρέκκλιση από αυτόν τον ρόλο να βαφτίζεται υπερβολή, θυμός, «woke-ism», υπερευαισθησία.

Η killjoy μάς θυμίζει ότι η ευγένεια δεν είναι πάντα αθώα, ότι η συναίνεση είναι συνενοχή και ότι, καμιά φορά, η πιο πολιτική πράξη μέσα σε ένα δωμάτιο είναι να μη γελάσεις.

Δεν χρειάζεται να πάμε στο άλλο άκρο και να γίνουμε οριζοντίως και καθέτως killjoy. Γιατί υπάρχει κι ένα άλλο είδος χαράς. Όχι η χαρά που βασίζεται στο να σωπαίνεις για να μη χαλάσεις το κλίμα, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν αναγνωρίζεις την αδικία και συναντάς ομοϊδεάτες που την αναγνωρίζουν επίσης. Οι πράξεις αντίστασης φέρνουν όχι μόνο ρήξη αλλά και σύνδεση γιατί η στιγμή που χαλάς το κλίμα μπορεί να γίνει η στιγμή που φτιάχνεις έναν άλλο κόσμο. Η killjoy μάς θυμίζει ότι η ευγένεια δεν είναι πάντα αθώα, ότι η συναίνεση είναι συνενοχή και ότι, καμιά φορά, η πιο πολιτική πράξη μέσα σε ένα δωμάτιο είναι να μη γελάσεις. Ζούμε σε μια εποχή που ζητά από τις γυναίκες να είναι ταυτόχρονα δυνατές και βολικές, ειλικρινείς αλλά όχι ενοχλητικές, πολιτικοποιημένες αλλά όχι πολύ θυμωμένες. Η killjoy έρχεται να τινάξει στον αέρα αυτά τα εξωφρενικά στάνταρ. Η γυναίκα που χαλάει τη σιωπή δεν χαλάει τη χαρά, χαλάει το ψέμα πάνω στο οποίο αυτή η χαρά είχε στηθεί.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below