Γράφει ο Λευτέρης Τρίγκας
Ο Monsieur Minimal είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που έχουν φτιάξει ένα δικό τους αστικό soundtrack. Οι περισσότεροι τον ακούν σε κάποιο νησί, σε ένα beach bar, με ανοιχτό παράθυρο στο αυτοκίνητο, σε εκείνες τις ώρες που ο ήλιος έχει αρχίσει να πέφτει και όλα μοιάζουν λίγο πιο ωραία απ’ όσο είναι. Εγώ, πάλι, τον ακούω στην Ομόνοια, ενώ κρατώ γαλακτομπούρεκο από τη «Στάνη» και βολτάρω στην οδό Αθηνάς, στην κίνηση της Σταδίου ή κάπου στην Κυψέλη, ανάμεσα σε πολυκατοικίες, μπαλκόνια, παιδικά καρότσια και εκείνη τη σκόνη της Αθήνας που κάνει τα πάντα λίγο πιο ρεαλιστικά.
Ο ίδιος γελάει με αυτή την εικόνα. «Δεν είμαι πλέον της πόλης. Μεγάλωσα κιόλας. Οι μετακινήσεις μου έχουν περιοριστεί». Μένει ψηλά στην Κυψέλη, κοντά στον περιφερειακό Γαλατσίου, σε μια περιοχή «σαν χωριό, απλώς ό,τι και να κάνεις θέλεις αυτοκίνητο». Η ζωή του δεν είναι πια εκείνη του indie-pop αγοριού που γνωρίσαμε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, που έτρωγε «Πάστα Φλώρα». Είναι η ζωή ενός πατέρα με παιδί δυόμισι ετών, του Στέργιου, που του έχει αλλάξει τη ζωή (και το πρόγραμμα).
«Ούτε καν θυμάμαι πώς ήταν πριν», λέει για την πατρότητα. «Είναι τέλεια, είναι υπέροχα, αλλά είναι και πολύ δύσκολα, ειδικά αν δεν έχεις βοήθεια». Εκείνος και η γυναίκα του δεν έχουν γονείς στη ζωή για να στηρίξουν την καθημερινότητα, οπότε η εμπειρία είναι ολοκληρωτική: όμορφη, κουραστική, απαιτητική. Η κραιπάλη και τα ξενύχτια; «Τελειώσαμε», λέει χωρίς δράμα, σχεδόν με ανακούφιση. «Και η νύχτα είναι σαν το ποδήλατο και το σεξ. Αν δεν το κάνεις, το ξεχνάς».

Υπάρχει κάτι γοητευτικό στον τρόπο που μιλά για τη νέα του ζωή: μια τεράστια ανατροπή που σε βάζει να ξαναγράψεις τον εαυτό σου από την αρχή. «Παλιά σκεφτόμουν μόνο εμένα, τη ζωή μου, τη ζωάρα μου. Τώρα έχω να σκεφτώ έναν άλλο άνθρωπο και να βρω μια ισορροπία». Στη δική του ιεραρχία, σήμερα είναι πρώτα μπαμπάς, μετά σύζυγος και μετά μουσικός. «Το σύζυγος και το μουσικός παλεύουν λίγο μεταξύ τους», λέει με χιούμορ.
Η Αθήνα τον κουράζει. Δεν τη βλέπει ως ιδανικό τόπο για να μεγαλώσει ένα παιδί και θέλει να μετακομίσει. Θέλει αυλές, φύση, σκυλιά, χώμα, ελευθερία. Στα Γιαννιτσά, απ’ όπου κατάγεται, ή στην Καλαμάτα, απ’ όπου είναι η γυναίκα του, βλέπει το παιδί να τρέχει, να χαίρεται αλλιώς. «Εδώ είναι μια συνθήκη διαμερίσματος. Δεν υπάρχει επαφή με τη φύση, με την αλάνα, με άλλα παιδιά, όπως μεγαλώσαμε εμείς». Δεν αποκλείει ούτε το Βερολίνο, μια πόλη που έχει ζήσει και αγαπήσει, γιατί τη θεωρεί πιο ανθρωποκεντρική: ποδήλατο, πάρκα, σεβασμός στον πεζό. Η Αθήνα, λέει, είναι ζούγκλα. Και ίσως αυτή η λέξη να περιγράφει καλύτερα από πολλές αναλύσεις την αστική κόπωση μιας γενιάς που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι η πόλη είναι υπόσχεση και κατέληξε να τη βιώνει σαν εμπόδιο.
Ο «Μουσικός Δείπνος», οι γυναίκες, το «Υπάρχω»
Το νέο, όγδοο άλμπουμ της δισκογραφίας του λέγεται «Μουσικός Δείπνος». Ο τίτλος παίζει με τον «Μυστικό Δείπνο», αλλά ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως δεν υπάρχει θρησκευτικός συμβολισμός. Είναι λογοπαίγνιο, αλλά και κάτι παραπάνω: ένα τραπέζι όπου παλιά τραγούδια ξανασερβίρονται αλλιώς μέσα από οκτώ γυναικείες φωνές. Μαρία Παπαγεωργίου, Ανδριάνα Μπάμπαλη, Μαρίζα Ρίζου, Νατάσα Γιανναράκη, Νεφέλη Φασούλη, Λόλα Γιαννοπούλου, Εύη Μάζη και Ερωφίλη Παναγιωταρέα.
«Ηθελα να δώσω νέα ζωή στα κομμάτια μου», λέει. «Η γυναίκα συμβολίζει την έναρξη της ζωής, δίνει ζωή, φέρνει στον κόσμο. Ήθελα να ξαναγεννηθούν τα τραγούδια». Το λέει απλά, σαν άνθρωπος που αγαπά να παρατηρεί τη μουσική του από απόσταση, να τη βλέπει να φεύγει από εκείνον και να γίνεται κάτι άλλο. «Μου αρέσει να βγαίνω από το κάδρο και να κάνω λίγο τον παρατηρητή». Δεν είναι τυχαίο. Τη μεγαλύτερη επιτυχία του, τη «Στιγμή», την έδωσε στον Δάκη. Και όταν μιλά για τον Δάκη, το κάνει με τον σεβασμό κάποιου που ξέρει ακριβώς τι σημαίνει φωνή. «Ο Δάκης είχε φωνάρα, ήταν ένας πρίγκιπας. Δεν θα μπορούσα να το ερμηνεύσω όπως εκείνος». Αυτή η γενναιοδωρία, να μη θες να κρατήσεις τα τραγούδια σου μόνο για σένα, είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του. Δεν είναι προσωποκεντρικός. Έχει το ψώνιο, όπως λέει, όχι να φανεί ο ίδιος, αλλά «να ακουστεί η μουσική του».
Στον «Μουσικό Δείπνο», το πιο τολμηρό «πιάτο» είναι το «Υπάρχω». Το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη, σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους Πυθαγόρα, είναι από αυτά που στην Ελλάδα δεν τα πειράζεις εύκολα χωρίς να περιμένεις σχόλια. Ο Monsieur Minimal, φυσικά, το πείραξε. Το μεταμόρφωσε σε ένα neo-vintage, ρυθμικό, ψυχεδελικό σχεδόν κομμάτι, με τη Μαρία Παπαγεωργίου να το ερμηνεύει σαν να έρχεται από το νέο κύμα, αλλά να έχει περάσει και από ένα υπόγειο club. Η ιδέα γεννήθηκε όταν τον κάλεσαν στο «Μουσικό Κουτί» να σκεφτεί ανατρεπτικές διασκευές, κάτι έξω από το προφίλ του. «Μου καρφώθηκε να πειράξω το “Υπάρχω”», λέει. «Ήταν στη δεύτερη φάση της καραντίνας και ήταν από τις λίγες παραγωγές που έκανα τότε και με ενθουσίασαν». Η εκδοχή του Δημήτρη Πουλικάκου στον «Δράκουλα των Εξαρχείων» τον είχε ήδη γοητεύσει. Αλλά εκείνος ήθελε να το πάει αλλού. Κυρίως γιατί, όπως λέει, ο στίχος έχει κάτι «εγωιστικό» και «πατριαρχικό». Η λύση ήταν να το δώσει σε γυναίκα. Και όχι σε οποιαδήποτε. «Ηξερα ότι ήθελα τη Μαρία Παπαγεωργίου. Στην αρχή ήταν διστακτική, αλλά μετά μπήκε στον κόσμο μου».
«Ηθελα να δώσω νέα ζωή στα κομμάτια μου. Η γυναίκα συμβολίζει την έναρξη της ζωής, δίνει ζωή, φέρνει στον κόσμο. Ήθελα να ξαναγεννηθούν τα τραγούδια. Μου καρφώθηκε να πειράξω το “Υπάρχω”. Ήταν στη δεύτερη φάση της καραντίνας και ήταν από τις λίγες παραγωγές που έκανα τότε και με ενθουσίασαν».
Η pop του έχει μνήμες από ελληνικό κινηματογράφο, soft porn soundtracks των 70s, Πλέσσα, Σπανό, Χατζηνάσιο, ανατολίτικες γραμμές, jazz αποχρώσεις, vintage πλήκτρα και μια μόνιμη επιθυμία να ακούγεται εύκολη χωρίς να είναι απλοϊκή. Ο μινιμαλισμός του, λέει, έχει πλέον και «μαξιμαλιστικές στάσεις». Θέλει ακόμα το τραγούδι να είναι καθαρό, επικοινωνιακό, popular με την καλή έννοια, αλλά επιτρέπει στον εαυτό του περισσότερες στρώσεις. Το «Minimal» μένει, αλλά δεν λειτουργεί σαν φυλακή.
Η Pop ως καταφύγιο, το AI ως απειλή
Υπάρχει μια στιγμή στη συζήτηση που ο Monsieur Minimal σταματά να είναι απλώς ο τύπος με το χιούμορ και τις ωραίες ατάκες. Μιλά για τη μουσική σαν να μιλά για ανάγκη επιβίωσης. «Αυτό που προσπαθώ να κάνω μέσα από τη μουσική μου είναι να δημιουργώ ένα καταφύγιο. Έχω πειστεί πλέον ότι δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο, ούτε η μουσική μου μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Οπότε στο καταφύγιό μου θέλω όλα να είναι υπέροχα. Θέλω να υπάρχει ελπίδα, ενθουσιασμός, ρομαντισμός. Το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα». Δεν είναι αφελής. Ως πολίτης προσπαθεί να είναι ρεαλιστής, ανθρωπιστής, συνειδητοποιημένος. Αλλά δεν θέλει η μουσική του να αναπαράγει το σκοτάδι της καθημερινότητας. Θέλει να φτιάχνει έναν χώρο όπου μπορείς να μπεις και να αναπνεύσεις. Αυτή ίσως είναι και η ουσία της δικής του pop: όχι φυγή με την έννοια της άρνησης, αλλά καταφύγιο με την έννοια της φροντίδας. Ένα τραγούδι που δεν σε κοροϊδεύει ότι όλα είναι καλά, αλλά επιμένει ότι κάτι όμορφο μπορεί ακόμα να υπάρξει.
Η οικογένεια παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτό. Έχει αφιερώσει το δίσκο «Mother E.P.» στη μητέρα του, την οποία φαντάζεται «κάπου εκεί στο Διάστημα», σαν να μπορεί η μουσική να γίνει τρόπος επικοινωνίας με τους ανθρώπους που έχουν φύγει. «Ψεκασμένο», λέει αυτοσαρκαστικά, «αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου θέλω να πιστεύω ότι κάπως μπορεί να το έχει αντιληφθεί». Η τρυφερότητα δεν τον τρομάζει. Τη φοράει χωρίς ειρωνεία. Πήρε αγάπη, λέει, άρα γιατί να μη δώσει;

Και έπειτα έρχεται η Τεχνητή Νοημοσύνη, το νέο άγχος των δημιουργών. Εκεί δεν κάνει τον ψύχραιμο. «Έχω τρομοκρατηθεί», λέει. Φίλοι του τού στέλνουν κομμάτια που έχουν περάσει από AI εργαλεία και τα αποτελέσματα τον σοκάρουν: άρτια, πειστικά, σχεδόν τρομακτικά. Δεν έχει μπει ακόμα στον πειρασμό να το δοκιμάσει ο ίδιος. «Δεν θέλω. Αν μου κόψει κι αυτή την ευχαρίστηση, τι να το κάνω μετά;». Είναι από τις πιο έντιμες απαντήσεις που μπορεί να δώσει ένας μουσικός σήμερα. Ο φόβος δεν είναι μόνο ότι η μηχανή θα γράψει καλύτερα. Είναι ότι μπορεί να μιμηθεί ακόμα και την έξαψη της δημιουργίας.
«Αν δεν δημιουργώ, νομίζω ότι είμαι νεκρός. Η στιγμή της δημιουργίας είναι σαν να πέφτει πάνω σου το φως και να σου δίνει ζωή». Την απολαμβάνει περισσότερο και από τη συναυλία. Το live έχει επικοινωνία, ενθουσιασμό, κοινό. Αλλά το να γράφεις κάτι από το μηδέν είναι αλλού. Είναι η στιγμή που ο κόσμος, έστω για λίγο, μπαίνει σε τάξη.
Αν αφαιρούσαμε τη μουσική από τη ζωή του, δεν ξέρει τι θα έμενε. Ίσως τα ταξίδια. Ίσως η φύση. Ίσως ένα βουνό, όπως λέει, όπου θα ακούει μόνο ήχους έξω από τον ανθρώπινο θόρυβο. Αλλά προς το παρόν, υπάρχει ο «Μουσικός Δείπνος», οι γυναικείες φωνές, το «Υπάρχω», το παιδί του που τραγουδάει τη «Στιγμή». Υπάρχει ένας «Monsieur» που παραμένει κύριος, αλλά δεν φοβάται να γίνει λίγο πιο μαξιμαλιστής όταν το τραγούδι το ζητά. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ωραίο με τον Monsieur Minimal: ότι δεν προσπαθεί να παραμείνει ίδιος. Κρατά την pop του καθαρή, αλλά όχι αθώα. Και σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να φωνάζουν για προσοχή, εκείνος συνεχίζει να στήνει μικρά, φωτεινά καταφύγια. «Μελωδικά, λίγο ρετρό, λίγο πονηρά, αρκετά τρυφερά». Σαν ένα δείπνο όπου οι καλεσμένοι δεν έρχονται για να επιδείξουν κάτι, αλλά για να ξαναδώσουν ζωή σε τραγούδια που νόμιζαν ότι είχαν ήδη πει την ιστορία τους.



