Ο James Holder, ο 54χρονος συνιδρυτής του fashion brand Superdry, καταδικάστηκε τον Μάιο του 2026 σε οκτώ χρόνια φυλάκισης για τον βιασμό μιας γυναίκας. Η επιζήσασα, που την περίοδο της επίθεσης ήταν υπάλληλός του σε άλλη εταιρεία του, μοιράστηκε πρόσφατα τη μαρτυρία της στο BBC, με το ψευδώνυμο Gemma.
Όπως περιγράφει η γυναίκα, μετά από ένα βράδυ με ποτά με συναδέλφους, το 2022, επέστρεφε σπίτι με το ίδιο ταξί με τον Holder, όταν έπεσε θύμα βιασμού. Λίγες μάλιστα μέρες μετά την επίθεση, επέστρεψε στο γραφείο.
Η συνεργασία τους είχαν αρχίσει στη Superdry και συνεχίστηκε στην άλλη εταιρεία, όπου συνέβη το έγκλημα. Στην αρχή δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τον εργοδότη της, για τον οποίο ισχυρίζεται ότι σχεδόν είχε «status celebrity», αλλά όταν τον ακολούθησε στη νέα εταιρεία που ίδρυσε εκείνος, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η συμπεριφορά του γινόταν όλο και πιο «ελεγκτική». Στο νέο επαγγελματικό περιβάλλον, δεν υπήρχε «κανένα περιθώριο για λάθη» και όλοι ήταν διαρκώς σε «υπερένταση»: «Σίγουρα ήταν ένας τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε εκείνος να προκαλέσει τον σεβασμό και τη συμμόρφωσή μας με την ατζέντα του».
Τον Μάιο του 2022, βγήκαν όλοι μαζί για ποτό, με μια παρέα συναδέλφων. «Στην αρχή της βραδιάς δεν συνέβαινε τίποτα αξιοσημείωτο… αλλά αργότερα μέσα στη νύχτα, η συμπεριφορά του άλλαξε, κατά κάποιον τρόπο».
Τον Μάιο του 2022, βγήκαν όλοι μαζί για ποτό, με μια παρέα συναδέλφων. «Στην αρχή της βραδιάς δεν συνέβαινε τίποτα αξιοσημείωτο… αλλά αργότερα μέσα στη νύχτα, η συμπεριφορά του άλλαξε, κατά κάποιον τρόπο».
Όταν ήρθε η ώρα να καλέσει ταξί, παρόλο που ο Holder (που είναι παντρεμένος και με δύο παιδιά) είχε καλέσει διαφορετικό όχημα, αποφάσισε ξαφνικά να μοιραστεί το ίδιο μαζί της. Και ενώ το αρχικό πλάνο ήταν να αποβιβαστεί μόνη στο σπίτι της, εκείνος την ακολούθησε.
Η μαρτυρία της λέει ότι ενώ αρχικά τον πήρε ο ύπνος στο κρεβάτι, κάποια στιγμή ξύπνησε και άρχισε να την παρενοχλεί. Όταν εκείνη αρνήθηκε να το προχωρήσουν, την τράβηξε πάνω στο κρεβάτι και τη βίασε.
Την επόμενη ημέρα, ανάμεσα στα άλλα συναισθήματα, ένιωθε φόβο για το μέλλον της καθώς ήταν εκείνος «που μου έδινε τον μισθό μου κάθε μήνα». Όταν τελικά χρειάστηκε να επιστρέψει στο γραφείο για λόγους «επιβίωσης», ο εργοδότης της τής συμπεριφερόταν «σαν να μην είχε συμβεί τίποτα».
Την επόμενη ημέρα, ανάμεσα στα άλλα συναισθήματα, ένιωθε φόβο για το μέλλον της καθώς ήταν εκείνος «που μου έδινε τον μισθό μου κάθε μήνα». Όταν τελικά χρειάστηκε να επιστρέψει στο γραφείο για λόγους «επιβίωσης», ο εργοδότης της τής συμπεριφερόταν «σαν να μην είχε συμβεί τίποτα».
Αρχικά φοβόταν να τον καταγγείλει στην αστυνομία, για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για την ίδια στην αναζήτηση εργασίας. «Αισθανόμουν ότι υπήρχε κίνδυνος να επηρεάσει τις μελλοντικές προοπτικές μου να βρω δουλειά».
Λίγες μέρες όμως αργότερα η εταιρεία οδηγήθηκε σε εκκαθάριση, κι αυτό λειτούργησε απελευθερωτικά για τη γυναίκα, καθώς αποφάσισε να καταφύγει στη Δικαιοσύνη.
Μια πρόσφατη έρευνα του κλαδικού μέσου του χώρου της μόδας Drapers έδειξε ότι η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται κοινό πρόβλημα από τους εργαζόμενους στο λιανεμπόριο. Πολλοί αναφέρουν ως δράστες προϊσταμένους τους, που ασκούσαν κάποιο είδος εξουσίας στην καριέρα τους.
«Στα περισσότερα fashion brands, οι ηγετικές θέσεις είναι ανδροκρατούμενες σε μεγάλο βαθμό, ενώ μεγάλο ποσοστό των υπαλλήλων, γυναίκες», αναφέρει η Gemma. «Έχω δει στον χώρο ένα επίπεδο συμπεριφορών μισογυνισμού».
Τώρα λοιπόν θα ήθελε να παρακινήσει και άλλες γυναίκες να μιλήσουν. «Γνωρίζω πολλές που αισθάνονται σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για ό,τι συνέβη, αλλά αυτό είναι εντελώς λάθος» πρόσθεσε, καταλήγοντας πως θα ήθελε να θυμούνται τον Holder «σαν βιαστή – γιατί αυτό είναι».



