Ερχεται λοιπόν η μέρα που γινόμαστε πενήντα και έχουμε όλα όσα η μαμά μας, ελάχιστες δεκαετίες νωρίτερα, δεν είχε καν ονειρευτεί. Μια ωραία επιδερμίδα με λιγότερες ρυτίδες, πανάδες και ό,τι άλλο κάνει ο δερματολόγος. Δυνατή αυτοπεποίθηση και αυτογνωσία που προέκυψε μετά από διάβασμα ή/και ψυχοθεραπεία. Ελευθερία, αφού τώρα πια οι παντρεμένοι έχουν ξεχωριστές παρέες. Αρκετές ερωτικές εμπειρίες ώστε να έχουμε άποψη για τη σεξουαλική ζωή. Και μια εντελώς συνειδητοποιημένη ανάγκη να αγαπάμε, να αγαπιόμαστε και να διασκεδάζουμε. Με ποιον; Εμείς, που βλέπαμε το Sex and the City σε τηλεοράσεις χωρίς HD, είμαστε η πρώτη γενιά που έχει δικαίωμα να παραμείνει ερωτικά ενεργή για όλη της τη ζωή. Δώρο ή τιμωρία, δεν ξέρουμε ακόμα, μερικές φορές ίσως και να ζηλεύουμε εκείνες που έκοβαν κοντά τα μαλλιά τους μετά τα σαράντα και γινόντουσαν μεσήλικες ντάμες με κόκκινο κραγιόν, σκουλαρίκια και μια μπιρίμπα στα χέρια.

Η Κάντας Μπούσνελ, η αληθινή Κάρι Μπράντσο, έγραψε το βιβλίο «Is there still sex and the city?» διερωτώμενη για το τι απογίνονται οι εραστές και οι φίλες όταν εμείς μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε και αλλάζουμε. Πρωταγωνίστριες είναι πέντε γυναίκες με διαφορετική οικογενειακή κατάσταση, όλες στις δεκαετίες των πενήντα και των εξήντα. Ζουν ανάμεσα στο Upper East Side του Μανχάταν και ένα κέντρο ευεξίας και ξεκούρασης στην εξοχή, το The Village, και αντιμετωπίζουν με το γάμο, το διαζύγιο, τα παιδιά, τη μοναξιά, το πένθος όμως το ένα, το θεμελιώδες που έχουν ανάγκη για να λειτουργήσουν είναι η ικανοποιητική ερωτική ζωή. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο ενώ η Paramount έχει ήδη πάρει τα δικαιώματα για την τηλεόραση. Στις ανακοινώσεις δεν γίνεται αναφορά στο καστ ή τους χαρακτήρες του Sex and the City, οπότε είναι ακόμα άγνωστο ποιες θα είναι ηρωίδες. Η Μπούσνελ θα γράψει το σενάριο του πρώτου επεισοδίου και θα είναι και παραγωγός.

«Δεν ήταν έτσι παλιότερα. Κάποτε πενήντα χρονών σήμαινε ότι ξεκινάει ο δρόμος της απόσυρσης, ότι δουλεύουμε λιγότερο, αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στα χόμπι μας, στους φίλους μας, ότι περνάμε σιγά-σιγά σε έναν πιο χαλαρό τρόπο ζωής», λέει η συγγραφέας. «Με λίγα λόγια, οι συνταξιούχοι δεν έκαναν και πολλά εκτός από το να μεγαλώνουν και να βαραίνουν. Δεν περίμενε κανείς από αυτούς να γυμναστούν, να δημιουργήσουν καινούριες επιχειρήσεις, να μετακομίσουν, να κάνουν one night stand ή να ξεκινήσουν από την αρχή τη ζωή τους. Σήμερα τα πενήντα είναι ηλικία για ξεκαθάρισμα. Οι γυναίκες συνήθως είναι παντρεμένες, έχουν παιδιά, κυνηγούν ακόμα την καριέρα τους και έχουν την ανάγκη να κοιτάζουν παραέξω. Θέλουν να κάνουν μια αλλαγή. Ομως οι επιλογές για σχέσεις είναι πολύ λιγότερο ικανοποιητικές πλέον. Τόσο που αρχικά ήθελα να ονομάσω το βιβλίο «Μεσήλικη Παράνοια». Πρέπει να καταλάβουμε ότι στο παρελθόν οι πενηντάρες δεν χρειαζόταν να μπαίνουν σε apps για γνωριμίες ούτε έπρεπε να βγάζουν τα ρούχα τους μπροστά σε ξένους. Κανείς δεν ονειρεύεται ότι τα πενήντα του θα είναι κάπως έτσι». Γιατί μπορεί να παρουσιαστούν διάφορα απρόοπτα. Οπως, ας πούμε η «σχέση-ταξί», αυτό που συμβαίνει δηλαδή όταν μια μεσήλικη σοβαρή γυναίκα τα φτιάχνει με έναν τρελαμένο εικοσάρη που κυνηγάει μεγαλύτερες. Ή η «μόνα λίζα», η αισθητική επέμβαση που συσφίγγει τον κόλπο. «Ολοι οι κανόνες του dating έχουν αλλάξει. Τα πάντα μπορεί να συμβούν, μια γυναίκα μπορεί να τα φτιάξει με έναν μεγαλύτερο άνδρα, μόνο που τώρα πια μεγαλύτερος σημαίνει 75».

Οταν όμως όλα αλλάζουν, κάτι πρέπει να παραμένει σταθερό. «Η ανάγκη για φιλίες γίνεται επιτακτική καθώς οι γυναίκες ανακαλύπτουν πάλι τον εαυτό τους. Ενα πράγμα που συνειδητοποίησα είναι ότι σε όλους έχει συμβεί κάτι κακό. Οι φίλες αποδεικνύονται ακόμη πιο σημαντικές γιατί πολλές από εμάς βρίσκονται να ζουν μόνες για πρώτη φορά μετά από χρόνια ή και για πρώτη φορά στη ζωή τους. Το να δέχεσαι όλες αυτές τις ματαιώσεις είναι σκληρό για να πούμε την αλήθεια. Το dating είναι σκληρό γιατί κανείς δεν έχει θέσει ακόμα κανόνες. Ομως, παρά τα προβλήματα, μπορεί να είναι και μια ηλικία ελευθερίας και εξερεύνησης. Είναι μια ευκαιρία να ξεκινήσουμε από την αρχή και να συστηθούμε και πάλι στον εαυτό μας».

 

Στη ζούγκλα του dating

Πώς βγαίνουμε ραντεβού με έναν άγνωστο; Τι του λέμε; Τι μας λέει; Πρέπει να το παίξουμε «δύσκολες»; Ποιος πληρώνει; Κι αν είναι νεότερος; Ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα; Είμαστε καινούριες σε αυτό το σπορ. Σε καμία εποχή πριν τη δική μας οι γυναίκες δεν βρίσκονταν μόνες στη μέση ηλικία, εκτός αν κάτι πολύ κακό τις είχε βρει. Ακόμη όμως και τότε, δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να παραμείνουν μόνες. Η γενιά μας βρίσκεται ξαφνικά με τεράστια ελευθερία κινήσεων, αμέτρητες επιλογές, χιλιάδες ανθρώπους σε απόσταση ενός κλικ και μια μόνιμη αμφιβολία αν η απόφαση που πήραμε ήταν η σωστή, αν η επιλογή που κάναμε ήταν η ιδανική. Επρεπε να παντρευτώ τον Γιώργο ή θα έβρισκα καλύτερο; Να χωρίσω ή να μείνω εκεί που είμαι; Να βγω με το προφίλ Α ή μήπως με το Β; Δεν συμβαίνει μόνο σ’ εμάς, υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που βασίζεται στο να καλλιεργεί ανασφάλειες στις γυναίκες. Γιατί αν νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας δεν θα ψωνίσουμε, δεν θα καταναλώσουμε – σε κάθε επίπεδο. Ούτε περισσότερα ρούχα, ούτε επιπλέον καλλυντικά, ούτε θα μπούμε στο app των ραντεβού – θα προτιμήσουμε να βγούμε στον αληθινό κόσμο.

Αλλά και ο γάμος έχει αλλάξει. Παλιότερα παντρευόμασταν μια φορά στη ζωή μας. Αν δεν ήμασταν ευτυχισμένοι περιμέναμε κάποιος να πεθάνει, ή εμείς ή ο άλλος. Σήμερα χωρίζουμε όχι επειδή είμαστε δυστυχισμένοι αλλά επειδή θα μπορούσαμε να είμαστε πιο ευτυχισμένοι. Κάναμε σεξ κυρίως για αναπαραγωγή και ήταν συζυγικό καθήκον της γυναίκας να το προσφέρει. Κανείς δεν τη ρωτούσε αν το ήθελε ή αν της άρεσε. Είμαστε η πρώτη γενιά που μιλάει για οργασμό, ηδονή, σεξουαλικότητα, ερωτική ενέργεια – ούτε καν οι γονείς μας δεν μπορούσαν να φανταστούν μια τέτοια εξέλιξη. Τώρα πια δεν ζευγαρώνουμε για να μείνουμε έγκυες αλλά για να επικοινωνήσουμε ερωτικά. Η σύνδεση αυτή είναι τόσο σημαντική ώστε η ευτυχία του γάμου σήμερα εξαρτάται από τη σεξουαλική ικανοποίηση. «Αυτό που θέλουμε να μοιραστούμε με το σεξ δεν είναι το σώμα μας αλλά τα όνειρα, τους φόβους, τις αγωνίες», λέει η ψυχοθεραπεύτρια Εστερ Περέλ. «Δεν ανταλλάσσουμε υγρά, καταθέτουμε την εσωτερική μας ζωή. Και όταν την αποκαλύψουμε θέλουμε να νιώθουμε ότι ο άλλος νοιάζεται γι’ αυτό που είμαστε, γι’ αυτό που έχουμε μέσα μας. Γιατί όταν μοιραζόμαστε αυτό που κουβαλάμε, τότε αποκτά νόημα. Γιατί έτσι θα μπορέσουμε να υπερβούμε τη μοναξιά της ύπαρξής μας».

Το σεξ ποτέ δεν ήταν μόνο σαρκικό, όμως καθώς μεγαλώνουμε στρεφόμαστε περισσότερο στην ουσία και αφήνουμε το περιτύλιγμα. Εκτός του ότι η συσκευασία δεν είναι πλέον ανταγωνιστική, με τους όρους της αγοράς, μας ενδιαφέρει και λιγότερο από την ψυχική σύνδεση. Ωστόσο συμβαίνει κάτι που δεν είχαμε προβλέψει. Οταν ψάχνουμε την αδελφή ψυχή, αυτόν τον μικρό θεό με τον οποίο θα μοιραστούμε το νόημα της ύπαρξής μας και θα επικοινωνούμε απόλυτα, αποδίδουμε στις ερωτικές επαφές ιδιότητες που αφορούν την πνευματική ζωή. Ο συγκερασμός του ερωτικού με το θρησκευτικό στοιχείο φορτώνει τη σχέση και όποιον βρεθεί μέσα σε αυτή με μεταφυσικές προσδοκίες. Ποιος άνθρωπος μπορεί να ανταποκριθεί; Πρέπει να τον εντοπίσουμε. Και πού θα βρούμε τον σύντροφο-είδωλο που θ’ αλλάξει τον κόσμο μας; Κάπου μέσα στα social και τα apps.

Το οξύμωρο είναι πως ενώ έχουμε μια τόσο πνευματική ανάγκη, τελικά καταλήγουμε σε ένα καταναλωτικό σκρολάρισμα. Και κάπως έτσι εξηγείται η ρευστότητα των σχέσεων για την οποία όλοι παραπονιούνται σήμερα. «Οι άνθρωποι δημιουργούν μια υποτυπώδη σύνδεση, ίσα-ίσα για να μη νιώθουν μοναξιά. Αλλά χωρίς περισσότερη δέσμευση για να μη θυσιάσουν την ελευθερία τους. “Σταθερή ασάφεια” είναι ο ιδανικός όρος γι’ αυτές τις σχέσεις. Αρκετά ασαφείς ώστε να μην περιορίζουν και αρκετά παγιωμένες ώστε να προσφέρουν ασφάλεια. Ghosting, icing, simmering οι πιο συνηθισμένες λέξεις για να εξηγήσουμε τι απέγινε εκείνος ο τύπος. Εξαφανίστηκε σαν φάντασμα, φέρεται ψυχρά σαν πάγος ή μας κρατάει σε χαμηλή θερμοκρασία για αναπληρωματικές. Εντάξει, δεν είναι πάντα έτσι, μερικές φορές προκύπτουν σημαντικές γνωριμίες μέσα από το Ιντερνετ, όμως οι περισσότερες μένουν στο επίπεδο του φασόν. Σαν να τσιμπολογάμε όλη μέρα αντί να φάμε ένα κανονικό γεύμα». Στην πραγματικότητα, το μόνο που θέλουμε να πούμε, σε κάθε ηλικία, είναι η φράση της Τζούλια Ρόμπερτς στον Χιου Γκραντ του Νότινγκ Χιλ: «Είμαι μόνο ένα κορίτσι που στέκεται μπροστά σ’ ένα αγόρι ζητώντας του να το αγαπήσει».