Στις 31 Μαρτίου του 2026 θα γίνω 42 χρονών. Ακριβώς δύο μέρες μετά, το πρώτο μου βιβλίο, ένα μυθιστόρημα φαντασίας για την Κλυταιμνήστρα και τη Λαίδη Μάκμπεθ, θα κυκλοφορήσει στον κόσμο. Και κάθε φορά που βλέπω λίστες στο Ίντερνετ του στυλ «μέχρι τα 30 πρέπει να έχεις πετύχει χ, ψ, ω», πεθαίνω λίγο μέσα μου. Όχι για μένα. Και σίγουρα όχι για την Κλυταιμνήστρα και τη Λαίδη Μάκμπεθ. Αλλά για όλες τις γυναίκες εκεί έξω που ζουν με ένα αέναο εσωτερικό τικ τακ που εντέλει τις πείθει πως τα όνειρά τους έχουν ημερομηνία λήξεως.
Πέρα από τον εγγενή μισογυνισμό στις εν λόγω λίστες (για κάποιο μυστήριο λόγο κανείς δεν περιμένει από έναν άντρα να έχει κατακτήσει την απόλυτη επιτυχία πριν τα 40), το μεγαλύτερό μου πρόβλημα είναι πως αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο που πρέπει να οδηγήσει σε συγκεκριμένο προορισμό – οποιαδήποτε παράκαμψη σημαίνει πως «χάνουμε χρόνο», λες και είμαστε σε αγώνα δρόμου με τον ιδανικό εαυτό μας και δεν μπορούμε ποτέ να τον φτάσουμε. Όμως τα όνειρά μας, οι στόχοι μας, δεν λειτουργούν έτσι. Δεν είναι μπογιές που θα ξεθωριάσουν μετά από παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο. Αντίθετα, κάποια όνειρα δυναμώνουν και γίνονται πιο ζωντανά με το πέρασμα του χρόνου, καθώς γινόμαστε κι εμείς πιο ώριμοι και γενναίοι να τα ακολουθήσουμε. Γιατί ναι, πρέπει να τα ακολουθήσουμε.
Ακόμα και μετά τα 30, τα 40 ή τα 50.
Η αυτοπραγμάτωση χρόνια δεν κοιτά
Στη δική μου περίπτωση, τα όνειρά μου είχαν πάντα τη μορφή λέξεων, σελίδων, λογοτεχνικών χαρακτήρων. Ήξερα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας από 7 χρονών, και πληρώνομαι με τη λέξη από 19 χρονών, αλλά δεν ήταν μέχρι το 2020 που βρήκα το κουράγιο να γράψω κάτι παραπάνω από αυτοσαρκαστικά άρθρα και συνεντεύξεις σε περιοδικά. (Ήμουν απασχολημένη με τη μανιοκατάθλιψή μου που δεν με άφηνε να πιστέψω πως η ζωή και η τέχνη έχουν νόημα και πως το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να είμαι μπλαζέ ενδιάμεσα.) Στα 36 μου τότε, ένιωθα από πολλές απόψεις ότι μόλις ξεκινάω, αλλά γύρω μου έβλεπα ολοένα και νεότερες κορασίδες που μόλις είχαν τελειώσει το σχολείο/ξεκινήσει τις σπουδές τους να αγχώνονται πως δεν έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους και πως αν δεν γίνουν διάσημοι συγγραφείς νέες, οι πιθανότητές τους να τα «καταφέρουν» στον κλάδο μειώνονταν δραματικά. Το θλιβερό είναι πως δεν είχαν ολότελα άδικο: το τοπίο της λογοτεχνίας έχει αλλάξει δραστικά τα τελευταία χρόνια, μεταμορφώνοντας το concept «συγγραφέας» από έναν ερημίτη απροσδιορίστου ηλικίας σε μια cool διαδικτυακή περσόνα που πρέπει να δείχνει φρέσκια για να προμοτάρει τη δουλειά της.
Και η αλήθεια είναι πως οι πιθανότητες δεν ήταν ποτέ με το μέρος μου. Όχι πια κορασίδα, plus size (ναι, δυστυχώς κι αυτό παίζει ρόλο στο πώς μας αντιμετωπίζει ο αλγόριθμος τελευταία) και με τα αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα μου, το να βρω εκδοτικούς οίκους στο εξωτερικό που θα ήθελαν να δημοσιεύσουν τη δουλειά μου ήταν εξίσου πιθανό όσο το να με σταματήσει κάποιος στο δρόμο καθώς περπατάω και να μου προτείνει ρόλο σε χολιγουντιανή ταινία. Δηλαδή, όχι και πάρα πολύ. Μου πήρε τέσσερα χρόνια δουλειάς και δακρύων για να μάθω τη βιομηχανία απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, να βρω λογοτεχνικό πράκτορα και να γράψω τέσσερα μυθιστορήματα, μέχρι να βρεθεί το ένα στο οποίο οι επιμελητές είπαν επιτέλους το «ναι», αλλά τελικά συνέβη. Καθώς πληκτρολογώ αυτές τις λέξεις, το μυθιστόρημά μου Vile Lady Villains έχει αγοραστεί από τρεις εκδοτικούς σε τρεις χώρες: τον Penguin Random House στην Αγγλία, την Hachette στην Αμερική και τις εκδόσεις Anubis στην Ελλάδα. (Θα μεταφραστεί στα ελληνικά! Κάποιος να κρατήσει τη μητέρα μου με υπογλώσσια σας παρακαλώ.)

Όχι, αυτό δεν είναι μόνο ένα άρθρο για βιβλία και εκδοτικούς οίκους, αλλά για τη σημασία του να ακολουθούμε τα όνειρά μας. Δεν έχει καμία σημασία αν το δικό σας όνειρο αφορά κάτι τελείως διαφορετικό κι αν νιώθετε πως όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται και πιο απρόσιτο. Η θέση μου παραμένει: ο χρόνος δεν είναι εχθρός μας. Και η επιστήμη φαίνεται να συμφωνεί μαζί μου. Το περιοδικό «New Ideas in Psychology» έχει δημοσιεύσει μελέτες που δείχνουν πως η αυτο-εκπλήρωση είναι μια βαθιά προσωπική εμπειρία και πως καθώς εξελισσόμαστε κατά τη διάρκεια της ζωής μας και αποκτάμε νέες εμπειρίες, οι προτεραιότητές μας μετατοπίζονται και τα όνειρά μας αποκτούν νέο νόημα, αλλά το πόσο σημαντικό είναι να τα ακολουθήσουμε δεν ξεθωριάζει ούτε εξαφανίζεται με τον χρόνο. Επίσης, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης ανακάλυψαν πως τα άτομα που βιώνουν μια ολοκληρωμένη ζωή ανέφεραν μια πιο θετική στάση απέναντι στη γήρανση. Κανένα υαλουρονικό οξύ: το να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας είναι το τρικ που πραγματικά στρώνει επιδερμίδα.
Με κάθε χρόνο που περνάει μπορεί να αποκτάμε μερικές έξτρα γραμμές έκφρασης, αποκτάμε όμως σίγουρα και περισσότερες γνώσεις, εμπειρία ζωής και τεχνογνωσία που μπορούμε να μοιραστούμε και να μεταδώσουμε σε τρίτους, βοηθώντας μας να αντλήσουμε ικανοποίηση και μια αίσθηση νοήματος απαραίτητη για να κοιμόμαστε τα βράδια και να ξυπνάμε κάθε πρωί. Αν όχι πάντα με χαμόγελο, τουλάχιστον με την επίγνωση πως είμαστε στο σωστό δρόμο.
Η ζωή χωρίς στόχους κοστίζει – και όχι μόνο σε μας
Ναι, η επιδίωξη των ονείρων μας δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Συνήθως είναι μια υπόθεση αργή, επώδυνη και εξουθενωτική, που κάνει το μαρτύριο του Σίσυφου με τον τεράστιο βράχο να μοιάζει με βόλτα στο πάρκο. Αλλά η εναλλακτική είναι ακόμα χειρότερη. Σύμφωνα με το «Journal of Personality and Social Psychology» της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, αν κρατάμε τον εαυτό μας πίσω για να αποφύγουμε τα τυχόν ρίσκα, μας αρνούμαστε την ευκαιρία να ζήσουμε μια ζωή σε αρμονία με όσα πραγματικά έχουν σημασία για μας. Αντίθετα, το να ακολουθούμε τα όνειρά μας μπορεί να μειώσει το άγχος και το στρες επειδή ασχολούμαστε με δραστηριότητες που αγαπάμε και μας δίνουν χαρά. Η διαδικασία της επιδίωξης των ονείρων μας αυτή καθαυτή μπορεί επίσης να αυξήσει την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή μας.
Ξέρω, αν είστε εν μέσω βιοπάλης, σε φάση που μετράτε τα ευρώ για να ταΐσετε την οικογένειά σας και να βγάλετε τη μέρα/το μήνα/το νοίκι, όλη αυτή η κουβέντα για την επιδίωξη των ονείρων μπορεί να σας φαίνεται πρόβλημα πολυτέλειας. Πιστέψτε με, η βιοπάλη κι εγώ γνωριζόμαστε καλά, χρόνια τώρα. Αλλά η ιδέα πως το να παλεύουμε για τα όνειρά μας είναι κάτι ματαιόδοξο, πολυτελές ή εγωιστικό είναι λάθος. Η ίδια έρευνα του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης κατέληξε πως το να κυνηγάμε τα όνειρά μας είναι κάτι απαραίτητο αν θέλουμε να προφυλαχτούμε από προβλήματα ψυχικής υγείας: η αυτοπραγμάτωση αποτελεί προγνωστικό παράγοντα ψυχικής ευημερίας και καλύτερη αυτοαξιολόγηση της σωματικής μας υγείας. Και δεν είναι εγωιστικό: τα υψηλά επίπεδα αυτο-ολοκλήρωσης σχετίζονται με μια αυξημένη φροντίδα για την ευημερία των άλλων και με περισσότερες πιθανότητες να ασχοληθούμε με volunteering και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Σε απλά ελληνικά, όσο πιο αληθινοί είμαστε με τον εαυτό μας και όσο πιο γεμάτη ζωή ζούμε, τόσο πιο εύκολο είναι να αφήσουμε θετικό σημάδι στη ζωή των άλλων.

Στη δική μου περίπτωση, ξέρω πως το ταξίδι προς την επιδίωξη των ονείρων μου δεν θα ήταν δυνατό χωρίς ανθρώπους γύρω μου που το κατάφεραν πρώτοι, αποδεικνύοντάς μου ότι είναι εφικτό. Πριν γνωρίσω την Κίκα Χατζοπούλου, συγγραφέα της διλογίας Νήματα Που Ενώνουν/Καρδιές που Κόβουν, μου φαινόταν αδιανόητο ότι μια Ελληνίδα συγγραφέας θα μπορούσε να έχει επιτυχία σε εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού γράφοντας στα αγγλικά και μετά να μεταφραστεί στη μητρική της γλώσσα. Η Κίκα το κατάφερε και χάρη στο παράδειγμά της βρήκα το θάρρος και το πείσμα να το καταφέρω κι εγώ. Το αν το βιβλίο μου θα έχει επιτυχία μόλις δημοσιευτεί αυτό μόνο οι θεοί το ξέρουν, αλλά το γεγονός παραμένει: όταν βλέπουμε κάποιον να εργάζεται για τους στόχους του με πάθος και αποφασιστικότητα, μπορεί να μας παρακινήσει να ακολουθήσουμε και τα δικά μας όνειρα, αυτά που έμοιαζαν άπιαστα πιο πριν.
Και εκείνη η φωνή μέσα μας που λέει πως ενδέχεται να αποτύχουμε;
Δεν έχει άδικο η φωνή εδώ που τα λέμε: η αποτυχία είναι πιθανή. Ειδικά αν τα όνειρά μας αφορούν κλάδους εξαιρετικά ανταγωνιστικούς, όπως π.χ. η συγγραφή βιβλίων. Από τα 1.000 άτομα που ξεκίνησαν να γράφουν κάποιο βιβλίο, μόνο 30 θα το ολοκληρώσουν. Απ’ αυτά τα 30, γύρω στα 6 ενδέχεται να βρουν εκδοτικό οίκο να τους πει «ναι». Αν κοιτούσα τα προγνωστικά, δεν θα έκανα ποτέ τίποτα. Αλλά μελέτη που δημοσιεύτηκε στο «Journal of Cross-Cultural Psychology» διαπίστωσε ότι μετανιώνουμε περισσότερο για τα πράγματα που δεν κάναμε ποτέ παρά για τα όσα τολμήσαμε και τελικά αποτύχαμε στην πορεία. Ο φόβος της αποτυχίας κάποια στιγμή κοπάζει, αλλά το «τι θα γινόταν αν…» μπορεί να μας στοιχειώσει για χρόνια.
Τελικά, ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στο να ακολουθήσουμε τα όνειρά μας δεν είναι η πραγματικότητα ή η αντικειμενική δυσκολία και οι χαμηλές πιθανότητες. Είναι ο φόβος. Ο φόβος της αποτυχίας, ο φόβος του αγνώστου και, μερικές φορές, ακόμη και ο φόβος της επιτυχίας. Αλλά ο φόβος είναι καλό σημάδι. Είναι ένδειξη πως αυτό που θέλουμε είναι τόσο σημαντικό για εμάς που μας προκαλεί ταράκουλο. Η ιδέα πως στις 2 Απριλίου του 2026 το βιβλίο μου θα βρίσκεται πλέον διαθέσιμο στα βιβλιοπωλεία, πως ο κόσμος θα μπορεί να το διαβάσει και ενδεχομένως να το μισήσει (ή, ακόμα χειρότερα, να αδιαφορήσει), με παραλύει από φόβο. Αλλά η εναλλακτική; Το να μη μοιραζόμουν ποτέ αυτούς τους χαρακτήρες στο χαρτί, το να μην ακολουθούσα ποτέ το παιδικό μου όνειρο να γίνω συγγραφέας, είναι ακόμα χειρότερο.



