Σε μια μονοκατοικία στα βόρεια προάστια, στο σαλόνι, δύο γυναίκες έρχονται σε ευθεία σύγκρουση. Το θέαμα γίνεται πιο επώδυνο από τα αντικείμενα γύρω, που μαρτυρούν την παρουσία παιδιού στο σπίτι, η οποία επιβεβαιώνεται όταν ακούγεται, από το βάθος, η φωνή του. Ευτυχώς δεν είμαστε μάρτυρες ενός αληθινού περιστατικού, αλλά μιας σκηνής από τα γυρίσματα της νέας ταινίας του Κώστα Χαραλάμπους, «Οβολός» (που αναμένεται στους κινηματογράφους τον Νοέμβριο του 2026 σε διανομή της TFG). Σχεδόν όμως το ξεχνάμε και νιώθουμε σαν να παρακολουθούμε τη ζωή μιας οικογένειας μέσα από την κλειδαρότρυπα, από την αληθοφάνεια της έντασης που χτίζεται ανάμεσα στις ηθοποιούς, οι οποίες είναι σαν να ορθώνουν ένα αόρατο τείχος ανάμεσα σε εκείνες και σε όλους τους υπόλοιπους.
Αυτή η συνθήκη των γυρισμάτων πάντα με εκπλήσσει: το πώς οι ηθοποιοί καταφέρνουν να μπουν σχεδόν αυτόματα στα παπούτσια των χαρακτήρων τους και στον κόσμο της ιστορίας τους, να απομονωθούν εντελώς από το περιβάλλον, έστω για λίγα λεπτά ή δευτερόλεπτα, ξανά και ξανά, ανάμεσα στα αλλεπάλληλα cut και τα διαλείμματα.
Σήμερα, επιπλέον, πέντε από τους ηθοποιούς, οι Πάνος Βλάχος, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Κώστας Αρζόγλου, Βάλια Παπακωνσταντίνου, Μαρία Οικονόμου, και ο σκηνοθέτης, αφιερώνουν τουλάχιστον ένα από αυτά τα διαλείμματα σε συνεντεύξεις μαζί μας, με τις δύο δημοσιογράφους που επισκεφτήκαμε το σετ.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μυθοπλασίας πέντε απολυμένων συναδέλφων, στην Ελλάδα του 2014 και υπό τη σκιά ενός νέου μνημονίου, οι οποίοι κάνουν πραγματικότητα το όνειρο: ένα νικηφόρο δελτίο Τζόκερ. Όμως μπροστά στη δύναμη του χρήματος, η τύχη μετατρέπεται γρήγορα σε κατάρα και η φιλία τους σε πεδίο μάχης.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μυθοπλασίας πέντε απολυμένων συναδέλφων, στην Ελλάδα του 2014 και υπό τη σκιά ενός νέου μνημονίου, οι οποίοι κάνουν πραγματικότητα το όνειρο: ένα νικηφόρο δελτίο Τζόκερ.
«Κάθε ταινία ορίζεται από δύο βασικά χαρακτηριστικά: την ιστορία και το διακύβευμά της. Το διακύβευμα συνιστά τη φιλοσοφική της υπόσταση και την ιδιαίτερη γωνία θέασης του δημιουργού» σχολιάζει ο Κώστας Χαραλάμπους και εξηγεί πως το διακύβευμα του «Οβολού» είναι «η εξάρτηση του ανθρώπου από το χρήμα — αυτόν τον παντοδύναμο καταλύτη που επιβουλεύεται την ηθική μας υπόσταση, σαμποτάρει τα ειλικρινή συναισθήματα και καθορίζει την κοινωνική μας υπόληψη. Πρόκειται για ένα διαχρονικό και παγκόσμιο ζήτημα, το οποίο διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του σε οποιοδήποτε αφηγηματικό πλαίσιο κι αν ενταχθεί».

Επέλεξε το όνομα της ταινίας από την ελληνική μυθολογία, όπου «ο οβολός ήταν το νόμισμα που τοποθετούταν στο στόμα των νεκρών ως αντίτιμο για τον βαρκάρη Χάροντα, προκειμένου εκείνος να τους μεταφέρει πέρα από τον ποταμό Αχέροντα, στις πύλες του Άδη.
»Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη μεταφορική χρήση αυτής της λέξης. Στην ταινία, ο “οβολός” συμβολίζει το τίμημα που καλείται να καταβάλει ο καθένας μας κάποια στιγμή για τις επιλογές του και την πορεία που αποφασίζει να ακολουθήσει. Οι ήρωες της ιστορίας, οδηγούμενοι από τις δικές τους αποφάσεις, φτάνουν αναπόφευκτα στο σημείο όπου πρέπει να πληρώσουν το δικό τους προσωπικό τίμημα. Στην ζωή όπως και στον μύθο, κανένα πέρασμα δεν είναι δωρεάν».
«Ο “οβολός” συμβολίζει το τίμημα που καλείται να καταβάλει ο καθένας μας κάποια στιγμή για τις επιλογές του και την πορεία που αποφασίζει να ακολουθήσει. Οι ήρωες της ιστορίας, οδηγούμενοι από τις δικές τους αποφάσεις, φτάνουν αναπόφευκτα στο σημείο όπου πρέπει να πληρώσουν το δικό τους προσωπικό τίμημα», Κώστας Χαραλάμπους
«Το τι κάνει ένας άνθρωπος που παίρνει χρήματα σε μια νύχτα είναι ένα διαχρονικό μοτίβο», συμφωνεί ο Πάνος Βλάχος, που προσθέτει ότι πιστεύει «πάρα πολύ σε αυτή την ιστορία και στο όραμα του Κώστα Χαραλάμπους». Τον συναντάμε σαν «Λουκά», έναν από τους πέντε φίλους που κερδίζουν στο Τζόκερ. «Το γοητευτικό στον συγκεκριμένο ρόλο είναι ότι είναι ένας άνθρωπος με μόρφωση, που έχει ζήσει με χρήματα, υπήρξε executive σε μια εταιρεία, και μια συλλογική κατάσταση τον έφερε σε μια θέση στην οποία δεν θα βρισκόταν ποτέ αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Προέρχεται από τη μεσαία τάξη, που σπούδασε, έκανε μεταπτυχιακά και τώρα χάνεται. Είναι ένας άνθρωπος που μας μοιάζει».

Σύζυγος του «Λουκά» είναι η «Φωτεινή», την οποία υποδύεται η Βιργινία Ταμπαροπούλου, «ένα κλειστό και ίσως λίγο αινιγματικό πρόσωπο» όπως την περιγράφει η ίδια. «Δεν επιτρέπει σε κανέναν, ούτε καν στον Λουκά, να διακρίνει τις ρωγμές της και τα σκοτάδια της. Εξαιτίας ενός τραύματος που φέρει από τη σχέση της με τη μητέρα της, έχει στραφεί απόλυτα στην Εκκλησία, κι αποζητάει την εξιλέωση της μέσω της πίστης στον Θεό. Αυτή της η πράξη καταλήγει να τη στεγνώσει συναισθηματικά και να την αποξενώσει από όλους, και κυρίως από τον άντρα της. Κρύβεται ουσιαστικά πίσω από τον μανδύα της λεγόμενης “ηθικής και χριστιανικής συμπεριφοράς” χωρίς να την εφαρμόζει πρακτικά στη ζωή της».
«Ο ρόλος μου, η “Φωτεινή”, κρύβεται ουσιαστικά πίσω από τον μανδύα της λεγόμενης “ηθικής και χριστιανικής συμπεριφοράς” χωρίς να την εφαρμόζει πρακτικά στη ζωή της», Βιργινία Ταμπαροπούλου
Η σχέση του ζευγαριού σίγουρα δεν είναι πλέον «θερμή και ουσιαστική», προσθέτει η ηθοποιός: «Συνυπάρχουν στο ίδιο σπίτι, αλλά χωρίς ουσιαστική επικοινωνία και χωρίς κοινά θέλω πια. Μιλάμε για δύο ανθρώπους με πολλές πληγές κι απωθημένα, που είναι αδύνατον πλέον να “συναντηθούν”. Έτσι όταν συμβαίνει κάτι αναπάντεχα καλό στη ζωή τους καταλήγει να είναι η “κρεμάλα” τους».
Το μόνο πράγμα, ίσως, που δίνει ζωή στη «Φωτεινή», που την κάνει «ανθρώπινη», είναι το παιδί τους. Στην ταινία, ωστόσο, συμβαίνει αυτό που «δεν θα έπρεπε να συμβαίνει ποτέ»: η παρουσία ενός παιδιού «γίνεται δικαιολογία ή πρόφαση για να ξεσπάσουν οι γονείς τα πιο βαθιά τους ένστικτα ή απωθημένα».

Η «Φωτεινή» δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στη σχέση με την αδερφή της, «Χριστίνα», με την οποία είναι σε ανταγωνισμό. Την ενσαρκώνει η Βάλια Παπακωνσταντίνου η οποία, όπως εξηγεί, υποφέρει από την έλλειψη αγάπης, την οποία δεν πήρε από τον πατέρα της όταν ήταν μικρή, και από τη ζήλια προς την αδερφή της: «Η Χριστίνα πάντα νιώθει ότι η Φωτεινή έχει κάτι περισσότερο από εκείνη και γίνεται αυτοκαταστροφική. Βάζει τον εαυτό της σε μια διαδικασία εφήμερων σχέσεων, για να πληγώνεται ξανά και ξανά και να θυματοποιείται. Φαίνεται πολύ επιθετική και δυναμική, αλλά κατά βάθος είναι η πιο ευαίσθητη από όλους» πιστεύει.
Και η ίδια η Βάλια, σαν την ηρωίδα της, έχει «ροπή προς τη θλίψη. Σε σχέση με την αδικία που μπορεί να νιώθω από τον τρόπο που μεγάλωσα με τον αδερφό μου, με τους γονείς μου. Έχω ανάγκη να βγάζω στεναχώρια για να λυτρώνομαι και μετά να ξεκινάω ξανά δυνατή. Αλλά στις σχέσεις μου δεν έχω κοινά με τη Χριστίνα. Σέβομαι πολύ τον εαυτό μου: όποιος δεν μου φέρεται καλά, πρέπει να φύγει».
«Όπως και η Χριστίνα, έχω ανάγκη να βγάζω στεναχώρια για να λυτρώνομαι και μετά να ξεκινάω ξανά δυνατή. Αλλά στις σχέσεις μου δεν έχω κοινά μαζί της. Σέβομαι πολύ τον εαυτό μου: όποιος δεν μου φέρεται καλά, πρέπει να φύγει», Βάλια Παπακωνσταντίνου
Το γεγονός ότι ο δυναμισμός της Χριστίνας μπορεί να ερμηνεύεται σαν απειλή από τους άντρες που συναναστρέφεται ακόμα και στις μέρες μας επιβεβαιώνει, σύμφωνα με τη Βάλια, ότι «δεν υπάρχει ακόμα πραγματική ισότητα. Δεν έχω ζήσει την πραγματική ισότητα ούτε στην καθημερινότητά μου». Από την άλλη, πιθανότατα σήμερα δεν θα αντιμετωπίζαμε σκηνικά της ταινίας όπως του βίντεο με γυμνό που κυκλοφορεί και αντιμετωπίζεται από τους άντρες σαν «ακίνδυνο αστείο», ενώ όπως υπενθυμίζει η ηθοποιός «είναι ποινικά κολάσιμο. Θεωρώ ότι αυτός ο άνθρωπος [ο δράστης] δεν θα είχε αλλάξει μέσα του ούτε τώρα -θέλουμε πολλά χρόνια εκπαίδευσης, από μικροί, για να αλλάξει- αλλά τουλάχιστον σήμερα θα κρυβόταν. Ενώ το 2014 βγάζει γλώσσα και η πράξη του περνάει σαν “κανονική”».

Η Μαρία Οικονόμου υποδύεται μια ακόμα από τους φίλους που κερδίζουν το Τζόκερ, τη «Μαρία»: «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο μόνος χαρακτήρας που δεν ζητάει κάτι για τον εαυτό της», μας λέει. Αλλά πίσω από την ανιδιοτέλειά της υπάρχει ένας σημαντικός λόγος. Πιστεύει πάντως ότι ο τρόπος που αντιδρούν οι χαρακτήρες στην ταινία αποτελεί και προϊόν της εποχής τους, δεδομένου ότι η ιστορία τοποθετείται λίγο πριν από τα capital controls. «Σε μια εποχή δύσκολη, που δεν ξέρεις τι συμβαίνει αύριο, οι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι. Ενεργοποιείται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Οποιοσδήποτε κι αν βρεθεί σε μια τέτοια συνθήκη μπορεί να βγάλει οτιδήποτε. Όταν είχε πέσει ένα αεροπλάνο στις Άνδεις, οι επιζήσασες έφαγαν άλλους ανθρώπους για να επιβιώσουν. Δεν ήταν κανίβαλοι, ήταν κανονικοί άνθρωποι όπως εσύ κι εγώ».
«Σε μια εποχή δύσκολη, που δεν ξέρεις τι συμβαίνει αύριο, οι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι. Ενεργοποιείται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Οποιοσδήποτε κι αν βρεθεί σε μια τέτοια συνθήκη μπορεί να βγάλει οτιδήποτε. Όταν είχε πέσει ένα αεροπλάνο στις Άνδεις, οι επιζήσασες έφαγαν άλλους ανθρώπους για να επιβιώσουν», Μαρία Οικονόμου
Θεωρεί, ωστόσο, ότι το 2014 δεν απέχει πολύ από το σήμερα, «γι’ αυτό είναι τόσο δυνατό το σενάριο της ταινίας. Τώρα είναι χειρότερα. Κουβαλάμε στην πλάτη μας κορονοϊούς και τρανταχτές αλλαγές. Τότε υπήρχαν διάφορα κινήματα και μια αντιπολίτευση. Αυτό, ανεξάρτητα από το πώς κατέληξε, μπορεί να έδινε σε κάποιους μια ελπίδα. Σήμερα όλες οι ελπίδες μας έχουν καταρρεύσει. Είμαστε ευάλωτοι από όλες τις πλευρές. Πρέπει να κινητοποιηθούμε, να βγούμε στους δρόμους. Πρέπει να ξεβολευτούμε, γιατί η ζωή έχει μια συλλογικότητα».

Ο Κώστας Αρζόγλου δίνει επιπρόσθετη αξία στο έργο με την παρουσία του και τη σοφία της εμπειρίας του, παρόλο που υποδύεται «έναν πολύ μικρό ρόλο που δεν χαρακτηρίζεται από κάτι άλλο παρά μόνο από την ηλικία του. Είναι ο παππούς μιας οικογένειας που υποφέρει» όπως μας λέει. Απολαμβάνει το ότι «και ο Κώστας Χαραλάμπους και η Κατερίνα [Μαραγκουδάκη, διευθύντρια φωτογραφίας] μου αφήνουν το περιθώριο να κάνω “τα δικά μου”». Επισημαίνει το «πόσο χρήσιμα είναι τα “άχρηστα” σε ένα πλάνο. Νομίζω ότι η αλήθεια του πλάνου δεν εξαρτάται από τα λόγια. Τα λόγια είναι το μόνο εύκολο».
Για να παίζει έναν χαρακτήρα «επειδή είναι αυτό που είναι» και όχι να τον μιμείται, ο Κώστας Αρζόγλου έχει κάποιες «εμμονές» όπως τις αποκαλεί: «Ας πούμε, με το βήμα του ανθρώπου. Από το βήμα καταλαβαίνω πάρα πολλά πράγματα». Αποκαλεί «μεδούλι της ζωής» τις παρατηρήσεις που μπορούμε να κάνουμε σε έναν άνθρωπο, για παράδειγμα, από τη «γωνία στην οποία έχει το κεφάλι του» ή «με πόση παρρησία λέει αυτό που λέει».
«Νομίζω ότι η αλήθεια του πλάνου δεν εξαρτάται από τα λόγια. Τα λόγια είναι το μόνο εύκολο», Κώστας Αρζόγλου
Πολλές φορές, παραδέχεται, όταν παρακολουθεί τον εαυτό του σε έναν ρόλο μπορεί να μην του αρέσει αυτό που βλέπει. «Κάπου μέσα μου ξέρω ότι το έχω κάνει και καλύτερα, όχι μόνο στο γύρισμα αλλά και στις πρόβες, και στο θέατρο. Το πλάνο που θα διαλέξει ο σκηνοθέτης στο μοντάζ -ίσως όχι επειδή είναι ο Κώστας [Αρζόγλου] πιο καλός εκεί αλλά για άλλους λόγους: είναι το φως, ο ήχος, χιλιάδες πράγματα [που παίζουν ρόλο]- μπορεί να μην είναι το τέλειο το δικό μου». Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει σταματήσει να τον διεγείρει μέχρι σήμερα η πρόκληση να «ξεπερνάω αυτό που ζητάει ο σκηνοθέτης, αν δηλαδή προσθέτω μερικά πράγματα που ήταν απρόβλεπτα στη διδασκαλία του την πρώτη. Είναι σαν να κόβω το νήμα στα εκατό μέτρα – παλιά, ήμουν αθλητής».

Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη συνέντευξη του Πάνου Βλάχου για τον «Οβολό» στο Marie Claire.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Σενάριο: Κώστας Χαραλάμπους. Ηθοποιοί: Πάνος Βλάχος, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Βάλια Παπακωνσταντίνου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Έφη Γούση, Μαρία Οικονόμου, Κώστας Αρζόγλου, Λεωνίδας Κακούρης, Στεφανία Γουλιώτη, Γιώργης Τσουρής, Παναγιώτης Μπουγιούρης, Αλέξανδρος Ιωαννίδης, Χρήστος Κάλοου, Στάθης Γκάτσης, Ανδρέας Ανδρεόπουλος, Νίκος Αναστασόπουλος, Γεράσιμος Σοφιανός, Ορφέας Χαραλάμπους, Γιώργος Σαμαράς, Κώστας Καραθωμάς, και οι μικροί Αποστόλης Νταβάκος & Νίκος Παντελίδης. Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Σκηνικά – Κοστούμια: Ελεονώρα Καραβάνη. Art Direction Consultant: Αντώνης Χαλκιάς. Ηχοληψία: Αντώνης Σαμαράς. Οργάνωση Παραγωγής: Παναγιώτης Σιμόπουλος. Παραγωγή: Eyesin Productions. Διανομή: TFG




