Ποιος δεν έχει πει μία φορά στην ενήλικη ζωή του ότι θα ήθελε να αφήσει την πόλη – συγκεκριμένα μιλώντας, την Αθήνα – για την επαρχία;

Ίσως περνάτε ορισμένα από τα Σαββατοκύριακά σας σε ορεινά χωριά ή παραθαλάσσιους προορισμούς και ονειρεύεστε πως θα ήταν η ζωή σας σε αυτούς αν μένατε μόνιμα εκεί. Κάτι, όμως, σας κρατά πίσω. Οι ιστορίες της Χαράς, της Μαρίζας και της Χρυσάνθης μπορεί να σας βοηθήσουν να πάρετε αυτή τη σκέψη λιγάκι πιο σοβαρά. Η Χαρά και η Χρυσάνθη μεγάλωσαν στην επαρχία και βρέθηκαν στην Αθήνα για σπουδές, ενώ η Μαρίζα μεγάλωσε στη Γλυφάδα πριν μετακομίσει μόνιμα στα Κύθηρα.

Και οι τρεις μας αφηγούνται το ταξίδι της μετάβασης από την πόλη στην επαρχία και μας παρακινούν να το τολμήσουμε, αν αυτό είναι πραγματικά που θέλουμε.

Eπικρατούσε παντού πολύς φόβος και δεν έβρισκα χαρά στο να ζω στην Αθήνα.

Η πολιτικός μηχανικός που φτιάχνει σαπούνια

Η Χαρά Δελή σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και εργάστηκε για 5 χρόνια σε εταιρεία πληροφορικής ως project manager, από όπου και παραιτήθηκε μιας και δεν ήταν αυτό που ήθεε να κάνει στη ζωή της. Παράλληλα, το ξέσπασμα της πανδημίας και ο φόβος που επικράτησε εκείνη την περίοδο την έκαναν να ασφυκτιά και να νιώθει δυστυχισμένη.

«Ο κοβιντ και οι καραντίνες ήταν το σημείο καμπής για την επιστροφή μου στην επαρχία. Η ζωή στην Αθήνα είχε γίνει για εμένα πια ανυπόφορη. Αυτό που ήθελα να κάνω είναι να φτιάχνω σαπούνια και έψαχνα να βρω τον καλύτερο τρόπο για να στήσω την επιχείρησή μου, πράγμα που οικονομικά ήταν ανέφικτο στην Αθήνα. Μέχρι να επιστρέψω στην Τρίπολη και να φτιάξω το εργαστήριο σαπουνιών βέβαια πέρασαν 2 χρόνια μέσα στα οποία έκανα διάφορες δουλειές. Την περίοδο ακριβώς πριν φύγω ήμουν πρακτικά άνεργη και ασχολιόμουν με τα σαπούνια μου ερασιτεχνικά από το σπίτι. Στην Αθήνα δεν έβρισκα κανένα ρεαλιστικό τρόπο να φέρω στη ζωή το προτζεκτ με τα σαπούνια, ταυτόχρονα επικρατούσε παντού πολύς φόβος για τον κόβιντ και δεν έβρισκα χαρά στο να ζω στην Αθήνα».

Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος φόβος σου πριν πάρεις αυτή την απόφαση;

«Φεύγοντας από την Αθήνα ταυτόχρονα έφυγα και από τους φίλους μου και από τη ζωή που ήξερα για 15 χρόνια. Φοβόμουν ότι στην Τρίπολη με περιμένει μοναξιά, επιστροφή στη συγκατοίκηση με τους γονείς και επίσης είχα αμφιβολίες για το εάν ξεκινώντας μια επιχείρηση στην Τρίπολη θα έβρισκα τρόπο να προσεγγίσω την πελατεία μου, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας βρισκόταν στην Αθήνα».

Πώς προέκυψε η ιδέα για την αλλαγή καριέρας;

«Αυτό ήταν οργανικό και πηγαίο. Είχα από αρκετά νωρίς καταλάβει ότι το επάγγελμα που σπούδαζα δε μου άρεσε για να το εξασκήσω. Οπότε και για αρκετά χρόνια πειραματίστηκα για να βρω κάτι που θα μου άρεσε να κάνω. Το να φτιάχνω σαπούνια ήταν ένα χόμπι το οποίο είχα ξεκινήσει από όταν ακόμα σπούδαζα και παρέμενε στη ζωή μου όσο τα χρόνια περνούσαν. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το να δουλεύω μπροστά σε έναν υπολογιστή και να αγχώνομαι για τη δουλειά κάποιου άλλου με έκανε δυστυχισμένη. Ταυτόχρονα ένας φίλος μου είπε “σε έχω δει χαρούμενη μόνο όταν φτιάχνεις σαπούνια” και τότε όλα κόλλησαν στο μυαλό μου και ήξερα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου».

Πώς είναι μια τυπική ημέρα στη νέα σου ζωή και ποια είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ζωής εκτός πόλης;

«Έχω 2 σκύλους και ζω στην Τρίπολη. Το εργαστήριο μου βρίσκεται στο χωριό μου, 5χλμ έξω από την Τρίπολη, το Θάνα. Κάθε πρωί οι 3 μας ερχόμαστε στο χωριό, τα σκυλιά για να είναι ελεύθερα στην αυλή και εγώ για να δουλέψω. Η μέρα δεν ξεκινάει ιδιαίτερα νωρίς καθότι είμαι λάτρης του ύπνου, επίσης συχνά μου αρέσει να βάζω το πρώτο πράγμα το πρωί τη γυμναστική ή τις δουλειές που αφορούν το σπίτι γιατί δε μου αρέσει απλά να σηκώνομαι και να φεύγω. Αφού λοιπόν έρθουμε στο χωριό εγώ θα δουλέψω είτε στην παραγωγή είτε σε οποιοδήποτε άλλο πόστο απαιτείται (συσκευασία, μάρκετινγ, παραγγελίες, προμήθειες, λογιστικά κ.α.). Θα επιστρέψουμε στο σπίτι αργά το απόγευμα και τότε αρχίζουν οι δραστηριότητες, κεραμική, θέατρο και μπαγλαμάς είναι οι φετινές μου ενασχολήσεις. Τα σαββατοκύριακα προσπαθώ να τα κρατάω άδεια για εκδρομές και βόλτες με τα σκυλιά στα βουνά. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ζωής εδώ είναι ο χρόνος που κερδίζω, όλα είναι δίπλα οπότε μια μέρα αποκτά πολύ περισσότερες παραγωγικές ώρες!».

Το να γυρίσεις στην επαρχία δεν είναι εύκολο και σίγουρα διαφέρει επαρχία από επαρχία.

Υπάρχει κάτι που σου λείπει από την Αθήνα;

«Από την Αθήνα μου λείπουν οι φίλοι μου. Ανεβαίνω συχνά για δουλειά αλλά αυτό δε μου αφήνει πάντα χρόνο να τους δω. Θα ήθελα να μπορώ να πηγαίνω που και που στην Αθήνα και να μένω 1 εβδομάδα χωρίς υποχρεώσεις ώστε να τους χορτάσω όλους και όλα και μετά να επιστρέχω στη βάση».

Πώς άλλαξε η έννοια της φιλοδοξίας όταν το timeline σου έπαψε να καθορίζεται από τον ρυθμό της πόλης;

«Δεν ήμουν ιδιαίτερα φιλόδοξο άτομο στην Αθήνα οπότε αυτό δε νομίζω πως επηρεάστηκε. Ίσως για να το τοποθετήσω διαφορετικά, τώρα τα κάνω απλά όλα χωρίς ιδιαίτερη πίεση, δεν υπάρχουν οι ρυθμοί της πόλης να με εξαναγκάζουν να τρέξω και αυτό προσδίδει ποιότητα στη ζωή μου».

Τι θα συμβούλευες μια γυναίκα που σκέφτεται να αφήσει την πόλη και να ξεκινήσει από την αρχή στην επαρχία; Υπάρχει κάτι που πρέπει να αποφύγει ή οπωσδήποτε να κάνει;

«Το να γυρίσεις στην επαρχία δεν είναι εύκολο και σίγουρα διαφέρει επαρχία από επαρχία. Η πρώτη συμβουλή θα ήταν “ακολούθησε το ένστικτό σου και αν αυτό σου λέει πήγαινε θα πάνε όλα καλά, να το κάνεις”. Η δεύτερη συμβουλή για να διευκολυνθεί η μετάβαση θα ήταν “φτιάξε ένα σύστημα υποστήριξης, είτε πήγαινε σε ένα μέρος που ξέρεις ήδη κάποιον ή κάπου που ξέρεις ότι μπορείς να κάνεις τη δουλειά που επιθυμείς. Ιδανικά και τα δύο βέβαια. Θα κάνει τους πρώτους δύσκολους μήνες της μετάβασης πιο εύκολους”. Συμβουλή νούμερο τρία που εγώ άργησα πολύ να εφαρμόσω, “ψάξε στο μέρος που θα πας πράγματά που σου αρέσουν, δραστηριότητες και ξεκίνα να αναπτύσεις δεσμούς με την πόλη και τους ανθρώπους της, το πιθανότερο είναι πως θα βρεις άτομα που σου μοιάζουν και αυτό θα κάνει τη ζωή σου εκεί ακόμα πιο όμορφη”».

Αν γύριζες τον χρόνο πίσω, θα έκανες την ίδια επιλογή; Ποια είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή αυτής της απόφασης;

«Σίγουρα θα έκανα την ίδια επιλογή, δεν υπάρχει τίποτα σε αυτό που να έχω μετανιώσει μιας και τώρα κάνω μια ζωή που μου αρέσει και έχει ηρεμία. Και η μεγαλύτερη ανταμοιβή είναι αυτό ακριβώς, στην Τρίπολη είμαι πιο χαρούμενη από ότι θα μπορούσα ποτέ να είμαι στην Αθήνα».

Είχα ακούσει ιστορίες από άλλα νησιά, όπου οι “ξένοι” δυσκολεύονται να ενσωματωθούν. Ειδικά για τον σύζυγό μου, που είναι Καναδός και δεν μιλούσε ελληνικά, ανησυχούσα πολύ. O φόβος μου αποδείχτηκε αβάσιμος.

Άφησε τη Γλυφάδα για τα Κύθηρα

Η Μαρίζα Καρύδη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γλυφάδα. Σπούδασε στην Αθήνα και εργαζόταν για χρόνια στην πρωτεύουσα. Από μικρή, όμως, ήξερε πως ήθελε να μένει κάπου αλλού. Αφού ταξίδεψε για σχεδόν δύο χρόνια κατέληξε στα Κύθηρα, τόπο καταγωγής του πατέρα της, όπου πλέον ζει με τον σύζυγό της και έχει χτίσει μια ζωή μέσα στην ηρεμία που τόσο της έλειπε στην πρωτεύουσα. Αυτή τη ζωή μοιράζεται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με υπέροχες φωτογραφίες.

Ποια ήταν η στιγμή ή το γεγονός που σε έκανε να σκεφτείς σοβαρά την αποχώρηση από την Αθήνα;

«Η ιδέα υπήρχε μέσα μου πολλά χρόνια. Τα Κύθηρα ήταν για μένα μια εύκολη επιλογή, γιατί είναι ο τόπος καταγωγής του πατέρα μου. Δεν μεγάλωσα εδώ, ούτε είχα σπίτι ή στενή οικογένεια στο νησί, όμως περνούσα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων στα Κύθηρα. Επειδή έχασα τον μπαμπά μου σχετικά νωρίς, κάθε φορά που ερχόμουν εδώ ένιωθα πως τον ξαναβρίσκω κάπως.

Η οριστική απόφαση ήρθε τον Ιανουάριο του 2023, όταν έκλεισαν κάποιες σημαντικές γραφειοκρατικές εκκρεμότητες που με κρατούσαν στην Αθήνα. Μόλις λύθηκαν, ένιωσα ότι άνοιξε ο ορίζοντας. Ήξερα πως θέλω να φύγω από την πόλη, χωρίς όμως να είμαι απολύτως σίγουρη ότι ο προορισμός θα ήταν τα Κύθηρα και δεν ήθελα αυτό να γίνει όταν -και αν – θα πάρω σύνταξη.

Έτσι, για περίπου έναν χρόνο ταξιδεύαμε με τον σύζυγό μου, που είναι από τον Καναδά, για να δούμε και άλλες επιλογές. Τελικά, τον Απρίλιο του 2023 (αν θυμάμαι καλά), ανεβήκαμε στο Κάστρο της Χώρας, κοιτάξαμε τη θέα και τον ρώτησα αν θα μπορούσε να ζήσει εδώ μόνιμα. Μου απάντησε «ναι» – και από τότε είμαστε εδώ».

Με τι ασχολιόσουν στην Αθήνα και με τι πλέον στον τόπο κατοικίας σου; Τι ήταν αυτό που σε κούρασε περισσότερο στη ζωή στην πρωτεύουσα;

«Στην Αθήνα μεγάλωσα στην Άνω Γλυφάδα και σπούδασα Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και Φωτογραφία στο ΑΚΤΟ.

Παράλληλα, ασχολήθηκα με την εκπαίδευση και εργάστηκα σε περιβαλλοντική οργάνωση – στη Greenpeace – όπου και γνώρισα τον σύζυγό μου, σε αποστολή έρευνας για τα θαλάσσια θηλαστικά στην Ελληνική Τάφρο (σ. σ. είναι ένα υποθαλάσσιο γεωλογικό χαρακτηριστικό τεράστιας σημασίας, που εκτείνεται στο Ιόνιο Πέλαγος και νότια της Κρήτης μέχρι τη Ρόδο. Πρόκειται για το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου και μια περιοχή με έντονη σεισμική και οικολογική δραστηριότητα).

Επαγγελματικά δούλευα ως φωτογράφος και κειμενογράφος για εκθέσεις μουσείων, ένας τομέας που αγαπούσα πολύ. Ωστόσο, η καθημερινότητα στην Αθήνα με είχε κουράσει πολύ. Οι μετακινήσεις –μία ώρα για να διανύσεις λίγα χιλιόμετρα– το να εξαρτάσαι από τυχόν απεργίες, από την κίνηση, ο διαρκής εκνευρισμός, η ηχορύπανση, η αισθητική της πόλης, τα σπασμένα πεζοδρόμια, η έλλειψη ησυχίας. Στην Αθήνα το βράδυ ξυπνούσαμε από τις εξατμίσεις των μηχανών ή των αυτοκινήτων.

Στα Κύθηρα, η ζωή είναι διαφορετική. Σε επτά λεπτά είμαι στη δουλειά μου και παρκάρω έξω από το στούντιο. Βλέπω φίλους τυχαία στο σούπερ μάρκετ ή στον δρόμο. Υπάρχει ηρεμία και ησυχία. Τα πουλιά κάνουν θόρυβο όταν πετούν και εγώ το ακούω αυτό, όπως ακούω και το ρολόι της κουζίνας να χτυπά. Αυτή η απλότητα για μένα είναι ανεκτίμητη. Τα Κύθηρα είναι μια πολυπολιτισμική περιοχή, στο ίδιο μέρος μπορείς να βρεις τόσες πολλές και διαφορετικές κοινότητες. Είναι αυθεντικά. Και οι τουρίστες έρχονται εδώ γι’ αυτή την αυθεντικότητα. Δεν θα έρθουν για να πιουν μπύρα σε μια παμπ, όπως σε άλλα νησιά. Έρχονται για να πιουν φατουράδα, το τοπικό λικέρ (σ.σ. φτιάχνεται από τσίπουρο, κανέλα, γαρύφαλλα και πορτοκάλι)».

Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος φόβος σου πριν πάρεις αυτή την απόφαση;

«Φοβόμουν ότι δεν θα μας αποδεχτεί η τοπική κοινωνία. Είχα ακούσει ιστορίες από άλλα νησιά, όπου οι “ξένοι” δυσκολεύονται να ενσωματωθούν. Ειδικά για τον σύζυγό μου, που είναι Καναδός και δεν μιλούσε ελληνικά, ανησυχούσα πολύ. Βέβαια, τώρα μαθαίνει ελληνικά με δάσκαλο, κι ας είναι δύσκολα.

Στην πράξη, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Συναντήσαμε μια κοινωνία που θέλει νέους ανθρώπους, που τους βοηθά και τους στηρίζει. Υπάρχει ανάγκη για επαγγελματίες, ιδιαίτερα σε τεχνικά επαγγέλματα. Ο φόβος μου αποδείχθηκε αβάσιμος.

Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολο, καθώς δεν είχαμε γνωστούς. Εγώ έχω πολύ μακρινούς συγγενείς και ο άντρας μου κανέναν. Τον πρώτο καιρό είχαμε επαφές με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά πλέον – δεν ξέρω πώς- μάλλον ανακαλύψαμε και την πιο νέα κοινότητα του νησιού».

Πώς προέκυψε η ιδέα για την αλλαγή καριέρας;

«Δεν ήταν ακριβώς αλλαγή καριέρας, αλλά επαναπροσδιορισμός. Όταν ήρθα στα Κύθηρα, πίστευα ότι θα δουλεύω αποκλειστικά από τον υπολογιστή. Όμως, λέγοντας ότι είμαι φωτογράφος, άρχισαν να μου ζητούν μικρά projects – από φωτογραφήσεις για Airbnb μέχρι πιο σύνθετες δουλειές, όπως φωτογραφική τεκμηρίωση αρχαιολογικών ανασκαφών.

Το ίδιο το νησί με οδήγησε ξανά σε ένα επάγγελμα που αγαπώ πολύ. Κάλυψα ένα επαγγελματικό κενό στη βόρεια πλευρά του νησιού και, μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις –μια συζήτηση στο καφενείο αρκεί–, δημιουργήθηκαν ευκαιρίες που δεν είχα καν φανταστεί.

Ο σύζυγός μου είναι ξυλουργός και βρήκε αμέσως δουλειά. Υπάρχει μεγάλη ζήτηση, τόσο για βασικές κατασκευές όσο και για πιο ιδιαίτερα έργα».

Πώς είναι μια τυπική ημέρα στη νέα σου ζωή και ποια είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ζωής εκτός πόλης;

«Καμία μέρα δεν είναι ίδια – εξαρτάται πολύ και από τον καιρό. Ξεκινάμε βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά μας. Στα Κύθηρα απλώς ανοίγεις την πόρτα και βρίσκεσαι στη φύση. Ταΐζουμε τα γατάκια της γειτονιάς, παίρνουμε πρωινό και έπειτα πηγαίνω στο στούντιο, συνήθως από τις 11:00 έως τις 17:00.

Το απόγευμα ασχολούμαστε με τον κήπο, μαγειρεύουμε, συναντάμε φίλους. Μπορώ να περπατώ μόνη μου τη νύχτα σε ένα σκοτεινό μονοπάτι χωρίς φόβο. Τα κλειδιά μένουν συχνά στο αυτοκίνητο. Υπάρχει μια αίσθηση εμπιστοσύνης και ασφάλειας που δύσκολα συναντάς στην πόλη.

Τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα είναι ο χρόνος, η ησυχία, η ανθρώπινη επαφή και η αίσθηση κοινότητας. Δεν “ρομαντικοποιώ” τη ζωή εδώ. Αυτός είναι ο ρυθμός του νησιού, αυτόν ακολουθούμε».

Υπάρχει κάτι που σου λείπει από την Αθήνα;

«Μου λείπουν οι φίλοι μου. Πλέον έχω αποφασίσει να κατεβαίνω στην Αθήνα μόνο για να τους δω, έστω και για έναν καφέ – κάτι που παλιά θα θεωρούσα υπερβολή.

Σε πρακτικό επίπεδο, λείπουν οι γιατροί. Για σοβαρά ζητήματα υγείας πρέπει να μεταβούμε στην Αθήνα, ενώ δεν υπάρχει μόνιμος γυναικολόγος στο νησί. Υπάρχει η μαία, αλλά η ειδικότητα του γυναικολόγου δεν είναι καλυμμένη όπως θα έπρεπε. Αυτές είναι πραγματικές δυσκολίες που πρέπει να τις υπολογίσει κανείς.

Σε ορισμένους ίσως να λείπει η διασκέδαση, το να πας ένα θέατρο ή να βγεις σε διαφορετικό μαγαζί κάθε βράδυ. Εμένα αυτό δεν με γεμίζει απόλυτα. Με προβληματίζουν περισσότερο οι ιατρικές ελλείψεις».

Στην επαρχία οι ευκαιρίες έρχονται μέσα από τις σχέσεις. Να το δοκιμάσει. Και να έχει υπομονή – η ένταξη χρειάζεται χρόνο.

Πώς άλλαξε η έννοια της φιλοδοξίας όταν το timeline σου έπαψε να καθορίζεται από τον ρυθμό της πόλης;

«Η φιλοδοξία μου έπαψε να μετριέται με όρους ταχύτητας και εξωτερικής επιτυχίας. Παλαιότερα σκεφτόμουν πώς να κάνω καλύτερο ολόκληρο τον κόσμο. Πλέον, καταλαβαίνω ότι αυτό δεν είναι εφικτό όπως το είχα στο μυαλό μου. Ο κόσμος μου πλέον είναι τα Κύθηρα και προσπαθώ να προσφέρω στο νησί.

Δεν με ενδιαφέρει πια να “προλάβω” κάτι. Με ενδιαφέρει να κάνω καλά τη δουλειά μου, να έχω ποιότητα ζωής και ουσιαστικές σχέσεις. Στο νησί, ο χρόνος δεν είναι εχθρός. Είναι σύμμαχος».

Τι θα συμβούλευες μια γυναίκα που σκέφτεται να αφήσει την πόλη και να ξεκινήσει από την αρχή στην επαρχία; Υπάρχει κάτι που πρέπει να αποφύγει ή οπωσδήποτε να κάνει;

«Να μην “ρομαντικοποιήσει” υπερβολικά την επαρχία, αλλά και να μη φοβηθεί χωρίς λόγο. Να έρθει για ένα διάστημα δοκιμαστικά, να μιλήσει με ανθρώπους, να κατανοήσει τις πραγματικές ανάγκες του τόπου.

Να είναι ανοιχτή, να συστηθεί, να συμμετέχει. Να μην νομίζει ότι αν δεν έχει σύντροφο δεν θα τα καταφέρει ή αν δεν έχει δουλειά ή φίλους. Στην επαρχία οι ευκαιρίες έρχονται μέσα από τις σχέσεις. Να το δοκιμάσει. Και να έχει υπομονή – η ένταξη χρειάζεται χρόνο».

Αν γύριζες τον χρόνο πίσω, θα έκανες την ίδια επιλογή; Ποια είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή αυτής της απόφασης;

«Ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή είναι η αίσθηση ότι ζω με τους δικούς μου όρους. Ότι μπορώ να βγω έξω οποιαδήποτε ώρα χωρίς φόβο. Ότι ακούω τα πουλιά να πετούν. Ότι ανήκω σε μια κοινότητα. Δεν έχω άγχος. Και, τελικά, ότι βρήκαμε –μαζί με τον σύζυγό μου– έναν τόπο που νιώθουμε πραγματικά σπίτι μας».

Το πιο σημαντικό πρόβλημα, όμως, ήταν το θέμα του βιοπορισμού. Το τεράστιο κόστος ζωής σε σύγκριση με τους μισθούς, το ζήτημα της ακρίβειας των αγαθών και η αγωνία της επιβίωσης ήταν πραγματικά εξουθενωτικά.

Η δημοσιογράφος που αγαπά τη Γη

Η Χρυσάνθη Μαστροκώστα, αφού τελείωσε τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού, προσπάθησε να εργαστεί στον κλάδο της δημοσιογραφίας. Όταν κατάλαβε πως ο βιοπορισμός και η ζωή στην πρωτεύουσα δεν είχαν να της προσφέρουν όσα αναζητούσε, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής της, στον Δύστο της Εύβοιας, όπου και ανέλαβε το οινοποιείο της οικογένειάς της.

Ποια ήταν η στιγμή ή το γεγονός που σε έκανε να σκεφτείς σοβαρά την αποχώρηση από την Αθήνα;

«Ανήκω στη γενιά των μνημονίων, επομένως η παρθενική μου εμφάνιση στον επαγγελματικό στίβο, μετά την αποφοίτησή μου, ταυτίστηκε χρονικά με τις μαζικές απολύσεις, τις μειώσεις μισθών και εν γένει την αλλαγή των εργασιακών πλαισίων προς το χειρότερο βεβαίως. Έτσι, όταν τα πρώτα επαγγελματικά όνειρα συνδέθηκαν με απογοήτευση και η διαμονή στην Αθήνα άρχισε σιγά σιγά να γίνεται σχεδόν ανυπόφορη, πήρα την απόφαση να επιστρέψω στον τόπο καταγωγής μου, την Εύβοια, δίνοντας στα πράγματα τον τόπο και το χρόνο που τους αρμόζει για να αλλάξουν – κατά την δική μου κρίση – προς το καλύτερο».

Με τι ασχολιόσουν στην Αθήνα και με τι πλέον στον τόπο κατοικίας σου; Τι ήταν αυτό που σε κούρασε περισσότερο στη ζωή σου στην πρωτεύουσα;

«Το αντικείμενο του προπτυχιακού μου ήταν ΜΜΕ & Δημοσιογραφία, ωστόσο, πριν αποχωρήσω από την Αθήνα εργάστηκα ως διοικητικός υπάλληλος και υπάλληλος εξυπηρέτησης πελατών. Πλέον, εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση. Είμαι οινοποιός δεύτερης γενιάς και είναι κάτι που δεν θεωρώ επάγγελμα, είναι, κατά ένα μέρος, τρόπος ζωής για εμένα. Γιατί εκπορεύονται και καταλήγουν όλα σε έναν στόχο. Στη διαδρομή από την αφετηρία μέχρι τον τερματισμό (στην πραγματικότητα είναι ένα συνεχές ταξίδι), είναι όλα χρωματιστά, όχι εύκολα ούτε και χωρίς αγκάθια, όμως διανθίζονται με μοναδικές συγκινήσεις.

Αυτό είναι το στοιχείο που άρχισε να εκλείπει από την Αθήνα, εκείνη την περίοδο που πήρα την απόφαση να αποχωρήσω από αυτήν. Οι απίστευτα γρήγοροι ρυθμοί, το αίσθημα της αποξένωσης που αμβλυνόταν όλο και περισσότερο, μπορώ να τα παροιμοιάσω με αέναα σπριντ χωρίς σκοπό. Το πιο σημαντικό πρόβλημα, όμως, ήταν το θέμα του βιοπορισμού. Το τεράστιο κόστος ζωής σε σύγκριση με τους μισθούς, το ζήτημα της ακρίβειας των αγαθών και η αγωνία της επιβίωσης ήταν πραγματικά εξουθενωτικά».

Αισθάνομαι καμιά φορά τυχερή που μπορώ να διαμένω σε μια τόσο όμορφη επαρχία. Είναι ευλογία όταν ανοίγω το παντζούρι μου και μπορώ να διακρίνω τον γαλανό ουρανό, να έχω πολύ κοντά μου τη θάλασσα, να αγγίζω τη φύση, να καλλιεργώ τη γη, να μυρίζω το χώμα.

Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος φόβος σου πριν πάρετε αυτή την απόφαση;

«Σε κάθε μεγάλη απόφαση υπάρχει φόβος. Ο δικός μου είχε να κάνει με την επαγγελματική αποκατάσταση και τον τρόπο που καλούμουν να βρω για να διαχειριστώ την αλλαγή στον τόπο διαμονής. Δηλαδή από την φασαρία της πρωτεύουσας, στην απόλυτη ησυχία του χωριού, σε μια ηλικία που η “φασαρία” είχε ενδιαφέρον. Έχει, όμως, σημασία να πω ότι αυτό ήταν ένα στοιχείο που ήταν σημαντικό για την Χρυσάνθη του “τότε”».

Πώς προέκυψε η ιδέα για την αλλαγή καριέρας;

«Ασχολήθηκα ενεργά με τον κλάδο της οινοπιίας, όταν ωρίμασαν οι συνθήκες. Στη δική μου περίπτωση, η τέχνη της παραγωγής του κρασιού υπήρχε στην οικογένεια. Θυμάμαι να έχω περάσει μέρος από την παιδική και εφηβική μου ηλικία με την μυρωδιά από τις ζυμώσεις του μούστου, την έντονη ενέργεια της περιόδου του τρύγου και το ποτήρι με το κρασί που παραδοσιακά υπήρχε στο οικογενειακό μας τραπέζι. Έτσι, εκτός απ’ τον εξοπλισμό και την εγκατάσταση του οινοποιείου, κληρονόμησα απ’ τους γονείς μου και την αγάπη, το πάθος και τη σπίθα γι’ αυτή την τέχνη. Αυτή η αφορμή για το άναμμα αυτής της σπίθας αρκεί. Άλλωστε, για μένα το κρασί ήταν πάντα συνδεδεμένο με τις πιο αληθινές ανθρώπινες καταστάσεις, έχει την ικανότητα να συνοδεύσει κάθε περίσταση, είναι διαχρονικό και το πιο σημαντικό, θεωρώ ότι έχει τεράστια δυναμική και πολύ μεγάλο γευστικό ενδιαφέρον».

Πώς είναι μια τυπική ημέρα στη νέα σου ζωή και ποια είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ζωής εκτός πόλης;

«Θα έλεγα η ηρεμία. Το γεγονός ότι έχεις τη δική σου επιχείρηση, δίνει ένα αίσθημα ελευθερίας, που εκπορεύεται και από την ανάγκη του να δημιουργείς πέρα από όρια. No limits, που λέμε. Δεν υπάρχει τυπική μέρα στη δουλειά μας. Κάθε μέρα είναι νέα μέρα, ξεχωριστή, αλλά αν έπρεπε να το πλαισιώσω, πέρα από την περίοδο του τρύγου και την οινοποίηση, ο κλάδος μας περιλαμβάνει εμφιαλώσεις, τυποποιήσεις, φιλτραρίσματα, πωλήσεις, διανομές, επικοινωνία, ανταλλαγή email, προμήθειες. Αυτά αφορούν στο μέρος της τυποποίησης. Ταυτόχρονα είμαστε και παραγωγοί, δηλαδή διαθέτουμε ιδιόκτητους αμπελώνες, επομένως εργαζόμαστε και για την φροντίδα τους. Πρόκειται για τη σημαντικότερη διαδικασία, γιατί η πρώτη ύλη, και ιδιαίτερα μιας εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη, είναι η αρχή των πάντων.

Αισθάνομαι καμιά φορά τυχερή που μπορώ να διαμένω σε μια τόσο όμορφη επαρχία. Είναι ευλογία όταν ανοίγω το παντζούρι μου και μπορώ να διακρίνω τον γαλανό ουρανό, να έχω πολύ κοντά μου τη θάλασσα, να αγγίζω τη φύση, να έχω τη δυνατότητα να επιλέγω καλής ποιότητας τροφές από μικρούς τοπικούς παραγωγούς, να καλλιεργώ τη γη, να μυρίζω το χώμα. Είναι πράγματα αυτονόητα, μα τόσο ξεχασμένα και πολύτιμα. Εδώ όλα είναι πιο απλά, πιο εύστοχα, πιο ήσυχα. Ακόμα απολαμβάνω την εύκολη και γρήγορη μετάβαση απ’ το ένα μέρος στο άλλο χωρίς τη δέσμευση της αστικής συγκοινωνίας ή της κυκλοφοριακής συμφόρησης. Μαθαίνεις το αυτονόητο: να ζεις πραγματικά και ξαναβρίσκεις το νόημα του να ζεις πραγματικά, που μέσα στην ξέφρενη ταχύτητα του σύγχρονου τρόπου ζωής κάπου ξεχάστηκε».

Υπάρχει κάτι που σου λείπει από την Αθήνα;

«Φυσικά. Δεν υπάρχει το τέλειο μέρος. Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η ευκολότερη πρόσβαση σε ιατρική, ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη. Ο τομέας της υγείας είναι εξαιρετικά κρίσιμος και σημαντικός στις μέρες μας. Το αστικό περιβάλλον, επίσης, δίνει τη δυνατότητα για επαφή με πολιτιστικά και καλλιτεχνικά δρώμενα, η διοργάνωση των οποίων στην επαρχία βρίσκονται ακόμα σε αρχικό στάδιο, ειδικά κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. Το θέατρο, το σινεμά, τα φεστιβάλ, οι εναλλακτικές προτάσεις για καλό φαγητό είναι πράγματα που αναζητώ με χαρά στην Αθήνα. Αν και στην επαρχία οι επιλογές σε φαγητό είναι εξαιρετικές».

Πώς άλλαξε η έννοια της φιλοδοξίας όταν το timeline σου έπαψε να καθορίζεται από τον ρυθμό της πόλης;

«Δεν έπαψε να υπάρχει η έννοια της φιλοδοξίας για εμένα. Είμαι άνθρωπος που έχω όνειρα και στόχους. Και παλεύω για τα όνειρά μου. Αυτό που έγινε είναι ότι, αν όχι ξαφνικά, ίσως τότε σταδιακά, βάζεις προτεραιότητα στη σημασία των στόχων σου. Αξιολογείς τη σημασία των πραγμάτων και τον βαθμό αξίας που τους προσδίνεις. Όπως και τα καλά κρασιά χρειάζονται το χρόνο τους έτσι και το να κάνεις βήματα προόδου, να αγγίξεις τους στόχους σου, να δεις τη σιωπηλή δουλειά ετών, να παίρνει σάρκα και οστά, χρειάζεται χρόνο. Ο χρόνος απαιτεί, αγώνα. Ο αγώνας απαιτεί αγωνία και πολλή υπομονή και επιμονή. Χρειάζεται ηρεμία και γείωση για να αφουγκραστείς τις φιλοδοξίες σου, πάντα στο σωστό χρόνο».

Τι θα συμβούλευες μια γυναίκα που σκέφτεται να αφήσει την πόλη και να ξεκινήσει από την αρχή στην επαρχία; Υπάρχει κάτι που πρέπει να αποφύγει ή οπωσδήποτε να κάνει;

«Αν χρειάζεται να κάνει αυτή την αλλαγή, ας την κάνει συνειδητά. Μια σπουδαία γυναίκα μπορεί να ανθίσει παντού. Η επαρχία ισούται με ήρεμη ζωή, χωρίς, όμως να στερείται ζωντανής καθημερινότητας ή ανάπτυξης ενδιαφερόντων.

Αναμφισβήτητα, οι άνθρωποι που ζούμε στην επαρχία δεν εθελοτυφλούμε, γιατί είναι προφανές ότι δεν ζούμε σε ένα τέλειο μέρος που όλα τα ζητήματα είναι λυμένα. Υπάρχουν τεράστιες ελλείψεις, ζητήματα υποδομών που ακόμα δεν έχουν εξυγιανθεί και είναι κομβικής σημασίας για να γίνει ο τρόπος ζωής μας καλύτερος και η παραμονή μας στην επαρχία περισσότερο λειτουργική. Αυτό που μπορώ να συμβουλεύσω, αν μπορώ να το κάνω, είναι οι προσδοκίες που έχουμε να είναι ρεαλιστικές, να ανταποκρίνονται δηλαδή, στην πραγματικότητα και την αλήθεια του τόπου που επιστρέφουμε, χωρίς απογοήτευση.

Αντίθετα, νομίζω είναι χρήσιμο το να είμαστε δημιουργικά ανήσυχοι, γιατί μέσα από τον προσωπικό μικρόκοσμο του καθενός από εμάς είναι δυνατή η αλλαγή που προσδοκούμε για εμάς και η εξέλιξη που επιθυμούμε για τον τόπο μας. Είναι, ελπιδοφόρο, λοιπόν, και απαραίτητο να βρίσκουμε τη δύναμη να δημιουργούμε, να διεκδικούμε τα καλύτερα και να ακούμε την εσωτερική μας φωνή, ή αλλιώς το πιο γλυκό και δυνατό μας χτυποκάρδι. Αρκεί να συνυπάρχει με γνήσια αγάπη, σεβασμό, πειθαρχία και αξιοπρέπεια».

Αν γύριζες τον χρόνο πίσω, θα έκανες την ίδια επιλογή; Ποια είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή αυτής της απόφασης;

«Η απόφαση της επιστροφής πάρθηκε από την Χρυσάνθη του 2013. Ο πυρήνας μου είναι ίδιος, αλλά η ρευστότητα είναι τόσο μεγάλη και τα δεδομένα τόσο διαφορετικά, οπότε δεν μπορώ να απαντήσω ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι η οινοποιία είναι μια μαγική τέχνη που με εκπλήσσει καθημερινά, με κινητοποιεί σημαντικά και κρατά το ενδιαφέρον μου ζωντανό συνεχώς. Άξιζε κάθε ικμάδα αγωνίας, κάθε μεγάλο εμπόδιο, κάθε τεράστια πρόκληση και κάθε ανυπέρβλητη δυσκολία για αυτή την ελάχιστη στιγμή που η ποιότητα της κάθε παραγωγής και των προϊόντων μας έφτασε στο επίπεδο που έπρεπε ή ήθελα, για κάθε φιάλη που άνοιγε και πλαισίωνε ανθρώπινες στιγμές.

Όλα τα παραπάνω, όμως, ήταν και ο λόγος που έμαθα να μην σταματώ. Η ενασχόληση με τη γη έχει δυσκολίες και προκλήσεις, αλλά όταν αποφασίσεις να την καλλιεργήσεις με σεβασμό σε ανταμείβει. Το γεγονός ότι μπορώ να ζω και να δραστηριοποιούμαι στην επαρχία, νιώθοντας την καρδιά μου ζεστή και πλήρη και πορευόμενη με συνέπεια και καθαρή συνείδηση ότι σέβομαι το περιβάλλον, τη γη, την πρώτη ύλη, τους συνεργάτες και τους οινόφιλους είναι η ηθική μου ανταμοιβή. Στην οινοποιία δεν υπάρχει όριο στην εξέλιξη και τη δημιουργία και αυτό είναι η καλύτερη αμοιβή του κόσμου».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below