Η 40χρονη Μαρία, που ζει σε ένα νησί, ανακαλύπτει πως είναι έγκυος όταν ταξιδεύει στην Αθήνα για το μνημόσυνο της μητέρας της, ενώ φιλοξενείται από τη θρήσκα αδερφή της, Έλενα – μια γυναίκα βυθισμένη εδώ και χρόνια στο πένθος. Η Έλενα έχει μια κόρη, την Αλίκη, που έχει αδυναμία στη θεία της και μια συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα της. Η Μαρία, μπερδεμένη για το αν πρέπει και αν θέλει τελικά να κρατήσει το παιδί ή όχι, θα κάνει μία απρόοπτη γνωριμία, θα αντιμετωπίσει το παρελθόν της και θα συνειδητοποιήσει πως μόνο αν συμφιλιωθεί με τις επιλογές της θα μπορέσει επιτέλους να γελάει, ό,τι κι αν πει ο κόσμος.
Ο Νικόλας Δημητρόπουλος, σκηνοθέτης με έδρα την Αθήνα και το Λονδίνο, μετά τα πολυσυζητημένα «Καλάβρυτα 1943» με πρωταγωνιστή τον Μαξ Φον Σίντοφ (Βραβείο Νεότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) επιστρέφει με μια ταινία βασισμένη για πρώτη φορά σε δικό του σενάριο. Με τίτλο «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος», αφού έκανε πρεμιέρα στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών του Σαν Φρανσίσκο, ετοιμάζεται για την αθηναϊκή πρεμιέρα της στο στο Newman στις 27 και 28/4, προτού συνεχίσει το ταξίδι της σε κινηματογράφους σε όλη τη χώρα.
Λίγο πριν, μιλήσαμε από μια από τις πρωταγωνίστριές της, τη Μαρία Αποστολακέα, που αφού απολαύσαμε φέτος στην τηλεοπτική σειρά «Ο Δικαστής» στον ΑΝΤ1 και στη θεατρική παράσταση «Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαγουλιώτη, τώρα θα δούμε στη μεγάλη οθόνη, στον ρόλο μιας γυναίκας που όταν κρατά στα χέρια της το θετικό τεστ εγκυμοσύνης βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δίλημμα ζωής – και τις κοινωνικές προσδοκίες.

Εγκυμοσύνη μετά τα σαράντα: Τι βρήκες ενδιαφέρον σε αυτό το θέμα, που πραγματεύεται μεταξύ άλλων η ταινία;
«Δεν ξέρω αν βρίσκω κάτι ενδιαφέρον. Ξέρω ότι είναι μια πραγματικότητα πολύ δύσκολη για τις γυναίκες, γιατί δεν είναι απαραίτητα επιλογή τους. Επειδή πλέον έχουν ανάγκη να υπάρξουν και ως επαγγελματίες, μεταθέτουν μια εγκυμοσύνη για πιο μετά. Από τη μία, είναι ευχάριστο το ότι, λόγω του ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες μια γυναίκα μπορεί, αν θέλει, να κάνει παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία. Από την άλλη, επειδή είναι πιο δύσκολο να το αποκτήσει μετά τα σαράντα με φυσικό τρόπο, βιώνει και μια σωματική βία για να τα καταφέρει. Επίσης μια γυναίκα που κάνει παιδί είναι πάντα μοιρασμένη ανάμεσα σε αυτό και στη δουλειά της. Όσο κι αν θα θέλαμε να λέμε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, πάντα θα παλεύει ανάμεσα σε αυτούς τους ρόλους και μπορεί, δυστυχώς, να νιώθει ανεπαρκής και στους δύο».
«Από τη μία, είναι ευχάριστο το ότι, λόγω του ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες μια γυναίκα μπορεί, αν θέλει, να κάνει παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία. Από την άλλη, επειδή είναι πιο δύσκολο να το αποκτήσει μετά τα σαράντα με φυσικό τρόπο, βιώνει και μια σωματική βία για να τα καταφέρει».
Ποιες στερεοτυπικές αντιδράσεις επιβιώνουν μέχρι σήμερα στην είδηση μιας εγκυμοσύνης μετά τα σαράντα, ανεξάρτητα από το αν μια γυναίκ αποφασίζει να τη συνεχίσει ή όχι;
«Ότι “είσαι πολύ τυχερή που σου συμβαίνει”. Νομίζω ότι οι άνθρωποι που το λένε δεν συνειδητοποιούν τη βαρύτητα αυτού του σχολίου, γιατί το κάνουν καλοπροαίρετα. Παρ’ όλα αυτά είναι ένας τεράστιος μοχλός πίεσης, γιατί μπορεί να μια γυναίκα να σκεφτεί: Άρα εγώ, που δεν το θέλω, είμαι κακός άνθρωπος; Θα ήμουνα μια άχρηστη μάνα; Μήπως δεν είμαι φυσιολογική που δεν θέλω παιδί;
»Ειδικά αν προκύψει μετά τα σαράντα μια εγκυμοσύνη που δεν υπολόγιζες, όταν είναι σπάνιο να συμβεί κατά λάθος, θα σου πούνε όλοι ότι “είναι ένα θαύμα”. Ενώ μπορεί για μια γυναίκα να μην είναι απαραίτητα κάτι θετικό, άρα αυτό να δημιουργήσει μια τεράστια σύγκρουση μέσα της».

H αδερφή της Μαρίας είναι θρησκευόμενη. Πιστεύεις ότι η θρησκεία, ή η διαφορά στην πίστη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, μπορεί να τους απομακρύνει;
«Νομίζω ότι η επιλογή της θρησκείας από έναν άνθρωπο εκ των πραγμάτων τον απομακρύνει από κάποιον που δεν την έχει επιλέξει. Ειδικά όταν έχει να κάνει με ένα κοντινό σου πρόσωπο, είναι τρομακτικό. Η θρησκεία δεν πολυσυμπαθεί την επιθυμία. Θεωρεί ότι οι άνθρωποι με επιθυμίες είναι αμαρτωλοί. Για μένα, αυτό έχει καταστρέψει ζωές ανθρώπων που νιώσανε ότι το σώμα τους έχει επιθυμίες.
»Η θρησκεία τσάκισε πολλούς ανθρώπους. Οπότε εγώ δεν την πολυσυμπαθώ, για να πω την αλήθεια. Αλίμονο αν ο άνθρωπος δεν είχε επιθυμίες: δεν θα είχε δημιουργήσει τίποτα. Οπότε είναι τρομακτικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να επιτρέπει ουσιαστικά στον εαυτό του να ζήσει ακρωτηριάζοντας οτιδήποτε μπορεί να του δώσει χαρά. Νομίζω ότι αυτό σε απομακρύνει από κοντά του.
«Η θρησκεία τσάκισε πολλούς ανθρώπους. Οπότε εγώ δεν την πολυσυμπαθώ, για να πω την αλήθεια. Αλίμονο αν ο άνθρωπος δεν είχε επιθυμίες: δεν θα είχε δημιουργήσει τίποτα. Οπότε είναι τρομακτικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να επιτρέπει ουσιαστικά στον εαυτό του να ζήσει ακρωτηριάζοντας οτιδήποτε μπορεί να του δώσει χαρά».
»Με έναν τρόπο, όλοι πιστεύουμε σε κάτι: στους άλλους ανθρώπους, στα δέντρα, στον ουρανό. Νομίζω ότι έχει ανάγκη ο άνθρωπος να πιστεύει σε κάτι μεγαλύτερο από αυτόν, είναι πολύ ανακουφιστικό το να πιστεύεις ότι σε μια δύσκολη στιγμή κάποιος θα σε πιάσει για να μην πέσεις. Αλλά η θρησκεία έτσι όπως την έχουμε μάθει στην Ελλάδα ευνουχίζει. Ένας άνθρωπος που ντρέπεται να έχει επιθυμίες είναι δυστυχισμένος. Δεν το δέχομαι ότι κάποιος άνθρωπος ή θεσμός έχει τη δύναμη να κάνει τους ανθρώπους δυστυχισμένους.
»Η περίπτωση τώρα της αδερφής της Μαρίας, που η μοναξιά και το πένθος την οδήγησε στη θρησκεία, που είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο, είναι μια άλλη ιστορία. Οι δύο γυναίκες έχουν άλλη σχέση. Δεν γνωρίστηκαν τώρα, που η μία ας πούμε είναι άθεη και η άλλη χριστιανή. Ήταν μάλλον πολύ κοντά και κάποια στιγμή το πένθος οδήγησε τη μία στη θρησκευτική πίστη. Οπότε η σχέση τους έχει βάσεις. Και αν υπάρχει αγάπη και εμπιστοσύνη, βοηθάει στο να υπάρχουν μαζί με έναν πιο ελεύθερο τρόπο».

Ένα ακόμα στερεότυπο που βλέπουμε να προκαλεί η Μαρία είναι ότι έχει επιλέξει, τουλάχιστον σε μια δεδομένη φάση της ζωής της, να είναι χωρίς σχέση. Πιστεύεις ότι έχει ξεπεραστεί το στερεότυπο ότι μια γυναίκα που είναι χωρίς σχέση είναι, ας πούμε, ανεπαρκής, ότι κάτι της λείπει;
«Δυστυχώς νομίζω πως όχι. Αν και, πάλι δυστυχώς, είναι τεράστιο το ποσοστό των γυναικών που είναι μόνες τους. Από την άλλη σκέφτομαι ότι και αντίστοιχοι άντρες είναι μόνοι τους, αλλά αυτό μπορεί να φαντάζει πιο γοητευτικό στο φαντασιακό: ότι ένας άντρας είναι από επιλογή μόνος, γιατί είναι πιο ελεύθερος, ενώ μια γυναίκα είναι απεγνωσμένη και ψάχνει τον γαμπρό. Ενώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
«Είναι τεράστιο το ποσοστό των γυναικών που είναι μόνες τους. Από την άλλη σκέφτομαι ότι και αντίστοιχοι άντρες είναι μόνοι τους, αλλά αυτό μπορεί να φαντάζει πιο γοητευτικό στο φαντασιακό: ότι ένας άντρας είναι από επιλογή μόνος, γιατί είναι πιο ελεύθερος, ενώ μια γυναίκα είναι απεγνωσμένη και ψάχνει τον γαμπρό».
»Μια γυναίκα δεν νομίζω ότι επιτρέπει στον εαυτό της να απολαύσει την ελευθερία της, για όσο χρονικό διάστημα την έχει. Γιατί και η μοναξιά σε στιγμές έχει κάτι τρομερά απελευθερωτικό. Μπορεί να σκεφτείς: “Είμαι μόνη μου και πάρα πολύ δυστυχισμένη”. Άρα, ετεπροσδιορίζεσαι; Για ποιον λόγο; Άλλο η επιθυμία του να συνυπάρχεις με έναν άνθρωπο και να μοιράζεστε τη ζωή σας και άλλο όταν δεν υπάρχει κάποιος να νιώθεις ότι δεν υπάρχεις ούτε εσύ».

Γεννήθηκες, μεγάλωσες στο Παρίσι και σπούδασες στο Μονπελιέ. Γιατί μετακόμισες στην Ελλάδα;
«Οι απόφοιτοι από τις σχολές του Παρισιού και του Στρασβούργου έχουν πιο εύκολη πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Εγώ τελείωσα μια πολύ καλή σχολή θεάτρου στο Μονπελιέ, αλλά στη Γαλλία, όταν τελειώνεις μια σχολή στην περιφέρεια, είναι πιο εύκολο να βρεις δουλειά αν μείνεις εκεί. Επειδή εγώ είχα την επιθυμία να επιστρέψω στο Παρίσι, αυτό έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. Δεν είχα καν τη δυνατότητα για οντισιόν. Κάπως έτσι ήρθα στην Ελλάδα. Εδώ μού λείπει βέβαια πολύ η Γαλλία, όπως και εκεί μού έλειπε η Ελλάδα. Είναι αυτά τα ανικανοποίητα».
«Μια γυναίκα δεν νομίζω ότι επιτρέπει στον εαυτό της να απολαύσει την ελευθερία της, για όσο χρονικό διάστημα την έχει. Γιατί και η μοναξιά σε στιγμές έχει κάτι τρομερά απελευθερωτικό. Μπορεί να σκεφτείς: “Είμαι μόνη μου και πάρα πολύ δυστυχισμένη”. Άρα, ετεπροσδιορίζεσαι; Για ποιον λόγο;»
Τι θα έφερνες στις τέχνες στην Ελλάδα, σε επίπεδο εκπαίδευσης ή εργασίας, αν ήταν στο χέρι σου;
«Αυτή τη στιγμή γίνονται όλες αυτές οι συζητήσεις για τις συλλογικές συμβάσεις, την προστασία των εργαζομένων, το να πληρώνονται οι πρόβες, το να υπάρχουν αξιοπρεπείς μισθοί, πολύ αυτονόητα πράγματα τα οποία δεν υπάρχουν. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν έχουμε πολλά αυτονόητα πράγματα. Νομίζω ότι δεν προστατεύεται καθόλου ο πολιτισμός. Και είναι πολύ δύσκολο να συνεχίζεις να αντιμετωπίζεις τη δουλειά σου σαν δουλειά όταν το ίδιο το κράτος δεν την αντιμετωπίζει έτσι.
»Μετά θα ήταν ωραίο να ανοίξει η τέχνη προς τον έξω κόσμο. Είναι κάπως συντηρητικά τα πράγματα ακόμα στην Ελλάδα. Πράγματα που εδώ θεωρούνται πρωτοποριακά σε άλλες χώρες είναι ξεπερασμένα. Αυτό δεν ξέρω σε τι οφείλεται. Δεν έχει να κάνει με την εκπαίδευση. Έχει ίσως να κάνει με την κουλτούρα της χώρας, που είναι αρκετά συντηρητική. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να απελευθερωθούμε πραγματικά και να σταματήσουμε να έχουμε αυτές τις ενοχές, ίσως τις χριστιανικές που κουβαλάμε ερήμην μας, σε μια τόσο θεοκρατούμενη χώρα».

Και ο ρόλος σου στην τηλεοπτική σειρά «Ο Δικαστής» αμφισβητούσε έμφυλες συμβάσεις. Προέκυψε ή επιλέγεις συνειδητά τέτοιους ρόλους;
«Ίσως πρέπει να ερωτηθούν γι’ αυτό οι άνθρωποι που μου έκαναν τις προτάσεις! Μπορεί να υπάρχει ένα δικό μου κομμάτι που αρνείται την ανισότητα: “Αφού μπορείς να το κάνεις εσύ, γιατί όχι κι εγώ; Και τι έγινε που είμαι γυναίκα;”. Εννοείται ότι οι γυναίκες έχουν ζοριστεί και περιοριστεί πολύ περισσότερο, αλλά αυτοί οι διαχωρισμοί είναι περιοριστικοί και για τους άντρες. Υπάρχει μια τεράστια μερίδα ανδρών που θα θέλανε να υπάρχουν αλλιώς και η κοινωνία δεν τους το επιτρέπει».
Με αφορμή το τίτλο της ταινίας «Μη γελάτε, τι θα πει ο κόσμος», πιστεύεις ότι έχουμε αρχίσει κάπως να απελευθερωνόμαστε από την ανησυχία για το «τι θα πει ο κόσμος»;
«Η ανησυχία έχει αλλάξει μορφή. Ενώ παλιά οι άνθρωποι φοβούνταν τι θα πει ο κόσμος που κρυφοκοιτούσε πίσω από τα παράθυρα στο χωριό, τώρα ο κόσμος είναι στο Instagram. Οπότε νομίζω ότι υπάρχει μια ψύχωση για το τι θα πει εκεί. Είναι εντυπωσιακό το ότι από τη μία οποία σου λένε “άκου τον εαυτό σου” και “αγάπα τον εαυτό σου” και “κάνε αυτό που σε κάνει να είσαι καλά” και ταυτόχρονα υπάρχει μια τερατώδης αγωνία για το αν θα σε αποδεχτούν – ποιοι, δεν ξέρω. Να σε αποδεχθεί όλη η ανθρωπότητα;».
«Ενώ παλιά οι άνθρωποι φοβούνταν τι θα πει ο κόσμος που κρυφοκοιτούσε πίσω από τα παράθυρα στο χωριό, τώρα ο κόσμος είναι στο Instagram. Από τη μία οποία σου λένε “άκου τον εαυτό σου” και “κάνε αυτό που σε κάνει να είσαι καλά” και ταυτόχρονα υπάρχει μια τερατώδης αγωνία για το αν θα σε αποδεχτούν – ποιοι, δεν ξέρω».
Ποια είναι η δική σου σχέση με τα social media;
«Κάπως χαβαλετζίδικη. Έχει ένα χρόνο που έκανα Instagram και δημοσιεύω μόνο πράγματα που αφορούν τη δουλειά. Αλλά όποτε έχω χρόνο να μπω και να χαζέψω, θλίβομαι βαθιά. Με θλίβει το ότι ζούμε με έναν τρόπο που το έχουμε ανάγκη αυτό, ενώ θα μπορούσαμε να είμαστε στα μπαρ με τους φίλους μας και να πίνουμε ποτά. Δείχνει ότι ζούμε σε έναν αδυσώπητο καπιταλισμό που μας έχει ρουφήξει όλους. Και οι τρόποι αντίστασης είναι πολύ περιορισμένοι πια και πολύ πιο δύσκολο να τους στηρίξουμε. Γιατί δεν νομίζω ότι ποτέ κανένα social θα αντικαταστήσει το βλέμμα ενός ανθρώπου που σε κοιτάει στα μάτια και σου πιάνει το χέρι».
Άρα τα social για σένα δεν είναι εργαλείο με τα οποία μπορούμε να αντισταθούμε, ή τουλάχιστον δεν είναι αυτή η βασική λειτουργία τους στην πράξη;
«Νομίζω ότι ως μέσο αντίστασης έχουν υπάρξει σε χώρες που έχουν να αντιμετωπίσουν ξεκάθαρα πιο σκληρές πραγματικότητες από τις δικές μας. Σε χώρες που ακόμα χαίρουν κάποιας ευημερίας καλλιεργούν πιο πολύ τον ναρκισσισμό παρά την αντίσταση».

Ποια είναι τα σχέδιά σου για τους επόμενους μήνες;
«Αυτή τη στιγμή κάνω πρόβες για μια παράσταση που λέγεται “40 Πλας”. Θα παιχτεί στην Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία του Χάρη Πεχλιβανίδη. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη για αυτή τη δουλειά, γιατί την κάνουμε με φίλους και μιλάμε για τη δικιά μας γενιά. Κατεστραμμένη και αδικημένη».
Γιατί κατεστραμμένη;
«Μεγαλώσαμε με ΠΑΣΟΚ και μπήκαμε στο πανεπιστήμιο με τους Δίδυμους Πύργους [την τρομοκρατική, πολύνεκρη επίθεση του 2001]. Μετά είχαμε την κρίση. Μετά είχαμε τον COVID. Την ανεργία. Και αυτή τη στιγμή μένουμε σε σπίτια χωρίς θέρμανση».
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:
Info
«Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος». Αγγλικός τίτλος: Don’t Laugh, They’ll See You. Έτος: 2025. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 105’. Είδος: Δραματική κωμωδία. Πρεμιέρα: 27 και 28/4 Αθήνα – Newman Cinema (Σεβαστουπόλεως 117, Αθήνα 11526). Προβολές: 8/5, 11-12-13/5 Ηράκλειο Κρήτης – Βιτσέντζος Κορνάρος (Μαλικούτη 18, Ηράκλειο, 71202). 18/5 και 25/5 Θερινός Αθήνα – Στέλλα (Τενέδου 34, Αθήνα 113 61). 29 – 30/5 Θεσσαλονίκη – Σινέ Βακούρα (Μιχαήλ Ιωάννου 8, Θεσσαλονίκη 546 22). Η ταινία θα προβληθεί επίσης σε Πάτρα, Λάρισα, Κόρινθο και άλλες πόλεις. Προπώληση: www.more.com
Συντελεστές
Σκηνοθεσία και Σενάριο: Νικόλας Δημητρόπουλος. Παραγωγός: Τάσος Κορωνάκης και Laika Productions. Συμπαραγωγοί: ΕΡΤ AE, Bounce, Athens Film Sound, A10 Post Production. Καστ: Μαρία: Μαρία Αποστολακέα, Μιχάλης: Ακύλλας Καραζήσης, Έλενα: Μαντώ Γιαννίκου. Συμμετέχουν: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Μελίνα Πολυζώνη, Μαρία Καλιμάνη, Μαρίνα Σιώτου, Ανδρέας Κοντόπουλος, Ιωάννα Μπακαλάκου, Χάρης Καρύδης κ.ά. Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρίνα Δανέζη. Διευθυντής Φωτογραφίας: Γιώργος Ραχματούλιν. Μοντάζ: Χρήστος Γάκης. Σκηνογραφία: Ερμίνα Αποστολάκη. Ενδυματολογία: Τάσος Δήμας, Σοφία Κοτσίκου, Κατερίνα Χαλιώτη. Μουσική: Περικλής Αγιανοζόγλου, Μέμος Πιλαφτσής



