Σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, τα μοναχοπαίδια σπάνιζαν και αντιμετωπίζονταν σαν κάτι αξιοπερίεργο. Σήμερα, παρόλο που δεν σπανίζουν πια –κάθε άλλο– συνεχίζουν να έρχονται αντιμέτωπα, και τα ίδια και οι γονείς τους, με στερεότυπα όπως: είναι κακομαθημένα, εγωκεντρικά, απροσάρμοστα, μικρομέγαλα. Δεν μπορεί, οι γονείς τους θα είχαν κάποιο πρόβλημα για να μην καταφέρουν να τους «χαρίσουν» ένα αδερφάκι. Σίγουρα δεν ήταν επιλογή τους να μεγαλώνουν ένα μοναχοπαίδι. Ακόμα και ο ίδιος ο όρος περιέχει μια υποτίμηση: ένα μοναχοπαίδι είναι πολύ λίγο για μια οικογένεια και, το ίδιο, μοναχικό.

Οι σχετικοί μύθοι ανάγονται ήδη στο 1896, σύμφωνα με ένα νέο άρθρο για τα μοναχοπαίδια στο The Atlantic. Η έρευνα «Peculiar and Exceptional Children» («Ιδιόρρυθμα και Εξαιρετικά Παιδιά»), που είχε διεξαγάγει ένας ερευνητής του Πανεπιστημίου Κλαρκ ονόματι E. W. Bohannon, μετά την παρατήρηση πάνω από 1.000 παιδιών κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα 46 μοναχοπαίδια «έχουν φανταστικούς φίλους, δεν πηγαίνουν τακτικά στο σχολείο, ίσως και καθόλου, δεν τα πηγαίνουν καλά με τα άλλα παιδιά, κατά κανόνα, είναι γενικά κακομαθημένα και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν καλή υγεία». Πολλά από εκείνα τα παιδιά ζούσαν σε απομονωμένα αγροκτήματα, όπου στην εποχή τους ήταν υποχρεωμένα να συμμετέχουν στις αγροτικές εργασίες. Θα ήταν λογικό, λοιπόν, τα μοναχοπαίδια να φορτώνονται με περισσότερες ώρες δουλειάς, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώτος πρόεδρος της Αμερικανικής Εταιρείας Ψυχολογίας, G. Stanley Hall, αποφάνθηκε ότι «το να είσαι μοναχοπαίδι είναι από μόνο του μια ασθένεια».

Έρευνα του 1896 κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα μοναχοπαίδια «έχουν φανταστικούς φίλους, δεν πηγαίνουν τακτικά στο σχολείο, ίσως και καθόλου, δεν τα πηγαίνουν καλά με τα άλλα παιδιά, κατά κανόνα, είναι γενικά κακομαθημένα και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν καλή υγεία».

Τα στερεότυπα συνέχισαν να επιβιώνουν, να αναπαράγονται και να εμπλουτίζονται. Το 1922 ο ψυχολόγος A. A. Brill σχολίαζε πως «θα ήταν καλύτερο για το άτομο και την ανθρώπινη φυλή αν δεν υπήρχαν καθόλου μοναχοπαίδια». Το 1968 ένα άρθρο στους New York Times με τίτλο «Το σύνδρομο μοναχοπαίδι» συμβούλευε τους γονείς, αν δεν μπορούσαν να αποκτήσουν δεύτερο βιολογικό παιδί, να το υιοθετήσουν. Το 1979 ο συγγραφέας George Crane προειδοποιούσε να μην παντρευόμαστε μοναχοπαίδια: Η νευρικότητα και η δυσκολία προσαρμογή τους έκανε πιο πιθανό ένα διαζύγιο, υποστήριζε.

Η απεικόνισή τους από την ποπ κουλτούρα, από τα βιβλία μέχρι τις κινηματογραφικές ταινίες, δεν βοήθησε την κατάσταση. Η Ερμιόνη, ενδεικτικά, από τη σειρά «Χάρι Πότερ», παρουσιάζεται σαν μια ενοχλητική ξερόλα. Ειδικά η βιομηχανία του Χόλιγουντ, όπως επισημαίνει το The Atlantic, τιμά ένα αμερικανικό πρότυπο πολύτεκνης οικογένειας «που έχει πάψει να αποτελεί τον κανόνα από τη δεκαετία του 1850».

Ειδικά η βιομηχανία του Χόλιγουντ, όπως επισημαίνει το The Atlantic, τιμά ένα αμερικανικό πρότυπο πολύτεκνης οικογένειας «που έχει πάψει να αποτελεί τον κανόνα από τη δεκαετία του 1850».

Σήμερα οι οικογένειες όχι μόνο κάνουν λιγότερα παιδιά αλλά τα μοναχοπαίδια είναι πιο κοινά από ποτέ. Σύμφωνα με αμερικανικές στατιστικές, ο αριθμός παιδιών ανά γυναίκα μειώθηκε από 3,6 το 1957 σε 1,7 το 2021. Παρ’ όλα αυτά, το 86% των συμμετεχόντων σε έρευνα του 2015 (Pew Research Center) εξακολουθούσε να πιστεύει ότι οι οικογένειες θα έπρεπε να έχουν τουλάχιστον δύο παιδιά – και το 41% ιδανικά τρία και πάνω. Αυτό φυσικά έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα, όπου κάνουμε παιδιά σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία (αν κάνουμε γενικώς) και οι οικογένειες λυγίζουν από το κόστος της φροντίδας τους, αλλά και από τη δυσκολία να τους προσφέρουν καθημερινά τον χρόνο και την προσοχή που χρειάζονται.

Φυσικά, όπως επισημαίνει και η αρθρογράφος του Atlantic, Chiara Dello Joio, «οι αδερφικές σχέσεις είναι πλούσιες και σε διαμορφώνουν. Κάποιοι ίσως να μη μπορούν να φανταστούν να μεγαλώνουν χωρίς έναν έμπιστο σύντροφο στο παιχνίδι. Αλλά αυτές οι λειτουργίες μπορούν να καλυφθούν και από άλλες σχέσεις – και μάλιστα χωρίς, ενδεχομένως, τις τυπικές συγκρούσεις και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα αδέρφια».

«Οι αδερφικές σχέσεις είναι πλούσιες και σε διαμορφώνουν. Κάποιοι ίσως να μη μπορούν να φανταστούν να μεγαλώνουν χωρίς έναν έμπιστο σύντροφο στο παιχνίδι. Αλλά αυτές οι λειτουργίες μπορούν να καλυφθούν και από άλλες σχέσεις – και μάλιστα χωρίς, ενδεχομένως, τις τυπικές συγκρούσεις και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα αδέρφια».

Νέες έρευνες φωτίζουν τη θετική πλευρά του να μεγαλώνεις ως μοναχοπαίδι: τα συγκεκριμένα παιδιά τείνουν να είναι πιο κοντά στους γονείς τους και να τους αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη οικειότητα και σεβασμό. Νιώθουν πιο άνετα να αλληλεπιδρούν με τους δασκάλους τους – ίσως γιατί περνούν περισσότερο χρόνο με ενήλικες από τα συνομήλικά τους. Σημειώνουν υψηλότερες επιδόσεις σε τεστ νοημοσύνης και θέτουν υψηλότερους ακαδημαϊκούς στόχους – πιθανόν επειδή οι γονείς τους έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν περισσότερα, οικονομικά και συναισθηματικά, σε αυτά. Και, σε αντίθεση με τα μοναχοπαίδια που ζούσαν στις φάρμες του 19ου αιώνα, έχουν περισσότερες ευκαιρίες να χτίσουν φιλίες με άλλα παιδιά, στο σχολείο, στις εξωσχολικές δραστηριότητες αλλά και στις παρέες των γονιών τους.

Ένα χαρακτηριστικό που τα διακρίνει, σύμφωνα με μια μεγάλη μελέτη (Project Talent) που βασίστηκε σε συνεντεύξεις με πάνω από 400.000 εφήβους το 1960, ένα, πέντε και έντεκα χρόνια αργότερα, τα μοναχοπαίδια απολαμβάνουν περισσότερο τη μοναξιά και είναι λιγότερο πιθανό να συμμετέχουν σε ομαδικές δραστηριότητες. Από την άλλη, μήπως η εξωστρέφεια είναι κάπως υπερτιμημένη;

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below