Η διαδρομή που οδήγησε τη Rene Karabash στις υποψηφιότητες του International Booker Prize ξεκίνησε από μια έκθεση στη Σόφια, όπου η Pepa Hristova, φωτογράφος με καταγωγή από τη Βουλγαρία και έδρα τη Γερμανία, παρουσίαζε μια σειρά πορτρέτων αφιερωμένη στις «ορκισμένες παρθένες» της Αλβανίας: γυναίκες από απομονωμένες κοινότητες που, ακολουθώντας μια μακραίωνη παράδοση (σύμφωνα με τους εθιμικούς κανόνες του Κανούν) από επιλογή ή εξαναγκασμό, έδιναν όρκο παρθενίας και περνούσαν την υπόλοιπη ζωή τους μέσα στα ρούχα και τους κοινωνικούς ρόλους των αντρών.

Οι τελευταίες εναπομείνασες ορκισμένες παρθένες πρέπει να βρίσκονται, στις μέρες μας, στη μέση ηλικία και η αλλόκοτη αυτή παράδοση προβλέπεται να πεθάνει μαζί τους. Αλλά η Karabash, βλέποντας τις φωτογραφίες «εκείνων των ανδρόγυνων γυναικών», σκέφτηκε ότι μέσα από τις ιστορίες τους θα μπορούσε να αφηγηθεί τη δική της. Έτσι γεννήθηκε το μυθιστόρημά της «Ορκισμένη» (εκδ. Μεταίχμιο), με το οποίο έγινε η πρώτη γυναίκα συγγραφέας της Βουλγαρίας στη βραχεία λίστα του διεθνούς λογοτεχνικού βραβείου.

Λίγες μέρες προτού ανακοινωθεί ο νικητής ή η νικήτριά του, τη συναντάμε στη 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, όπου τιμώμενη χώρα φέτος είναι η δική της. «Μεγάλωσα σε ένα χωριό όπου μπορεί να μην είχαμε ορκισμένες παρθένες αλλά επικρατούσαν παρόμοιοι νόμοι ακραίας πατριαρχίας», θυμάται. Σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, σκληρό για «ευαίσθητες ψυχές». Η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματός της, Μπεκιά, η οποία γίνεται ορκισμένη παρθένα, θα μπορούσε να είναι η ίδια – ή η αδερφή της, την οποία ο πατέρας τους συνήθιζε να αποκαλεί «αγοράκι μου».

Ακόμα και η επιλογή του καλλιτεχνικού ψευδωνύμου της (το αληθινό όνομα της Karabash είναι Irena Ivanova) σχολιάζει τις πατριαρχικές δομές που διαμόρφωσαν και την οικογένειά της. «Karabash είναι το πατρικό της μητέρας μου, η οποία μετά τον γάμο με τον πατέρα μου πήρε το επώνυμό του. Ένιωθα ότι είχε χαθεί η γυναικεία γενεαλογία μας». Αισθάνθηκε, επίσης, ότι αυτό το όνομα θα της έδινε και κάποια από τη δύναμη των προγόνων της. «Είχα ακούσει πολλά για έναν προ-προ-πάππου μου που λεγόταν Karabash».

Στα βουνά της Αλβανίας, στο παρελθόν, μια γυναίκα μπορούσε να γίνει ορκισμένη παρθένα για διαφορετικούς λόγους. Ας πούμε, για να κληρονομήσει την περιουσία του πατέρα της ελλείψει αρσενικών απογόνων. Ή για να πάρει τα όπλα και να εκδικηθεί για μια από τις βεντέτες που βύθιζαν εκείνες τις κοινωνίες στο αίμα. Ή για να δραπετεύσει από το σπίτι, όπου οι γυναίκες περνούσαν τη ζωή τους, και να απολαύσει τις ελευθερίες των αντρών. Ή για να αποφύγει έναν κανονισμένο γάμο, όπως στην περίπτωση της Μπεκιά. Η οποία όμως πληρώνει ένα βαρύ τίμημα.

«Μεγάλωσα σε ένα χωριό όπου μπορεί να μην είχαμε ορκισμένες παρθένες αλλά επικρατούσαν παρόμοιοι νόμοι ακραίας πατριαρχίας», θυμάται η Rene Karabash. Σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, σκληρό για «ευαίσθητες ψυχές».

«Ερεύνησα το θέμα [των ορκισμένων παρθένων] για δύο χρόνια. Διάβασα βιβλία και συνεντεύξεις, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ. Και ανακάλυψα πολλά κοινά με τον δικό μας τρόπο ζωής. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ζούμε στα Βαλκάνια, όπου επικρατούν αυστηροί νόμοι και παραδόσεις» εξηγεί η συγγραφέας. «Δεν νομίζω όμως ότι αυτό το μυθιστόρημα αφορά μόνο τα Βαλκάνια. Μπορεί να διαβαστεί ως η αλληγορία μιας γυναίκας που γίνεται άντρας. Στην καθημερινότητά μας, πόσες γυναίκες γινόμαστε μεταφορικά άντρες; Πόσες καλούμαστε να κάνουμε τα πράγματα που κάνουν οι άντρες; Δεν αναφέρομαι στην έμφυλη ταυτότητα ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά στην ενέργεια που έχουμε όλες μέσα μας».

Η πρόοδος στην έμφυλη ισότητα στη Βουλγαρία γίνεται «με μικρά βήματα και πολλές δυσκολίες. Η γενιά των Millennials προσπαθήσαμε να σπάσουμε τις νόρμες και να αλλάξουμε ό,τι δεν μας ταίριαζε. Ακόμα όμως συναντάμε αντιστάσεις, πολιτικές και κοινωνικές. Όχι μόνο από τις παλαιότερες γενιές αλλά και από νέες που υιοθετούν παλιές παραδόσεις. Δεν είναι εύκολο. Κάθε ένας δίνει τις μάχες του και για τους άντρες και, κυρίως, για τις γυναίκες, που αγωνίζονται να είναι ελεύθερες, που αγωνίζονται να μην τους λέει κανείς τι “πρέπει” να κάνουν και τι “πρέπει” να είναι». Οι μάχες δίνονται και σε συλλογικό επίπεδο, αλλά «δυστυχώς υπάρχουν ακόμα και γυναίκες που λένε, δεν είμαι φεμινίστρια».

Photo: Yana Lozeva

Πάνω απ’ όλα, ίσως, το «Ορκισμένη» είναι μια λογοτεχνική γιορτή της αγάπης. Μπορεί η αγάπη του μυθιστορήματος να αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες, αλλά η αφήγησή του, που φλερτάρει με την ποίηση, απελευθερώνεται από τόπους, χρόνους, φύλα και μας προκαλεί όλους να την κάνουμε δική μας. «Χαίρομαι που οι αναγνώστες στη Βουλγαρία είδαν το βιβλίο ως κάτι περισσότερο από ένα κουήρ μυθιστόρημα. Αυτός είναι και ο τρόπος να το αποδεχτείς ως κάτι φυσιολογικό, πιστεύω: δείχνοντας όχι τις διαφορές αλλά τις ομοιότητες [μεταξύ κάθε σχέσης αγάπης]».

«Η γενιά των Millennials προσπαθήσαμε να σπάσουμε τις νόρμες και να αλλάξουμε ό,τι δεν μας ταίριαζε. Ακόμα όμως συναντάμε αντιστάσεις, πολιτικές και κοινωνικές. Όχι μόνο από τις παλαιότερες γενιές αλλά και από νέες που υιοθετούν παλιές παραδόσεις. Δεν είναι εύκολο».

Την αγάπη τιμά και με το δεύτερο βιβλίο της, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά (επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο). Το «Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» είναι μια σειρά από fiction επιστολές ενός άντρα προς την ιδανική αγαπημένη του, τη μελλοντική σύζυγό του, την οποία δεν έχει γνωρίσει ακόμα. Μέσα στις εβδομήντα σελίδες του, όμως, παρακολουθούμε –και ζούμε– μια ανατροπή: «Στην αρχή ο Ομάρ έχει εμμονή με τη μελλοντική σύζυγό του. Την τοποθετεί σε βάθρο. Αργότερα όμως συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα δεν αναζητά εκείνη, αλλά το κομμάτι του εαυτού του που χρειάζεται για να είναι ολοκληρωμένος.

»Έγραψα αυτό το βιβλίο στη διάρκεια μιας προσωπικής θεραπείας. Ο Ομάρ άλλαζε μαζί μου κι εγώ άλλαζα μαζί του. Στο τέλος συνειδητοποιείς ότι, αν αναζητάς την αγάπη, πρέπει πρώτα να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι σύνδεση με τον άλλο, όχι να καλύψουμε ένα έλλειμμα αγάπης προς τον εαυτό μας αλλά να μοιραστούμε την αγάπη που αφθονεί μέσα μας».

«Αν αναζητάς την αγάπη, πρέπει πρώτα να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι σύνδεση με τον άλλο, όχι να καλύψουμε ένα έλλειμμα αγάπης προς τον εαυτό μας αλλά να μοιραστούμε την αγάπη που αφθονεί μέσα μας».

Αν η «Ορκισμένη» αναφέρεται σε μια παράδοση προς εξαφάνιση, το «Γράμματα του Ομάρ» ανατρέχει σε ένα μέσο επικοινωνίας προς εξαφάνιση, τις επιστολές – ήδη από το εξώφυλλο, που η αισθητική του ξυπνά μνήμες νοσταλγίας. Τι χάνεται μαζί με την παραδοσιακή αλληλογραφία; «Σήμερα μιλάμε και γράφουμε διαρκώς στα social media και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Αλλά νομίζω ότι επιλέγουμε τις λέξεις με λανθασμένο τρόπο. Απλά, πετάμε λέξεις. Μια επιστολή μπορεί να συμπυκνώσει το νόημα όσων θέλουμε να πούμε. Επίσης μάς φέρνει σε επαφή με τον εαυτό μας, γιατί η συγγραφή είναι θεραπευτική. Και, μέσα από αυτήν, αρχίζουμε να ζούμε με πιο αργούς ρυθμούς. Είναι μια ευκαιρία να ξυπνήσουμε, μέσα σε μια πραγματικότητα που κινείται πολύ γρήγορα, που είναι ο χειρότερος τρόπος να ζεις».

Και η δική της πραγματικότητα κινείται γρήγορα αυτή την περίοδο, μετά την υποψηφιότητά της για το International Booker, «ανάμεσα σε συνεντεύξεις και ταξίδια. Από την άλλη, είναι για εμένα κάτι απίστευτο, που δεν είχα ποτέ φανταστεί. Κατανοώ απόλυτα, επιπλέον, ότι μου δίνει μεγάλη ευθύνη το ότι ο κόσμος είναι στραμμένος, κατά κάποιον τρόπο, πάνω μου».

Όταν αφοσιώνεται στη συγγραφή, ωστόσο, προσπαθεί να μη σκέφτεται «ούτε τον αναγνώστη ούτε τον κόσμο. Να είμαι ξανά ο εαυτός μου». Σε αυτή την αυθεντικότητα επιδιώκει να μείνει πιστή και στο νέο μυθιστόρημα που γράφει, με έμπνευση από το Άγιο Όρος. «Ίσως γιατί έζησα εκεί σε κάποια προηγούμενη ζωή, ως μια γυναίκα που κατάφερε να μπει μέσα και μετά πήγε φυλακή», αστειεύεται.

Μέσω της μυθοπλασίας, πάντως, θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει την αδικία της απαγόρευσης της πρόσβασης των γυναικών στο τρίτο πόδι της Χαλκιδικής. «Η ηρωίδα μου καταφέρνει να πάει στον Άθω. Ο Θεός, για μένα, δεν έχει καμία σχέση με ανισότητες, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό». Στο νέο βιβλίο της υπάρχει και μία ακόμα ιστορία, για μια γυναίκα «που κατοικεί σε ένα βουλγαρικό χωριό όπου ζουν Μουσουλμάνοι, οι οποίοι την αντιμετωπίζουν σαν να είναι διαφορετική. Δεν θα αφορά, επομένως, μόνο τον Χριστιανισμό και τη θρησκεία, αλλά γενικά την πίστη και το πώς συναντάμε τον Θεό μέσα από την αγάπη μας για τον άλλο. Ο Θεός είναι πιο κοντά από όσο πιστεύουμε».

Το νέο μυθιστόρημα που γράφει είναι εμπνευσμένο από το Άγιο Όρος. Μέσω της μυθοπλασίας, θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει την αδικία της απαγόρευσης της πρόσβασης των γυναικών. «Η ηρωίδα μου καταφέρνει να πάει στον Άθω. Ο Θεός, για μένα, δεν έχει καμία σχέση με ανισότητες, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό».

Σίγουρα δεν θα μπορέσει να κάνει επιτόπια έρευνα για το νέο βιβλίο της, σχολιάζω. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία: «Χρησιμοποιώ κάποια πράγματα που είναι για εμένα σημαντικά, όπως η ατμόσφαιρα και οι κανόνες που επικρατούν στο Άγιο Όρος, αλλά η υπόλοιπη ιστορία είναι πολύ προσωπική, πολύ εστιασμένη. Ακόμα και το Όρος έχει διαφορετικό όνομα στο βιβλίο μου. Δημιούργησα τοποθεσίες που δεν υπάρχουν. Εξάλλου, κάποιες φορές η μυθοπλασία είναι πιο πραγματική από την αληθινή ζωή».

Για τη Rene Karabash

Ζει ενεργά ανάµεσα στη λογοτεχνία, τον κινηµατογράφο και το θέατρο. Ανάµεσα στην πόλη και το χωριό. Ανάµεσα στους άλλους και στον εαυτό της. Για την «Ορκισμένη» έλαβε το 2019 το σπουδαίο λογοτεχνικό βραβείο Elias Canetti και υποψηφιότητα για το Μυθιστόρηµα της Χρονιάς του Εθνικού Ιδρύµατος «13 αιώνες Βουλγαρία» και για τα λογοτεχνικά βραβεία Peroto. Η ίδια το διασκεύασε για μια διεθνή κινηματογραφική παραγωγή, σε σκηνοθεσία Kostadin Bonev, που αναμένεται να κάνει πρεμιέρα μέσα στο 2026.

Οι δύο ποιητικές της συλλογές ήταν υποψήφιες για το Εθνικό Βραβείο Ποίησης Ivan Nikolov. Για τον ρόλο της στην ταινία «Δίχως Θεό» («Godless», 2016, σκηνοθ. Ralitsa Petrova) απέσπασε πλήθος κινηµατογραφικών βραβείων στην κατηγορία Καλύτερης Ηθοποιού: Silver Leopard (Λοκάρνο), Heart of Sarajevo (Σαράγεβο), Bronze Horse (Στοκχόλµη), Golden Rose (Βάρνα). Την ίδια χρονιά έλαβε υποψηφιότητα στην κατηγορία Καλύτερης Ηθοποιού από τη Βουλγαρική Ακαδηµία Κινηµατογράφου.

Διδάσκει δηµιουργική γραφή και έχει ιδρύσει την ακαδηµία Rabbit Hole, η οποία συγκεντρώνει στο δυναµικό των οµιλητών της µερικούς από τους πλέον διακεκριµένους λογοτέχνες της Βουλγαρίας.

Στην παρουσίαση του βιβλίου της «Γράμματα του Ομάρ» στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Για την 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Με μεγάλη προσέλευση κοινού και ιδιαίτερα έντονη φέτος τη νεανική παρουσία, με γεμάτες αίθουσες και με σημαντικό διεθνές αποτύπωμα, ολοκληρώθηκε το βράδυ της Κυριακής 10 Μαΐου 2026 η 22η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης στη ΔΕΘ-HELEXPO. Για τέσσερις ημέρες, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε στο επίκεντρο του βιβλίου και του δημόσιου διαλόγου. Αναγνώστες, συγγραφείς, εκδότες, μεταφραστές, επαγγελματίες του βιβλίου, μαθητές και οικογένειες συμμετείχαν σε μια διοργάνωση που έφτασε τις 500 εκδηλώσεις, με τη συμμετοχή 318 εκθετών και περισσότερων από 30 ξένων συγγραφέων.

Τιμώμενη χώρα ήταν η Βουλγαρία, με κεντρικό σύνθημα «Η Λογοτεχνία πέρα ​​από τα Σύνορα / Literature beyond Borders». Μέσα από ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα παρουσιάστηκε το σύγχρονο λογοτεχνικό και εκδοτικό τοπίο της γειτονικής χώρας, υπήρξε σταθερός και δημιουργικός διάλογος με την ελληνική λογοτεχνία και τους σύγχρονους εκπροσώπους της, αναδείχθηκαν μεταφραστές και εικονογράφοι, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη διεθνή πορεία συγγραφέων, όπως ο Georgi Gospodinov (νικητής βραβείου Booker 2023) και η Rene Karabash. Η παρουσία της Βουλγαρίας λειτούργησε ως αφορμή για έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από τη θέση των «μικρότερων γλωσσών» στη διεθνή αγορά βιβλίου και τη σημασία της πολιτιστικής εξωστρέφειας.

«Η λογοτεχνία πέρα από τα σύνορα» είναι και το θέμα του φετινού International Booker Prize, για το οποίο η μεταφράστρια της «Ορκισμένης» στα αγγλικά, Izidora Angel, σχολιάζει χαρακτηριστικά στην πλατφόρμα των διεθνών βραβείων: «Υπάρχει μια τάση λογοτεχνικής περιχαράκωσης, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για λογοτεχνία σε γλώσσες μειονοτήτων, που λειτουργεί σαν ένα είδος αστυνόμευσης πολιτισμικών συνόρων. Έχω γράψει και στο παρελθόν για ελλείμματα στις πολιτισμικές ανταλλαγές αλλά αξίζει να το ξαναπώ: δεν χρειαζόμαστε άλλο ένα βιβλίο με απομνημονεύματα διαζυγίου από τη Νέα Υόρκη».

 

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below