Υπάρχουν πρόσωπα που δεν ανήκουν μόνο στην εποχή τους. Η Μαρία Κάλλας είναι ένα από αυτά. Η φωνή, η σκηνική της παρουσία, οι αντιφάσεις της, η αυστηρότητα και η ευθραυστότητά της —ειδικά αυτή η τελευταία— εξακολουθούν να συνθέτουν έναν από τους πιο ισχυρούς μύθους του 20ού αιώνα. Η Κάλλας δεν υπήρξε μόνο η κορυφαία σοπράνο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ακούμε την όπερα. Ήταν μια γυναίκα-έμπνευση που μετέτρεψε την εμφάνιση, τη σιωπή, τη στάση του σώματος και το ένδυμα σε προέκταση της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.

Αυτή τη διάσταση επιχειρεί να αναδείξει η έκθεση “Maria La Callas. Η ιταλική τέχνη των κοστουμιών της ταινίας”, που παρουσιάζεται από τις 27 Μαΐου έως τις 13 Σεπτεμβρίου 2026 στο Μουσείο Μπενάκη / Ελληνικού Πολιτισμού, στην οδό Κουμπάρη. Πρόκειται για συνδιοργάνωση της Πρεσβείας της Ιταλίας στην Αθήνα και του Μουσείου Μπενάκη, υπό την αιγίδα του Εθνικού Επιμελητηρίου Ιταλικής Μόδας, η οποία παρουσιάζει για πρώτη φορά ως αυτόνομη έκθεση επιλογή 18 κοστουμιών από την ταινία Maria του 2024.

Η ταινία του Χιλιανού σκηνοθέτη Pablo Larraín, με την Angelina Jolie στον ρόλο της Μαρίας Κάλλας, εστιάζει κυρίως στις τελευταίες ημέρες της στο Παρίσι, τη δεκαετία του ’70, όταν η La Divina ζει πια μακριά από τη σκηνή, έχοντας πίσω της μια λαμπερή διαδρομή, αλλά και μια ταραχώδη προσωπική ζωή. Παρακολουθεί την περίοδο απομόνωσης και αναστοχασμού της, αναζητώντας όχι μόνο τη δημόσια εικόνα της, αλλά και κάτι από την αλήθεια της: τη γυναίκα πέρα από τον μύθο, την καλλιτέχνιδα κάτω από την εικόνα, το σώμα που είχε υπάρξει φορέας μιας ανεπανάληπτης φωνής.

Στον πυρήνα αυτής της κινηματογραφικής ανασύνθεσης βρίσκεται η δουλειά του Ιταλού ενδυματολόγου Massimo Cantini Parrini, ο οποίος υπογράφει τα κοστούμια της ταινίας και επιμελείται την έκθεση σε συνεργασία με σπουδαστές της διεθνούς σχολής μόδας Polimoda στη Φλωρεντία, από την οποία αποφοίτησε και στην οποία παραμένει ενεργός ως μέντορας.

Τα κοστούμια της Maria δεν λειτουργούν ως απλή αναβίωση μιας εποχής. Είναι ένας τρόπος ανάγνωσης της Κάλλας. Ο Parrini, ο Massimiliano Giornetti, διευθυντής της Polimoda, και η ομάδα του μελέτησαν φωτογραφίες, σκηνικές εμφανίσεις, εξώφυλλα δίσκων και δημόσιες εικόνες της σοπράνο από τη δεκαετία του 1940 έως τη δεκαετία του 1970, αναζητώντας όχι μόνο την ακρίβεια της γραμμής, του υφάσματος και της σιλουέτας, αλλά και την ψυχολογική τους σημασία. Κάθε ένδυμα υποδηλώνει μια στιγμή: την άνοδο, τη λάμψη, την πειθαρχία, την κοσμική παρουσία, την απομόνωση, την εξάντληση, την επιμονή της ομορφιάς ακόμη και όταν όλα γύρω της μοιάζουν να σβήνουν.

Θρυλικά κοστούμια όπερας συνυπάρχουν με σύνολα που παραπέμπουν στη δημόσια και ιδιωτική παρουσία της Κάλλας. Η έκθεση, έτσι, δεν αφορά μόνο τη μόδα ούτε μόνο τον κινηματογράφο. Αφορά τη μεταμόρφωση μιας γυναίκας σε σύμβολο. Η La Divina υπήρξε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές κομψότητας του 20ού αιώνα, όχι επειδή ακολούθησε απλώς τους κώδικες του στιλ, αλλά επειδή τους ενσωμάτωσε σε μια προσωπική γλώσσα. Το μαύρο φόρεμα, το κόσμημα, η αυστηρή γραμμή, το βλέμμα, η σκηνική πόζα έγιναν στοιχεία μιας αφήγησης που ξεπερνούσε την εμφάνιση.

Σε ερώτηση του Marie Claire για το ποιο κοστούμι βρίσκεται πιο κοντά στη «δική τους» Κάλλας, η απάντηση οδήγησε σε κάτι βαθύτερο από την ενδυματολογική εντύπωση: στην αυθεντικότητα. Όπως σημείωσε ο Massimo Cantini Parrini, η αληθινή Κάλλας δεν βρίσκεται μόνο στα εμβληματικά κοστούμια της σκηνής, αλλά στην απλότητα και στην εσωτερική ένταση με την οποία κατοικούσε κάθε εικόνα της. «Τα κοστούμια που φαντάστηκα εγώ για εκείνη είναι τα κοστούμια που φτιάχνουν τη δική μου εικόνα για την Κάλλας — και θα τα δείτε καθώς μπαίνετε στην έκθεση», ανέφερε.

«Για μένα, είναι μια μακριά πλεκτή ρόμπα που φορούσε στις ιδιωτικές της στιγμές», μας είπε ο Massimiliano Giornetti, σχεδιαστής και διευθυντής της Polimoda.

«Η απλότητα του ρούχου συνδέεται με την ηρεμία και την ευαλωτότητα της Ντίβας. Η Κάλλας είναι μια μορφή που δεν αντιγράφεται εύκολα, γιατί η δύναμή της δεν βρίσκεται μόνο στα ρούχα, αλλά στον τρόπο που τα κατοικούσε». Ήταν για αυτό ακριβώς το ρούχο που ο ενδυματολόγος της ταινίας Massimo Cantini Parrini δέχτηκε πάμπολα μηνύματα και φωτογραφίες. «Πολλές γυναίκες μου έστειλαν φωτογραφίες στις οποίες οι ίδιες ή κάποια θεία τους, έμπλεκε με βελονάκι αυτή τη μακριά ρόμπα από μαλλί και κασμίρι! Με ρωτούσαν μάλιστα να τους πω τα νήματα που χρησιμοποιήσαμε», μας είπε ο ίδιος χαριτολογώντας.

Στο Μουσείο Μπενάκη, η έκθεση με τις δημιουργίες του Cantini Parrini για την ταινία Maria υπενθυμίζει ότι τα κοστούμια δεν ντύνουν απλώς έναν χαρακτήρα· τον ερμηνεύουν. Και καμιά φορά γίνονται το καλύτερο επιχείρημα για να ξαναδεί κανείς μια ταινία που συζητήθηκε αρκετά για την επιλογή της πρωταγωνίστριας, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εστίασε στη ζωή της λατρεμένης Μαρίας — μιας γυναίκας που έζησε διαρκώς ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον ρόλο, ανάμεσα στο προσωπικό δράμα και στη δημόσια λατρεία.

Η “Maria La Callas”, μια έκθεση για το πώς η ιταλική δεξιοτεχνία στο κοστούμι συνομιλεί με τον κινηματογράφο, την όπερα και τη μόδα, δείχνει, για ακόμη μία φορά, γιατί η Μαρία Κάλλας εξακολουθεί να μας αφορά σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό της: όχι μόνο για τη θεϊκή της ερμηνεία, αλλά και για τη γενναία, συχνά σπαρακτική παρουσία της σε έναν κόσμο που ίσως δεν την κατάλαβε ποτέ πλήρως.
Πληροφορίες έκθεσης
Maria La Callas. Η ιταλική τέχνη των κοστουμιών της ταινίας
Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού
Κουμπάρη 1, Αθήνα
27.05.2026 – 13.09.2026



