Η Carolin Würfel, συγγραφέας, σεναριογράφος και δημοσιογράφος που ζει μεταξύ Βερολίνου και Κωνσταντινούπολης, γράφει στον Guardian ένα προσωπικό δοκίμιο με αφορμή τα 40ά γενέθλιά της. Ένα κείμενο για εκείνη τη στιγμή στη ζωή όπου πολλοί άνθρωποι κάνουν έναν απολογισμό και αναρωτιούνται αν βρίσκονται εκεί που φαντάζονταν, αν πήραν τις σωστές αποφάσεις και αν τελικά η ζωή τους έχει πάρει τη μορφή που περίμεναν.
Η ίδια ξεκινά το κείμενό της αναφερόμενη στη Γερμανίδα συγγραφέα Christa Wolf, η οποία τη δεκαετία του 1970 είχε γράψει σε επιστολή της προς τον συγγραφέα Lew Kopelew πως «βρίσκεται κανείς αρκετά άνετα ανάμεσα σε όλα τα μέτωπα και πρέπει να καταλάβει ότι αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το μόνο δυνατό μέρος για να βρίσκεται».
Η Wolf μιλούσε για τα μεγάλα πολιτικά και ιστορικά ρήγματα της εποχής της: τη Σοβιετική Ένωση και τη Δύση, την Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία, την πραγματικότητα του Ψυχρού Πολέμου. Για την Carolin Würfel, όμως, αυτή η φράση έχει και μια προσωπική σημασία. Περιγράφει την εμπειρία του να βρίσκεται κάποιος ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, χωρίς να ανήκει απόλυτα σε έναν μόνο από αυτούς.
Όπως γράφει, το να βρίσκεται κανείς «ανάμεσα» μπορεί να είναι ανακουφιστικό, γιατί δεν χρειάζεται πάντα να επιλέξει μία πλευρά. Μπορεί όμως και να δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν φτάνει ποτέ πραγματικά κάπου, ότι παραμένει σε μια ασαφή περιοχή χωρίς σταθερό σημείο αναφοράς.
Αυτό το συναίσθημα, σημειώνει, το γνωρίζει καλά και ως μέλος της γενιάς των millennials. Όταν έγινε 40, ένιωσε πιο έντονα την πίεση μιας ηλικίας που συνοδεύεται από πολλές προσδοκίες.
«Στατιστικά, το μισό της ζωής μου βρίσκεται πίσω μου», γράφει. Και για πολλούς ανθρώπους της ηλικίας της, τα 40 παραμένουν ένας δύσκολος αριθμός, γιατί, όσο κι αν προσπαθούμε να το δούμε διαφορετικά, «τα 40 δεν είναι τα νέα 30».
Λίγες εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά της, η καλύτερή της φίλη την κάλεσε και τη ρώτησε αν είναι έτοιμη. Η απάντησή της ήταν πως ναι, γιατί ένιωθε ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσει πίσω της μια δεκαετία που την είχε αλλάξει πολύ.
Τα 30 της, όπως γράφει, ήταν μια περίοδος γεμάτη ανάπτυξη και νέες εμπειρίες, αλλά και εξάντληση. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα το δεύτερο μισό αυτής της δεκαετίας, η ζωή της χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αλλαγές: έναν γάμο που τελείωσε, τη μετακόμισή της από το Βερολίνο στην Κωνσταντινούπολη με δύο βαλίτσες, μια νέα αρχή επαγγελματικά και προσωπικά και την προσπάθεια να μάθει ξανά να ζει μόνη της σε μια άγνωστη πόλη.
Για μεγάλο διάστημα πίστευε ότι αυτή η περίοδος ήταν προσωρινή. Ότι κάποια στιγμή, όταν όλα θα ηρεμούσαν, θα «έφτανε» σε ένα πιο σταθερό σημείο. «Έχει συμβεί και δεν έχει συμβεί», γράφει χαρακτηριστικά.
View this post on Instagram
Όταν ήταν παιδί και νεαρή γυναίκα, είχε μια συγκεκριμένη εικόνα για τους ανθρώπους που γίνονταν 40. Πίστευε ότι ήταν οι πραγματικοί ενήλικες: είχαν σπίτια, αυτοκίνητα, σταθερό εισόδημα, καθημερινές συνήθειες και την αυτοπεποίθηση ότι ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν τη ζωή.
Η δική της πραγματικότητα είναι διαφορετική. «Δεν αισθάνομαι ότι έχω τον έλεγχο τις περισσότερες φορές», παραδέχεται.
«Υπάρχουν ημέρες», γράφει, «που αναρωτιέμαι: Γιατί δεν έχω προχωρήσει περισσότερο; Γιατί η οικονομική μου κατάσταση δεν είναι διαφορετική; Γιατί η καριέρα μου δεν είναι πιο σταθερή; Γιατί δεν έχω αγοράσει σπίτι ή αυτοκίνητο; Γιατί ακόμη προσπαθώ να βρω μια καθημερινή ρουτίνα;».
Σκέφτεται ακόμη αν θα έπρεπε να είχε πάρει άλλες αποφάσεις: αν έπρεπε να είχε παραμείνει στον γάμο της, αν θα έπρεπε να είχε αποκτήσει παιδί ή αν κάποια στιγμή πήρε λάθος δρόμο.
Όμως αναγνωρίζει πως αυτές οι σκέψεις είναι γνώριμες σε πολλούς ανθρώπους. Η σκέψη «αν είχα κάνει κάτι διαφορετικά, η ζωή μου θα ήταν καλύτερη» είναι ένας πειρασμός που επιστρέφει συχνά, ανεξάρτητα από την ηλικία.
Στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς μετακόμισε από την ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης σε ένα από τα Πριγκιπονήσια στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Τα νησιά ανήκουν διοικητικά στην πόλη, όμως έχουν τη δική τους ατμόσφαιρα, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία.
Αρχικά φοβήθηκε ότι αυτή η επιλογή θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο την αίσθηση ότι βρίσκεται «ανάμεσα». Τελικά, όμως, συνέβη το αντίθετο.
Όπως γράφει, δεν έχει αγαπήσει ποτέ έναν τόπο τόσο πολύ. Χρειάστηκε χρόνο για να καταλάβει γιατί εκεί ένιωσε πιο ήρεμη από ποτέ.
Σε μια συνάντηση με φίλους της που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη με το πλοίο, κάθισαν όλοι μαζί σε έναν λόφο κοιτάζοντας τη θάλασσα και μίλησαν για όσα ήθελαν να αφήσουν πίσω τους.
Εκείνη είπε τη λέξη aradayım, «είμαι ανάμεσα».
Και τότε κατάλαβε ότι ίσως δεν χρειάζεται πλέον να παλεύει με αυτή την αίσθηση. Το «ανάμεσα» δεν είναι απαραίτητα μια αίθουσα αναμονής πριν από τη ζωή. Είναι κι αυτό ένας τόπος ζωής.
Η κοινωνία συχνά αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση ως αποτυχία, σαν να σημαίνει ότι κάποιος δεν έχει εξελιχθεί αρκετά, δεν έχει πετύχει αρκετά ή δεν έχει γίνει ακόμη αυτό που θα έπρεπε.
Όταν βρίσκεται στη Γερμανία, τη ρωτούν πότε θα επιστρέψει οριστικά. Στην Τουρκία, πολλοί δυσκολεύονται να καταλάβουν γιατί μια Γερμανίδα με «στρωμένη» ζωή στην Ευρώπη επέλεξε να βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη.
Για εκείνη, όμως, αυτή η ζωή ανάμεσα σε δύο τόπους δεν είναι μια προσωρινή περιπέτεια. «Το ανάμεσα υποτίθεται ότι είναι μια αίθουσα αναμονής, όχι μια ζωή. Όμως δεν το πιστεύω πια», γράφει.
Την ημέρα των γενεθλίων της, η φίλη της τη ρώτησε αν αισθάνεται διαφορετικά τώρα που έγινε 40. Η απάντησή της ήταν απλή: «Όχι, νιώθω το ίδιο. Βρίσκομαι ανάμεσα, όπως πάντα». Γιατί τελικά, όπως καταλήγει, ίσως εκεί ακριβώς ζούμε όλοι τις ζωές μας: ανάμεσα σε επιλογές, αλλαγές, αβεβαιότητες και διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας.



