Η Melissa Dahl, συντάκτρια υγείας στο The Cut του New York Magazine, άρχισε ψυχοθεραπεία το 2022, μετά από μια αποβολή που είχε. Στις αρχές όμως του φετινού χρόνου αποφάσισε να τη διακόψει. Ο βασικός λόγος δεν ήταν ότι έχασε τη δουλειά της και δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει στο κόστος αλλά ότι, απλά, δεν ήθελε να συνεχίσει.

Όπως συνειδητοποίησε, «τον τελευταίο καιρό χρησιμοποιούσα τις συνεδρίες μας για να αναμασώ τα ίδια τρία, αντικειμενικά ανόητα θέματα: το ότι έκανα συνέχεια σχέδια που στην πραγματικότητα δεν ήθελα να τηρήσω, τους προβληματισμούς μου για το αν θα έπρεπε (ή αν θα μπορούσα) να γράψω δεύτερο βιβλίο, και το άγχος μου στη δουλειά που διαρκώς αυξανόταν (το τελευταίο φρόντισε να το τακτοποιήσει το σύμπαν)».

Σε μια εποχή που «οι φίλοι μου μιλούν για την ψυχοθεραπεία σαν να πηγαίνουν στο γυμναστήριο: σαν να είναι μια αδιαπραγμάτευτη ρουτίνα υγείας που υποτίθεται ότι πρέπει να συνεχίσεις για πάντα […] εγώ κουράστηκα να μιλάω τόσο πολύ για τον εαυτό μου».

Σε μια εποχή που «οι φίλοι μου μιλούν για την ψυχοθεραπεία σαν να πηγαίνουν στο γυμναστήριο: σαν να είναι μια αδιαπραγμάτευτη ρουτίνα υγείας που υποτίθεται ότι πρέπει να συνεχίσεις για πάντα […] εγώ κουράστηκα να μιλάω τόσο πολύ για τον εαυτό μου».

Ακόμα και οι ίδιοι οι θεραπευτές δεν πιστεύουν ότι η ψυχοθεραπεία πρέπει να συνεχίζεται διά βίου, σύμφωνα τουλάχιστον με την άποψη της Emma Mahony που η Dahl παραθέτει στο νέο άρθρο της με τίτλο «Maybe you shouldn’t talk to someone» («Ίσως δεν πρέπει να μιλήσεις σε κάποιον»). Η Mahony μάλιστα συμβουλεύει κάποιους ασθενείς της να κάνουν διαλείμματα ή να αραιώνουν τη συχνότητα των συνεδριών τους. Η παραπάνω άποψη φαίνεται να επιβεβαιώνεται από μια ανασκόπηση σε 19 μελέτες, που δεν βρήκε καμία διαφορά ανάμεσα σε μακροχρόνιες και βραχυχρόνιες περιόδους ψυχοθεραπείας σε άτομα με άγχος ή κατάθλιψη.

Ίσως μάλιστα τελικά δεν είναι απαραίτητο, ούτε καν ωφέλιμο, να «σκαλίζουμε» τα πάντα. Μια γυναίκα που μιλάει στη Dahl, η 29χρονη Carrie, μετά από σχεδόν δέκα χρόνια ψυχοθεραπείας όταν ετοιμαζόταν να παντρευτεί παρατήρησε ότι η ψυχοθεραπεύτριά της έφερνε ξανά στην επιφάνεια οικογενειακά προβλήματα που είχαν συζητήσει ξανά, πριν από χρόνια. «Μου έκανε πολλές ερωτήσεις για τις οικογενειακές σχέσεις που είχαν να κάνουν με τον γάμο. Ήταν σαν να αναζητούσε ένα πρόβλημα εκεί που δεν υπήρχε». Ή όπως το θέτει η Dahl: «Πενήντα λεπτά [ο χρόνος μιας συνεδρίας] είναι πολλά για να γεμίσεις όταν τίποτα δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα».

Ίσως μάλιστα τελικά δεν είναι απαραίτητο, ούτε καν ωφέλιμο, να «σκαλίζουμε» τα πάντα. Η 29χρονη Carrie μετά από σχεδόν δέκα χρόνια ψυχοθεραπείας όταν ετοιμαζόταν να παντρευτεί παρατήρησε ότι η ψυχοθεραπεύτριά της έφερνε ξανά στην επιφάνεια οικογενειακά προβλήματα που είχαν συζητήσει ξανά πριν από χρόνια.

Ο καθηγητής Γνωσιακής Νευροεπιστήμης Michael Anderson, με τη σειρά του, αμφισβητεί τη δημοφιλή ιδέα ότι «αν προσπαθήσεις να καταπιέσεις κάτι, θα σου γυρίσει μπούμερανγκ». Μετά από είκοσι χρόνια μελετών δημοσίευσε τα αποτελέσματα ενός πειράματος όπου οι εθελοντές παρακινήθηκαν απλά να αφήνουν να περνούν κάποιες αρνητικές σκέψεις αντί να τις εξετάζουν. Στο τέλος ανέφεραν χαμηλότερα επίπεδα άγχους και λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Και πιθανόν η ψυχοθεραπεία να μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι άλλο. Για του λόγου το αληθές, η Dahl αναφέρει άρθρο της επιστημονικής επιθεώρησης BMJ που υποστηρίζει ότι διάφορες μορφές σωματικής άσκησης, όπως το τζόκινγκ, η γιόγκα ή η μυϊκή ενδυνάμωση, μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο αποτελεσματικές από τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ή ακόμα και κάποια αντικαταθλιπτικά στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης.

Όμως η ψυχοθεραπεία μπορεί να έχει και μια ακόμα ανεπιθύμητη ενέργεια που ίσως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει. Μπορεί να αποφεύγουμε να μοιραστούμε με κοντινούς φίλους και συγγενείς κάποια προβλήματα που θεωρούμε ότι πρέπει να κρατήσουμε για τον επαγγελματία ψυχικής υγείας. Έτσι όμως ίσως απομονώνουμε τον εαυτό μας και τον στερούμε από ένα πιθανόν λυτρωτικό μοίρασμα. Χαρακτηριστικά, όταν η 26χρονη Elaine σταμάτησε την ψυχοθεραπεία, έμαθε ότι ο πατέρας της είχε διαγνωστεί με μια νευροεκφυλιστική νόσο. Τελικά αποφάσισε να μοιραστεί την είδηση με μια μεγαλύτερης ηλικίας συνάδελφό της, η οποία τής εκμυστηρεύτηκε ότι είχε ζήσει την ίδια δοκιμασία στην οικογένειά της.

Όμως η ψυχοθεραπεία μπορεί να έχει και μια ακόμα ανεπιθύμητη ενέργεια που ίσως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει. Μπορεί να αποφεύγουμε να μοιραστούμε με κοντινούς φίλους και συγγενείς κάποια προβλήματα που θεωρούμε ότι πρέπει να κρατήσουμε για τον επαγγελματία ψυχικής υγείας.

«Μοιράστηκα μαζί της ένα πραγματικά ευαίσθητο θέμα κι εκείνη μοιράστηκε μαζί μου κάτι πραγματικά ευαίσθητο. Ανταλλάξαμε πληροφορίες για τη ζωή μας. Ένας ψυχοθεραπευτής δεν σου μιλάει για τη ζωή του – ή και να το κάνει θα είναι κάπως παράξενο» σχολιάζει η Elaine, ενώ η Dahl συνοψίζει: «Αυτό που έκανε η Elaine δεν ήταν, απαραίτητα, καλύτερο από το να μιλήσει σε ψυχοθεραπευτική. Αλλά μπορεί να ήταν πιο ουσιαστικό».

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below