Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Ακόμα και αν περνάμε δύσκολα, ειδικά όσοι στο τέλος Ιουλίου συνεχίζουμε να δουλεύουμε με αμείωτους ρυθμούς, τουλάχιστον υπάρχει πλέον ένας όρος για να περιγράψει (σχεδόν) κάθε κατάσταση που αντιμετωπίζουμε. Για παράδειγμα, μετά το γνωστό σε όλους burnout, ελληνιστί σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης, έκανε την εμφάνισή του το ξαδερφάκι του, rustout, το οποίο μάλιστα ενδεχομένως να είναι πιο κοινό.

Ας πούμε ότι φτάνει η Παρασκευή -καλή ώρα- και σκεφτόμαστε ότι αφήσαμε μια ακόμα εργάσιμη εβδομάδα πίσω μας με ένα αίσθημα ματαιότητας («και τι έκανα αυτή την εβδομάδα που πέρασε;»). Ας πούμε τώρα ότι αυτό το αίσθημα δεν υποχωρεί μέσα στο Σαββατοκύριακο αλλά συνεχίζεται, κάθε μέρα. Μέχρι που, κάποια στιγμή, δεν θυμόμαστε πότε ξεκίνησε. Τότε, το rustout ίσως είναι αυτό που ζούμε.

Ο όρος προτάθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του ‘70 από τον John Howard σε ένα άρθρο του στην επιθεώρηση Business Quarterly, όπως γράφει η Dr Sabrina Fitzsimons, συνεργάτιδα του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου. Συνέχισε να χρησιμοποιείται για τις επόμενες δεκαετίες κυρίως σε ό,τι είχε να κάνει με το στρες σε σχολικά περιβάλλοντα, χωρίς όμως να γίνονται εμπειρικές μελέτες.

Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν σήμερα ότι εμφανίζεται σε εργαζομένους που δεν έχουν την ευκαιρία να αναλαμβάνουν εργασίες με νόημα ή που υποχρεώνονται σε χαμηλής ποιότητας καθήκοντα – τη λεγόμενη «λάντζα». Με τον πέρασμα του χρόνου, αυτή η ρουτίνα κατατρώει την αυτοπεποίθηση, τη δημιουργικότητα και, τελικά, το κίνητρό τους για δουλειά. Χάνεται κάθε αίσθημα ικανοποίησης, ακόμα και αν εργάζονται σε ένα πεδίο που, διαφορετικά, μπορεί να τους πάθιαζε.

Το rustout εμφανίζεται σε εργαζομένους που δεν έχουν την ευκαιρία να αναλαμβάνουν εργασίες με νόημα ή που υποχρεώνονται σε χαμηλής ποιότητας καθήκοντα – τη λεγόμενη «λάντζα». Με τον πέρασμα του χρόνου, αυτή η ρουτίνα κατατρώει την αυτοπεποίθηση, τη δημιουργικότητα και, τελικά, το κίνητρό τους για δουλειά. Χάνεται κάθε αίσθημα ικανοποίησης

Είναι σαν να βυθιζόμαστε, σιωπηρά, σε ένα τέλμα, χωρίς να αντιδρούμε – αν και οι άλλοι μπορεί να ερμηνεύουν τη συμπεριφορά μας στη δουλειά σαν «τεμπελιά». Και αν η εργοδοσία τότε επιστρατεύσει το μαστίγιο και όχι το καρότο, το rustout μπορεί να χρονίσει. Γιατί αυτό που μας λείπει δεν είναι η πίεση να αποδώσουμε, είναι το νόημα σε ό,τι κάνουμε.

Η Dr Fitzsimons συμμετείχε σε μια έρευνα (Fitzsimons & Smith, 2025) σε 1.500 εκπαιδευτικούς από διάφορους φορείς, που ανέδειξε τη διαφορά του rustout από το burnout. Γιατί μπορεί και τα δύο να καταλήγουν σε απώλεια του ενδιαφέροντος για εργασία, αλλά στο rustout ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι όχι απλώς δεν αξιοποιούνται πλήρως οι ικανότητες και τα τυπικά προσόντα του: είναι σχεδόν αόρατες για τους άλλους. Και σε αντίθεση με την ένταση του burnout, το rustout εκτυλίσσεται αθόρυβα, δηλητηριάζοντας όχι μόνο την επαγγελματική απόδοσή μας αλλά και τη συνολική ικανοποίησή μας από τη ζωή.

Ακόμα και αν δεν είμαστε εκπαιδευτικοί, ίσως ταυτιστούμε με τις περιγραφές που έδωσαν κάποιοι από τους συμμετέχοντες στην έρευνα: «Το 70% της δουλειάς μου είναι γραφειοκρατία, είναι καταθλιπτικό», «Ό,τι αγαπάω στη δουλειά μου -η διδασκαλία, η έρευνα- επισκιάζεται από τα διοικητικά καθήκοντα», «Μου ζητούν να κάνω κάτι και, απλά, δεν έχω άλλη επιλογή – με βλέπουν σαν την “εύκολη λύση”».

Στο rustout ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι όχι απλώς δεν αξιοποιούνται πλήρως οι ικανότητες και τα τυπικά προσόντα του: είναι σχεδόν αόρατες για τους άλλους. Και σε αντίθεση με την ένταση του burnout, το rustout εκτυλίσσεται αθόρυβα, δηλητηριάζοντας όχι μόνο την επαγγελματική απόδοσή μας αλλά και τη συνολική ικανοποίησή μας από τη ζωή.

Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα το σύστημα καταπίνει τους πιο ικανούς προκειμένου να διατηρήσει τη σταθερότητά του. «Όταν κατακτούνται οι εταιρικοί στόχοι, γιατί να αλλάξεις το οτιδήποτε;», σχολιάζει η Dr Fitzsimons, παραθέτοντας μαρτυρίες εκπαιδευτικών όπως: «Δεν σε ρωτούν ποτέ αν είσαι ικανοποιημένος. Σου λένε: “Έκανες τη δουλειά;” ή: “Είσαι τυχερός που έχεις δουλειά”».

«Οι αντιδράσεις που συναντήσαμε στη μελέτη μας είχαν ενδιαφέρον», προσθέτει η ίδια. «Οι αρνητικές κυμαίνονταν από το “με αυτό τον τρόπο ιατρικοποιούμε την εργασία” μέχρι το “ένα ακόμα επινοημένο πρόβλημα ψυχικής υγείας της γενιάς Χ, Y, Z”. Όσοι ήταν πιο ανοιχτοί στο να μάθουν περισσότερα θεώρησαν το rustout μια φυσιολογική αντίδραση σε περιβάλλοντα εργασίας και οργανισμούς που έχασαν το ουσιαστικό νόημα της ύπαρξής τους».

Όπως συμπληρώνει η ερευνήτρια: «Επαγγελματική επιτυχία δεν σημαίνει μόνο να τακτοποιείς εκκρεμότητες ή να πιάνεις μετρήσιμους στόχους αλλά και να αφιερώνεις χρόνο σε ό,τι κάνει τη δουλειά σου καλύτερη  – όπως είναι, στην περίπτωση της εκπαίδευσης, η διδασκαλία, το mentoring, η καινοτομία και η ποιοτική έρευνα. Και όπως ισχύει και για το burnout, το rustout είναι αναστρέψιμο, όταν το αναγνωρίζουμε, το κατανοούμε και κάνουμε στοχευμένες αλλαγές στο σύστημα».

«Επαγγελματική επιτυχία δεν σημαίνει μόνο να τακτοποιείς εκκρεμότητες ή να πιάνεις μετρήσιμους στόχους αλλά και να αφιερώνεις χρόνο σε ό,τι κάνει τη δουλειά σου καλύτερη. Και όπως ισχύει και για το burnout, το rustout είναι αναστρέψιμο, όταν το αναγνωρίζουμε, το κατανοούμε και κάνουμε στοχευμένες αλλαγές στο σύστημα».

Η πλατφόρμα Girlboss, με τη σειρά της, σε ένα νέο άρθρο με τίτλο «Μήπως η δουλειά σας σάς προκαλεί rustout;», δίνει κάποιες πρακτικές ενδείξεις του rustout:

-Νιώθουμε ότι μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας ακόμα και με κλειστά τα μάτια: Όχι γιατί είμαστε καλές σε αυτήν, αλλά επειδή στερείται εκπλήξεων, εναλλαγών και νέων ερεθισμάτων.

-Έχουμε γίνει αθεράπευτα γκρινιάρες: Δεν χάνουμε ευκαιρία να πούμε σε όλους πόσο άσχημα τα περνάμε στη δουλειά μας και έχουμε χάσει το κίνητρο να κάνουμε ακόμα και το bare minimum.

-Παρουσιάζουμε ψυχοσωματικά συμπτώματα: Μπορεί να νιώθουμε μονίμως κουρασμένες, να υποφέρουμε από πονοκεφάλους ή διαταραχές στη διατροφή και τον ύπνο μας – ναι, δεν μας τρώει μόνο η πολλή δουλειά, αλλά και η δουλειά χωρίς νόημα.

Τι κάνουμε, λοιπόν;

Αν φοβόμαστε να ακολουθήσουμε την πιο προφανή συμβουλή («άλλαξε δουλειά») ή, απλά, δεν μας ακούγεται ρεαλιστική σε μια αγορά εργασίας που παραπαίει, οι εναλλακτικές μας είναι να επιχειρήσουμε να δημιουργήσουμε μόνες μας νέες ευκαιρίες, εκπαιδεύοντας τον εαυτό μας σε νέες δεξιότητες και ξεκινώντας νέες σπουδές. Να προσπαθήσουμε να πάρουμε πρωτοβουλίες εντός του εργασιακού χώρου (ίσως οι προϊσταμένοι μας να μην έχουν μπει στη διαδικασία να μάθουν αρκετά για τις ικανότητες και τις σπουδές μας). Και αν τα παραπάνω δεν λειτουργήσουν, και εξακολουθούμε να μην μπορούμε να αλλάξουμε δουλειά, αναζητάμε την ικανοποίηση σε μια δραστηριότητα εκτός γραφείου, από ένα σπορ μέχρι την καλλιτεχνική δημιουργία.

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below