Διαβάζοντας το «Μαζί ό,τι κι αν συμβεί» (εκδ. Διόπτρα), έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς μια συζήτηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με βαθιά γνώση, πείρα και ευαισθησία. Πράγματι, το νέο βιβλίο αποτελεί καρπό της συνεργασίας ανάμεσα στη Φρόσω Φωτεινάκη, ψυχολόγο, ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέα πολλών παιδικών βιβλίων, και τον εκπαιδευτικό Μάριο Μάζαρη, που στη διαδρομή του στις σχολικές αίθουσες, από το 2006, «προσπαθώ διαρκώς να είμαι ο δάσκαλος που δεν είχα ποτέ».
Οι συγγραφείς και συνομιλητές, με αφετηρία ιστορίες από τη σχολική τάξη και το θεραπευτικό δωμάτιο, στις οποίες σίγουρα θα αναγνωρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας, μας παρακινούν να αναρωτηθούμε πώς ο πόνος, η αγωνία, η ανησυχία, ο φόβος μπορεί να γίνουν εμπιστοσύνη, ελπίδα, φως. Μάς εμπνέουν να μεγαλώνουμε πιο τρυφερά και ευαίσθητα το παιδί μας – και το παιδί μέσα μας που δεν έπαψε ποτέ να διψάει για στοργή. Και μας κάνουν να νιώθουμε λιγότερη μοναξιά.
Πώς γνωριστήκατε και πώς προέκυψε η ιδέα να γράψετε μαζί αυτό το βιβλίο;
Φρόσω Φωτεινάκη: «Τον Μάριο τον εντόπισα μια ημέρα σε ένα βίντεο των social media, τότε που ακόμη δεν είχε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην κοινότητά του. Είχε όμως φως, και μάτια λαμπερά, και ένα βλέμμα ευγενικό, και βέβαια μιλούσε για κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλούσε έως τότε· για την τάξη και το σχολείο! Μετά από λίγες εβδομάδες, του έγραψα ένα μήνυμα για να του στείλω το πρώτο μου παιδικό βιβλίο, που είχα μόλις γράψει και αφορούσε τη μονογονεϊκή οικογένεια. Το έλαβε και το έκανε δράση μέσα στην τάξη του την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου! Ειλικρινά, έκτοτε δεν έχει σταματήσει λεπτό να με συναρπάζει με τις ιδέες του και τα αναπάντεχα που δημιουργεί. Ένα από αυτά είναι και η συνεργασία μας για το “Μαζί”».
Μάριος Μάζαρης: «Όταν γνώρισα τη Φρόσω διαδικτυακά, ένιωσα πολύ γρήγορα ότι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, παρότι ερχόμασταν από δύο διαφορετικούς κόσμους. Εκείνη από το θεραπευτικό δωμάτιο κι εγώ από τη σχολική τάξη. Διαπιστώσαμε όμως ότι στο τέλος της ημέρας συναντούσαμε τους ίδιους ανθρώπους: τα ίδια παιδιά, τους ίδιους γονείς, τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια ερωτήματα. Πολύ γρήγορα γνωριστήκαμε και δια ζώσης και γίναμε φίλοι, γιατί η Φρόσω έχει κάτι που εκτιμώ και θαυμάζω στους ανθρώπους: ένα ήθος και μια τρυφερότητα, ένα νοιάξιμο όταν σου μιλάει, που νιώθεις ότι σε βλέπει πραγματικά και σε αποδέχεται. Κάπως έτσι, πριν από περίπου δύο χρόνια μού γεννήθηκε η ιδέα να γράψουμε μαζί ένα βιβλίο, γιατί το “Μαζί” μόνο με τη Φρόσω θα μπορούσα να το γράψω. Είναι ένα βιβλίο που δεν δίνει συνταγές αλλά κρατάει το χέρι του αναγνώστη και λέει στον γονιό, στον εκπαιδευτικό αλλά και στον άνθρωπο: “Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος. Χρειάζεται μόνο να είσαι παρών”. Νομίζω πως αυτό ήταν και το πιο όμορφο της συνεργασίας μας. Δεν γράψαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Γράψαμε ο ένας μαζί με τον άλλο».
«Το “Μαζί” μόνο με τη Φρόσω θα μπορούσα να το γράψω. Είναι ένα βιβλίο που δεν δίνει συνταγές αλλά κρατάει το χέρι του αναγνώστη και λέει στον γονιό, στον εκπαιδευτικό αλλά και στον άνθρωπο: “Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος. Χρειάζεται μόνο να είσαι παρών”», Μάριος Μάζαρης
Με ποια κριτήρια επιλέξατε τα θέματα για τα οποία συζητάτε; Είναι, για παράδειγμα, αυτά που απασχολούν συχνότερα σήμερα τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς ή αυτά που δυσκολευόμαστε περισσότερο να διαχειριστούμε αποτελεσματικά;
Μ.Μ.: «Δεν ξεκινήσαμε από τη σκέψη “τι πουλάει” ή “ποιο θέμα είναι στην επικαιρότητα”. Ξεκινήσαμε από τη σκέψη “ποια συζήτηση λείπει από το σπίτι, από την τάξη και από την καρδιά μας”. Κάθε κεφάλαιο γεννήθηκε από πραγματικές στιγμές. Από ένα παιδί που μου ψιθύρισε κάτι στο διάλειμμα. Από έναν γονιό που έκλαψε μετά από μια ομιλία. Από μια δασκάλα που ένιωσε ότι δεν τα καταφέρνει. Από ανθρώπους που κουβαλούσαν ερωτήματα χωρίς να βρίσκουν χώρο να τα εκφράσουν. Θέλαμε το βιβλίο να μοιάζει με μια μεγάλη συζήτηση. Να μπορεί κάποιος να το ανοίξει σε οποιαδήποτε σελίδα και να νιώσει ότι κάποιος τον καταλαβαίνει πριν ακόμη τον συμβουλέψει».
Φ.Φ.: «Θυμάμαι χαρακτηριστικά το πρώτο brainstorming για τα θέματα που θα άγγιζε το βιβλίο μας, είχαμε τόση ανάγκη να βάλουμε σε λέξεις όσα βλέπουμε καθημερινά να απασχολούν τους ανθρώπους που συναντάμε, σε κάθε ηλικία. Όσα ένα παιδί, ένας ενήλικας, ένα άτομο αλλά και ένα σύστημα, όπως αυτό της οικογένειας, του σχολείου και ολόκληρης της κοινωνίας, καλείται να βιώσει, να αντιμετωπίσει, να χωρέσει, να κρατήσει. Με αυτό το βιβλίο, λοιπόν, καλούμε τον αναγνώστη να κρατήσουμε μαζί όσα φέρνει η ζωή, διαπιστώνοντας πως ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι συναντάς φως. Και μιας και η ζωή είναι μια κοινή εμπειρία, πίσω από τις ιστορίες του βιβλίου μας είμαστε βέβαιοι πως θα συναντήσει μια δική του».

Τι σαμποτάρει το «μαζί» στα χρόνια που δεν υπάρχει πια το «χωριό» που, σύμφωνα με το αγγλόφωνο ρητό, χρειάζεται για να μεγαλώσει ένα παιδί; Μπορεί η λεγόμενη πυρηνική οικογένεια να αντικαταστήσει αυτό το «χωριό» και, αν όχι, πώς θα το αναπληρώσουμε;
Φ.Φ.: «Το μαζί το σαμποτάρει η υπερ-ανεξαρτησία που προβάλλει ως κατόρθωμα στη σύγχρονη κοινωνία και φωνάζει “δεν έχω ανάγκη κανέναν”. Οι ασταμάτητοι ρυθμοί ζωής που μας εγκλωβίζουν σε μια επιβιωτική, αποσυνδεδεμένη και καθόλου ευχαριστησιακή καθημερινότητα. Η ψηφιακή επικοινωνία επίσης σαμποτάρει το μαζί, βολεύοντας τις σχεσιακές μας δυσκολίες και ανεπάρκειες, ενώ το βλέμμα μας στρέφεται σε μια οθόνη που μας υπόσχεται παντοτινή αφοσίωση και αποστρέφεται τους ανθρώπους που μπορούν πάντα να μας απογοητεύσουν αλλά και να μας κρατήσουν σφιχτά».
Μ.Μ.: «Συμφωνώ τόσο πολύ με τη Φρόσω, θα πρόσθετα μόνο ότι και η υπερπληροφόρηση που δεχόμαστε σήμερα στην ουσία μάς φοβίζει και μας οδηγεί στο να υπεραναλύουμε τις σχέσεις, αναζητώντας μόνο τις ιδανικές, που καλύπτουν όλα τα κουτάκια μας. Δεν υπάρχουν όμως οι ιδανικές σχέσεις, και παγιδευόμαστε έτσι στην ψευδαίσθηση ότι εκεί έξω έχουμε επιλογές ανθρώπων που τελικά ποτέ δεν είναι αρκετοί.
»Το ίδιο παθαίνουν και τα παιδιά, δυσκολεύονται να συνδεθούν σήμερα. Το “χωριό” ίσως να μην υπάρχει πια όπως παλιά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να το ξαναχτίσουμε. Μερικές φορές το χωριό είναι ένας δάσκαλος, ένας παππούς, ένας γείτονας, μια φίλη, ένας προπονητής. Είναι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που κάνουν ένα παιδί να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου. Και νομίζω πως αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας: να μεγαλώσουν όχι μόνο με ανθρώπους που τα αγαπούν, αλλά και με ανθρώπους που τους το δείχνουν».
«Είχαμε τόση ανάγκη να βάλουμε σε λέξεις όσα βλέπουμε καθημερινά να απασχολούν τους ανθρώπους που συναντάμε, σε κάθε ηλικία. Όσα ένα παιδί, ένας ενήλικας, ένα άτομο αλλά και ένα σύστημα, όπως αυτό της οικογένειας, του σχολείου και ολόκληρης της κοινωνίας, καλείται να βιώσει, να αντιμετωπίσει, να χωρέσει, να κρατήσει», Φρόσω Φωτεινάκη
Βία στους δρόμους και στα σπίτια, διαδικτυακός εκφοβισμός, μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς και «επιτυχίας» στα social media… είναι, πιστεύετε, πιο δύσκολη αυτή η εποχή για τα παιδιά αλλά και τους φροντιστές τους;
Μ.Μ.: «Κάθε εποχή είχε τις δυσκολίες της. Η σημερινή όμως έχει μια ιδιαιτερότητα: τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε έναν ασταμάτητο θόρυβο, έχοντας καθημερινά χιλιάδες μηνύματα για το πώς πρέπει να είναι, πώς πρέπει να φαίνονται, πόσο επιτυχημένα πρέπει να ζουν. Και πολλές φορές οι ενήλικες προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε ενώ κι εμείς οι ίδιοι παλεύουμε με τις ίδιες ακριβώς ανασφάλειες, ενώ πολλοί δείχνουν μια δυσφορία με τα παιδιά, τους φαίνονται πιο αγενή, πιο φωνακλάδικα, πιο ανορίοτα. Έχουν ξεχάσει τι σημαίνει παιδική ηλικία και πόση εξερεύνηση σου επιτρέπει το σύμπαν να κάνεις στον κόσμο γύρω σου. Γι’ αυτό πιστεύω ότι σήμερα χρειάζονται λιγότερες διαλέξεις και περισσότερες σχέσεις. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από τέλειους ενήλικες. Έχουν ανάγκη από αληθινούς ενήλικες».
Φ.Φ.: «Θέλω να σταθώ στη λέξη “θόρυβος” που χρησιμοποίησε ο Μάριος. Πράγματι, η σημερινή εποχή έχει μια φασαρία που καθιστά ανέφικτο το να ηρεμήσεις απόλυτα. Τα σημερινά παιδιά προσπαθούν από μικρά να αποδείξουν, να φανούν, να ξεχωρίσουν, αφού και οι ενήλικες έχουμε παραδοθεί στην απόλυτη επιφανειακότητα της εποχής. Είμαι βέβαιη πως κάθε εποχή είχε τις δυσκολίες της, από τη δική μας όμως λείπει αυτή η έννοια που τόσο χρησιμοποιούμε στη θεραπεία: η μετουσίωση. Είναι η ικανότητα να παίρνουμε τις δυσκολίες, τις ματαιώσεις ή τα έντονα συναισθήματά μας και να τα μετατρέπουμε σε κάτι δημιουργικό, ουσιαστικό και ζωντανό. Έχω την αίσθηση ότι αυτό λείπει σήμερα. Δυσκολευόμαστε να αντέξουμε την πλήξη, την αναμονή, την αποτυχία ή τη ματαίωση και συχνά αναζητούμε άμεσες λύσεις και γρήγορη επιβεβαίωση. Γι’ αυτό πιστεύουμε πως η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά και τους εαυτούς μας να χτίσουν έναν εσωτερικό κόσμο τόσο δυνατό, ώστε να μη χανόμαστε μέσα στον θόρυβο».
«Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε έναν ασταμάτητο θόρυβο, έχοντας καθημερινά χιλιάδες μηνύματα για το πώς πρέπει να είναι, πώς πρέπει να φαίνονται, πόσο επιτυχημένα πρέπει να ζουν. Και πολλές φορές οι ενήλικες προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε ενώ κι εμείς οι ίδιοι παλεύουμε με τις ίδιες ακριβώς ανασφάλειες», Μάριος Μάζαρης
Με αφορμή το κεφάλαιο του βιβλίου για το διαγενεακό τραύμα, αναρωτιέμαι αν οι νεότερες γενιές έχουν αρχίσει να συζητούν και να αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά τα τραύματα που κουβαλούν μέσα τους από τις παλαιότερες. Τι πιστεύετε;
Φ.Φ.: «Ως ψυχοθεραπεύτρια, συνομιλώ καθημερινά με ανθρώπους που επιθυμούν να κατανοήσουν, να επεξεργαστούν και να φροντίσουν τα ψυχικά τους τραύματα. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές, παρατηρώ ότι υπάρχει μεγαλύτερη διάθεση να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα μας πλήγωσαν, να αναζητήσουμε βοήθεια και να σπάσουμε κύκλους σιωπής. Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η δυνατότητα να στραφούμε προς τον εσωτερικό μας κόσμο συνδέεται και με τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε. Όταν οι βασικές ανάγκες ασφάλειας και επιβίωσης καλύπτονται σε ικανοποιητικό βαθμό, ο άνθρωπος έχει περισσότερο ψυχικό χώρο να ασχοληθεί με βαθύτερα ζητήματα, όπως η προσωπική ανάπτυξη, η αυτογνωσία και η αυτοπραγμάτωση.
»Θα έλεγα, λοιπόν, ότι οι νεότερες γενιές δεν είναι απαραίτητα πιο “θεραπευμένες”, αλλά φαίνεται να είναι πιο πρόθυμες να κοιτάξουν κατάματα τα τραύματά τους. Και αυτό είναι το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για να σταματήσει το διαγενεακό τραύμα να αναπαράγεται».
Μ.Μ.: «Εγώ το βλέπω πολύ μέσα στην τάξη. Υπάρχουν παιδιά που πολλές φορές κουβαλούν ιστορίες που δεν έζησαν τα ίδια. Φόβους, άγχη, τρόπους επικοινωνίας που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Ταυτόχρονα όμως βλέπω και κάτι πολύ ελπιδοφόρο. Βλέπω γονείς που λένε: “Εγώ θέλω να το κάνω αλλιώς”. Δεν σημαίνει ότι θα τα κάνουν όλα σωστά. Σημαίνει όμως ότι σταματούν για πρώτη φορά να αναπαράγουν αυτόματα ό,τι έζησαν. Κι εκεί για μένα ξεκινάει η μεγαλύτερη αλλαγή. Όχι όταν γινόμαστε τέλειοι γονείς ή φροντιστές ή εκπαιδευτές, αλλά όταν γινόμαστε συνειδητοί».

Αν μπορούσε ο καθένας από εσάς να ζητήσει να αλλάξει κάτι, σε συστημικό επίπεδο, στους τομείς της ψυχικής υγείας και της εκπαίδευσης, ώστε τα παιδιά να έχουν περισσότερες προοπτικές να μεγαλώσουν με αγάπη και επαρκή υποστήριξη, τι θα ήταν;
Μ.Μ.: «Θα ήθελα το σχολείο να γίνει ακόμα περισσότερο ένας χώρος όπου τα παιδιά μαθαίνουν να ζουν και όχι μόνο να εξετάζονται. Να δώσουμε μεγαλύτερο χώρο στη συναισθηματική εκπαίδευση, στη συνεργασία, στην ενσυναίσθηση, στην ψυχική ανθεκτικότητα. Όχι ως μια περιστασιακή δράση, αλλά ως κομμάτι της καθημερινότητας. Και θα ήθελα κάθε σχολείο να έχει εύκολη πρόσβαση σε διεπιστημονικές ομάδες, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και ανθρώπους που θα στηρίζουν όχι μόνο τα παιδιά αλλά και τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Γιατί όταν στηρίζεις έναν εκπαιδευτικό, στην πραγματικότητα στηρίζεις εκατοντάδες παιδιά».
Φ.Φ.: «Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι σε συστημικό επίπεδο, θα ήθελα η ψυχική υγεία να πάψει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που αφορά μια παρέμβαση σε κρίση. Χρειάζεται να περάσουμε περισσότερο στη λογική της πρόληψης. Θα ήθελα τα παιδιά να μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου η συναισθηματική φροντίδα θεωρείται εξίσου σημαντική με τη μαθησιακή ανάπτυξη. Να μαθαίνουν από μικρά να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους, να εκφράζουν τις ανάγκες τους, να ζητούν βοήθεια και να κατανοούν ότι η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία, αλλά μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.
»Παράλληλα, πιστεύω ότι χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη των γονέων. Συχνά ζητάμε από τους γονείς να είναι η ασφαλής βάση των παιδιών τους, χωρίς να τους έχουμε δώσει τα εργαλεία, την εκπαίδευση και την υποστήριξη που χρειάζονται. Η γονεϊκότητα είναι ένας απαιτητικός ρόλος και δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως κάτι που ο καθένας πρέπει να κατακτήσει μόνος του.
»Θα ήθελα επίσης να μειωθεί το στίγμα γύρω από την ψυχοθεραπεία και την αναζήτηση βοήθειας. Η φροντίδα της ψυχικής υγείας δεν θα πρέπει να αποτελεί την τελευταία επιλογή όταν “κάτι έχει πάει πολύ στραβά”, αλλά μια φυσική διαδικασία φροντίδας, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη σωματική υγεία».
«Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι σε συστημικό επίπεδο, θα ήθελα η ψυχική υγεία να πάψει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που αφορά μια παρέμβαση σε κρίση. Χρειάζεται να περάσουμε περισσότερο στη λογική της πρόληψης. Θα ήθελα τα παιδιά να μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου η συναισθηματική φροντίδα θεωρείται εξίσου σημαντική με τη μαθησιακή ανάπτυξη», Φρόσω Φωτεινάκη
Έχετε μπροστά σας έναν γονιό που νιώθει και εξαντλημένος και ανεπαρκής – ειδικά μια μαμά, στις οποίες άλλωστε απευθύνεται κυρίως το Marie Claire. Ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα του/της λέγατε;
Φ.Φ.: «Θα δανειζόμουν τα λόγια του Gabor Mate προς μια νέα μητέρα, στην πρόσφατη ομιλία του στη Στέγη Ωνάση: “Είναι βέβαιο πως θα κάνεις πολλά λάθη. Αν όμως μπορέσεις να μεταφέρεις στα παιδιά σου ένα μικρότερο τραύμα από εκείνο που κληρονόμησες, τότε θα τα έχεις καταφέρει”. Και θα προσθέσω πως η προσπάθειά μας, και όχι το αποτέλεσμα, μας κάνει “καλούς γονείς”. Η γονεϊκότητα σήμερα είναι φορτωμένη με αμέτρητες προσδοκίες και βαθιά ενοχή. Σφιχτή αγκαλιά λοιπόν σε κάθε μαμά και γονιό που μας διαβάζει, Είμαστε Μαζί και αρκεί η προσπάθεια μας. Τη γνωρίζουμε εμείς και –να είστε βέβαιοι– τη νιώθουν και τα παιδιά μας».
Μ.Μ.: «Θα του έλεγα να σταματήσει για λίγο να μετράει όλα όσα δεν πρόλαβε να κάνει και να κοιτάξει όλα όσα ήδη κάνει. Οι περισσότεροι γονείς που συναντώ δεν φοβούνται μήπως αποτύχουν. Φοβούνται μήπως δεν είναι αρκετοί. Κι εγώ έχω την τύχη να παρατηρώ τα παιδιά και να ξέρω καλά πόση αγκαλιά, δουλειά, έχει γίνει στο σπίτι και να πω ένα μπράβο στους γονείς που συντελούν σε αυτό το αποτέλεσμα. Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν θυμούμενα αν το σπίτι ήταν πάντα τακτοποιημένο ή αν το πρόγραμμα βγήκε στην εντέλεια. Μεγαλώνουν θυμούμενα ποιος τα αγκάλιαζε όταν φοβούνταν, ποιος τα άκουγε όταν κάτι τα στενοχωρούσε και ποιος τους έλεγε: “Είμαι εδώ”. Κι αυτό πιστεύω το κάνει κάθε μαμά και μπαμπάς και χρειάζεται να τους αναγνωρίζουμε πόσο σπουδαίο είναι».
«Οι περισσότεροι γονείς που συναντώ δεν φοβούνται μήπως αποτύχουν. Φοβούνται μήπως δεν είναι αρκετοί. Κι εγώ έχω την τύχη να παρατηρώ τα παιδιά και να ξέρω καλά πόση αγκαλιά, δουλειά, έχει γίνει στο σπίτι και να πω ένα μπράβο στους γονείς που συντελούν σε αυτό το αποτέλεσμα», Μάριος Μάζαρης
Θα μπορούσατε να ξεχωρίσετε ένα μάθημα ζωής, μια πολύτιμη συνειδητοποίηση που έχετε αποκομίσει μέσα από την καθημερινή επαφή σας με παιδιά, στο επαγγελματικό ή και προσωπικό περιβάλλον σας;
Μ.Μ.: «Είναι πραγματικά πολλά αυτά που έχω κερδίσει μέσα από τη ζωή δίπλα σε παιδιά, τη συνεργασία μαζί τους, τη συνδημιουργία. Πρώτα ίσως επέλεγα ότι τα παιδιά μού έμαθαν ότι η αγάπη δεν χρειάζεται εντυπωσιακές κινήσεις. Ότι τα χρώματα δεν επιλέγουν ζωγραφιές. Ότι οι αγκαλιές σε ψηλώνουν. Μεγαλώνοντας πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν από τις μεγάλες στιγμές. Η εμπειρία μου μού έχει δείξει το αντίθετο. Οι άνθρωποι αλλάζουν από τις μικρές στιγμές που επαναλαμβάνονται καθημερινά. Και αυτό προσπαθώ να θυμάμαι κι εγώ κάθε μέρα που μπαίνω στην τάξη».
Φ.Φ.: «Το μάθημα ζωής που μου έχουν δώσει και τα παιδιά που συναναστρέφομαι και τα δικά μου παιδιά είναι πως η σχέση θεραπεύει κάθε πόνο. Κανένα υλικό αγαθό, ούτε ο χρόνος που κυλάει, καμία απόκρυψη της αλήθειας και κανένα τέχνασμα των ενηλίκων δεν επουλώνει την πληγή, παρά μόνο η σχέση: η σταθερή, ακλόνητη παρουσία μας “εκεί”, σε κάθε κύμα, σε κάθε φουρτούνα, σε κάθε ήρεμη ακρογιαλιά».

Θα μπορούσε, τέλος, ο καθένας σας να μοιραστεί μια ιστορία που για οποιονδήποτε λόγο, π.χ. ελλείψει χώρου ή επειδή δεν ταίριαζε στη θεματολογία, αφήσατε έξω από το βιβλίο αλλά επίσης μπορεί να μας εμπνεύσει να αλλάξουμε οπτική, όπως αυτές που αφηγείστε στις σελίδες του;
Φ.Φ.: «Υπάρχει μια ιστορία που δεν μπήκε ποτέ στο βιβλίο, όχι γιατί δεν ήταν σημαντική αλλά γιατί επαναλαμβάνεται με διαφορετικά πρόσωπα σχεδόν καθημερινά στο θεραπευτικό δωμάτιο. Είναι η ιστορία αυτής της μητέρας που ξεκίνησε θεραπεία πιστεύοντας ότι το μεγαλύτερό της πρόβλημα ήταν το άγχος, οι συνεχείς σκέψεις, η to do list που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Στην πορεία, όμως, ανακάλυψε ότι πίσω από το άγχος υπήρχε μια βαθιά, παιδική πεποίθηση πως πρέπει πάντα να είναι “αρκετή” για να αξίζει την αγάπη και την αποδοχή. Μεγάλωσε προσπαθώντας να μην απογοητεύει κανέναν, να φροντίζει όλους γύρω της και να βάζει συνεχώς τον εαυτό της τελευταίο. Το να υπερ-αναλαμβάνει ήταν ο μηχανισμός επιβίωσής της για να νιώθει σημαντική και αποδεκτή και έτσι όταν, για πρώτη φορά, κατάφερε να πει ένα απλό και ήρεμο “όχι” χωρίς ενοχές, άλλαξε ο τρόπος που σχετιζόταν με τον εαυτό της.
»Αυτό που με συγκινεί σε αυτή την ιστορία είναι ότι η αλλαγή δεν ήρθε μέσα από κάποια θεαματική αποκάλυψη, αλλά μέσα από μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες καθημερινές πράξεις. Συχνά πιστεύουμε ότι η προσωπική εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μεγάλων αποφάσεων. Στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές χτίζεται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται με συνέπεια: να αναγνωρίσουμε ένα συναίσθημα αντί να το καταπιέσουμε, να ζητήσουμε βοήθεια, να βάλουμε ένα όριο, να δείξουμε περισσότερη κατανόηση στον εαυτό μας. Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να κρατήσει ο αναγνώστης, είναι ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε να “διορθωθούν΄” όλα για να ξεκινήσουμε να ζούμε διαφορετικά. Η αλλαγή αρχίζει τη στιγμή που αποκτούμε επίγνωση της ιστορίας που κουβαλάμε και αποφασίζουμε ότι δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε με τον ίδιο τρόπο. Η αλλαγή ξεκινάει όταν πάρουμε εμείς το εσωτερικό μας παιδί από το χέρι και του πούμε: Τώρα, είμαστε Μαζί».
«Συχνά πιστεύουμε ότι η προσωπική εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μεγάλων αποφάσεων. Στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές χτίζεται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται με συνέπεια: να αναγνωρίσουμε ένα συναίσθημα αντί να το καταπιέσουμε, να ζητήσουμε βοήθεια, να βάλουμε ένα όριο, να δείξουμε περισσότερη κατανόηση στον εαυτό μας», Φρόσω Φωτεινάκη
Μ.Μ.: «Θυμάμαι ένα παιδί που, στο τέλος μιας σχολικής χρονιάς, μου έδωσε ένα μικρό χαρτάκι. Δεν έγραφε “ήσουν ο καλύτερος δάσκαλος” ούτε μιλούσε για μαθήματα ή βαθμούς. Έγραφε μόνο: “Ευχαριστώ που με περίμενες”. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Μετά θυμήθηκα. Ήταν το παιδί που κάθε πρωί αργούσε λίγο να μπει στην τάξη. Δεν το πίεζα ποτέ, δεν του έκανα κήρυγμα. Στεκόμουν απλώς στην πόρτα και το περίμενα με ένα χαμόγελο, γιατί ήξερα ότι στο σπίτι του υπάρχει ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα που κάνει τους γονείς να καθυστερούν να το φέρουν στο σχολείο. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι πολλές φορές αυτό που αλλάζει έναν άνθρωπο δεν είναι τα μεγάλα λόγια ούτε οι σπουδαίες παρεμβάσεις. Είναι η αίσθηση ότι κάποιος δεν βιάστηκε να φύγει χωρίς εκείνον. Κι αυτό είναι που θα ήθελα να κρατήσει όποιος διαβάσει το βιβλίο μας. Ότι τελικά οι σχέσεις χτίζονται μέσα από τις μικρές καθημερινές πράξεις και τις παύσεις που συχνά θεωρούμε ασήμαντες. Γιατί για εμάς μπορεί να ήταν μια απλή στιγμή. Για κάποιο παιδί όμως μπορεί να ήταν η στιγμή που ένιωσε ότι κάποιος το περίμενε. Και καμιά φορά, αυτό αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη την ιστορία του».



