Πόσο τυχεροί είμαστε όλοι εμείς οι επιζήσαντες της εφηβείας. Ειδικά αν υπήρξαμε με οποιονδήποτε τρόπο «διαφορετικοί» για το ύψος ή το πλάτος μας, τον τρόπο σκέψης ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό μας, το πρόσωπο ή τα ρούχα μας, τις επιδόσεις μας στα μαθήματα ή τον αθλητισμό, και ποιος απομένει τελικά να είναι «όμοιος»;

Το συνειδητοποιώ παρακολουθώντας την παράσταση «Bacon» της Sophie Swithinbank, στο κατάμεστο Θέατρο Άνεσις, με τους πρωταγωνιστές, Γιώργο Μπένο και Αλέξανδρο Πιεχόβιακ, να μεταμορφώνονται επί σκηνής σε 16χρονους που, αν και προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, έρχονται κοντά ο ένας στον άλλον. Το ξαναθυμάμαι μερικές μέρες αργότερα, όταν ανατρέχω στις απαντήσεις της σκηνοθέτριας της παράστασης, Έμιλυς Λουίζου, στη νέα συνέντευξή που έδωσε, στο Marie Claire, στον απόηχο της τραγωδίας στην Ηλιούπολη.

Πόσο τυχεροί είμαστε που καταφέραμε να βγούμε από τον χείμαρρο των ακατέργαστων εφηβικών συναισθημάτων μας, λιγότερο ή περισσότερο αλώβητοι, στην όχθη. Αν και για τη σημερινή γενιά, η οποία αντιμετωπίζει επιπλέον προκλήσεις, όπως τα social media, η αυξημένη σχολική πίεση και ίσως η απουσία των γονιών από τη ζωή της, τα πράγματα μπορεί να είναι ακόμα πιο δύσκολα.

«Το έργο αυτό πρωτοανέβηκε στο Λονδίνο, το σκηνοθέτησε ένας φίλος μου Άγγλος» λέει η Έμιλυ για την πρώτη της συνάντηση με το θεατρικό κείμενο. Παρόλο που ζει και εργάζεται κατά κύριο λόγο στη βρετανική πρωτεύουσα αν και τον τελευταίο καιρό περνάει πολύ χρόνο στην Ελλάδα έτυχε να απουσιάζει την περίοδο εκείνου του ανεβάσματος. Όταν όμως ζήτησε από τον φίλο της σκηνοθέτη να της στείλει το έργο και το διάβασε, «εντυπωσιάστηκα. Ως σκηνοθέτης διαβάζεις πολλά έργα, αλλά κατάλαβα από την πρώτη ανάγνωση ότι είναι αριστούργημα».

Φωτογραφία της παράστασης «Bacon». Photo: Γιάννης Αντώνογλου

Την ιντρίγκαρε το ότι είχε γραφτεί από «μια νέα γυναίκα». Και σε δεύτερο επίπεδο, το ότι θίγει «θέματα εφηβικής βίας, μπούλινγκ σε σχολικό περιβάλλον, κακοποίησης, που ένιωθα ότι δεν είχαν ειπωθεί σε κάποια αθηναϊκή σκηνή με αυτό τον τρόπο». Στο μεταξύ, ένιωθε ότι τα νέα περιστατικά σχολικής βίας στην Ελλάδα για τα οποία διάβαζε ήταν πιο έντονα από ό,τι στο παρελθόν. «Περιστατικά με παιδιά που μαχαιρώνονται από συμμαθητές τους… και κάπως ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό. Με στεναχωρεί πολύ το να σκέφτομαι 16χρονα παιδιά στην Ελλάδα να βιώνουν ενδοοικογενειακή αλλά και σχολική βία. Κυρίως λόγω της ταυτότητάς τους. Της σεξουαλικής ταυτότητάς τους επίσης. Με τρομάζει το ότι ένα παιδί 16 χρονών μπορεί να τραυματιστεί σε εκείνη την ηλικία από κομβικά συμβάντα, για όλη του τη μετέπειτα ζωή».

Βρήκε το έργο της Swithinbank «θαρραλέο, επειδή θίγει και το πώς αντιμετωπίζεται η ταυτότητα ενός εφήβου από ομοφοβικό οικογενειακό περιβάλλον και πώς αυτά τα τραύματα της βίας ανακυκλώνονται. Συμπεριφορές και λόγια του γονιού περνούν στο παιδί και γίνονται φαύλος κύκλος».

«Το “Bacon” θίγει το πώς αντιμετωπίζεται η ταυτότητα ενός εφήβου από ομοφοβικό οικογενειακό περιβάλλον και πώς αυτά τα τραύματα της βίας ανακυκλώνονται. Συμπεριφορές και λόγια του γονιού περνούν στο παιδί και γίνονται φαύλος κύκλος».

Οι γονείς μπορεί να ασκούμε πίεση σε έναν έφηβο άθελά μας – αναπαράγοντας, για παράδειγμα, στερεότυπα μέσα από φαινομενικά ακίνδυνες ατάκες. Για παράδειγμα, ρωτώντας τον «αν έχει καμιά κοπέλα. Το ότι παίρνεις σαν δεδομένο ότι ένα αγοράκι ερωτεύεται κοριτσάκια δημιουργεί μια πίεση, γιατί αν ερωτεύεται άλλα αγόρια νιώθει ότι κάνει κάτι λάθος, που πάει κόντρα σε ό,τι τού έχουν περάσει από το σπίτι». Ο ένας ήρωας του «Bacon» όμως υφίσταται μια ακόμα πιο δύσκολη κατάσταση στο οικογενειακό περιβάλλον: «Ακούει πολύ άσχημες λέξεις για την ομοφυλοφιλία. Μετά πώς μπορεί να ορίσει τον εαυτό του; Θα είναι σαν να τον μειώνει. Άρα κάνοντας τέτοιες σκέψεις για τον εαυτό του, γίνεται βίαιος».

Φωτογραφία της παράστασης «Bacon». Photo: Γιάννης Αντώνογλου

Αναρωτιέμαι αν μπορεί ένα παιδί να βγει από τον φαύλο κύκλο της βίας. «Θέλω να πιστεύω ότι μπορεί. Φοβάμαι ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό που βλέπουμε και στο “Bacon” είναι ότι οι γονείς τραυματίζουν τα παιδιά, το σχολείο απουσιάζει, η Πολιτεία απουσιάζει και καταλήγουμε με δύο εφηβάκια τελείως μόνα τους και τελείως ανήμπορα να αντιμετωπίσουν αυτό που συμβαίνει, και λόγω της ηλικίας και της ανωριμότητάς τους και επειδή δεν υπάρχει το πλαίσιο να τα προστατεύσει».

«Αυτό που βλέπουμε και στο “Bacon” είναι ότι οι γονείς τραυματίζουν τα παιδιά, το σχολείο απουσιάζει, η Πολιτεία απουσιάζει και καταλήγουμε με δύο εφηβάκια τελείως μόνα τους και τελείως ανήμπορα να αντιμετωπίσουν αυτό που συμβαίνει, και λόγω της ηλικίας και της ανωριμότητάς τους και επειδή δεν υπάρχει το πλαίσιο να τα προστατεύσει».

Η προσέγγιση αυτών των θεμάτων παίρνει δύναμη και από τις ερμηνείες των δύο ηθοποιών. Θα μπορούσαν πολύ εύκολα να πέσουν στην παγίδα να γίνουν καρικατούρες, αλλά αυτό δεν συμβαίνει στο «Bacon». «Δουλέψαμε πολύ και με τη μεταφράστριά μας, Τζούλια Διαμαντοπούλου, ώστε η γλώσσα να είναι σύγχρονη, μια γλώσσα που θα χρησιμοποιούσε ένας έφηβος, και με την κινησιολόγο μας, Ιόλη Φιλιππακοπούλου. Τι σημαίνει κινησιολογικά να είσαι 16 χρονών; Ίσως αυτή η δυσκολία, να σταθείς στα πόδια σου και να πεις ξέρω ποιος είμαι, πού είμαι, τι κάνω. Το να βασιστείς σε αντικείμενα όπως η κουκούλα ή τα ακουστικά σου για να απομονωθείς, κάπως, από τον έξω κόσμο. Οπότε παίξαμε με πολύ συγκεκριμένα ερεθίσματα.

»Η δική μου οδηγία δεν ήταν “παίξε τον 16χρονο”. Αυτό νομίζω θα είχε καταλήξει σε κάτι πολύ στερεοτυπικό και τελικά όχι δυνατό. Γιατί όσο καταπληκτικοί κι αν είναι ο Γιώργος και ο Αλέξανδρος, δεν παύουν να είναι 30 και όχι 16. Οπότε σε συνεργασία με την Τζούλια και την Ιόλη ήμασταν πολύ συγκεκριμένες στο πώς βλέπουμε αυτούς τους δύο εφήβους – και πόσο διαφορετικοί είναι μεταξύ τους, γιατί προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, συναντιούνται στο σχολείο και μέσα από τη σχέση τους μεταμορφώνονται».

Η Έμιλυ Λουίζου. Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνει, την κάνει να νιώθει «περηφάνια». Οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους δύο ηθοποιούς, «που δεν είναι μόνο υπερταλαντούχοι αλλά και τρομερά εργατικοί και θετικοί ως προσωπικότητες. Φωτεινά πλάσματα. Aυτός ο συνδυασμός είναι πολύ σπάνιος. Οπότε με αυτούς τους ηθοποιούς και με ένα σπουδαίο κείμενο, με τρομερή δομή, τρομερό ρυθμό, θέματα πολύ σημαντικά, ήξερα ότι η δουλειά μου είχε απλοποιηθεί. Δεν χρειάστηκε να βγάλω λαγούς από το καπέλο μου. Έπρεπε απλώς να φτιάξω ένα συμπαγές πλαίσιο ώστε οι ηθοποιοί να νιώσουν ασφάλεια και να βγάλουν το ταλέντο και τις ιδέες που και οι ίδιοι είχαν».

Η αναγνώριση έρχεται και μέσα από τις αντιδράσεις των θεατών. Οι συντελεστές της παράστασης βλέπουν εφήβους να έρχονται στο θέατρο με τους γονείς τους και να λένε “συγχαρητήρια” στο τέλος με «κάτι πολύ έντονο» στο βλέμμα τους. «Είναι πολύ ωραίο, αν έρθει ένα παιδί με τον γονιό του, να μπει έστω ένα σποράκι στο μυαλό του, που σιγά σιγά θα μεγαλώσει. Νομίζω ότι αυτή είναι και η μαγεία του θεάτρου».

«Είναι πολύ ωραίο, αν έρθει ένα παιδί με τον γονιό του, να μπει έστω ένα σποράκι στο μυαλό του, που σιγά σιγά θα μεγαλώσει και θα γίνει κάτι. Νομίζω ότι αυτή είναι και η μαγεία του θεάτρου».

Αλλά και οι αντιδράσεις των ενηλίκων έχουν ενδιαφέρον. Η Έμιλυ θυμάται έναν θεατή να κάθεται πίσω της και να «βρίσκεται σε πάρα πολλή ένταση, να κουνάει το πόδι του. Και όταν λέει ο ένας ηθοποιός την τελευταία του ατάκα, εκείνος να ξεσπάει σε χειροκρότημα, σαν να λέει, “ναι, αυτό έπρεπε να του πει!”. Νομίζω ότι ήταν έτοιμος να εκραγεί αν ο ηθοποιός δεν έδινε την απάντηση που εκείνος ήθελε». Κάθε θεατής έχει διαφορετική άποψη για το πώς θα έπρεπε να τελειώνει το έργο. Κι αυτό είναι επίσης «πολύ ενδιαφέρον. Νομίζω ότι αποδεικνύει ότι το έργο είναι καλογραμμένο και πολύπλοκο».

Ένα θέμα που θίγει άλλωστε το «Bacon», η συγχώρεση, μάς αφορά όλους, ακόμα και αν δεν έχουμε εφήβους στο περιβάλλον μας, ως γονείς, εκπαιδευτικοί ή σε οποιονδήποτε άλλο ρόλο, ακόμα και αν δεν είμαστε οι ίδιοι έφηβοι.

Η συγχώρεση απέναντι σε έναν άνθρωπο που σου έχει ασκήσει κάποιο είδος βίας είναι θεμιτή και ωφέλιμη;

«Ουσιαστική συγχώρεση δεν είναι το να σου πω ένα “εντάξει, σε συγχωρώ, δεν σε μισώ, δεν σε σιχαίνομαι”. Είναι το “σε αφήνω να μπεις ξανά στη ζωή μου”. Ένα τραύμα είναι ικανό να σε επηρεάσει βαθιά και με μια διάρκεια που δεν μπορείς να φανταστείς. Νομίζω ότι είναι σημαντικό κάθε άνθρωπος να βάζει τα όριά του, που μπορεί να διαφέρουν στον καθένα μας.

«Ουσιαστική συγχώρεση δεν είναι το να σου πω ένα “εντάξει, σε συγχωρώ, δεν σε μισώ, δεν σε σιχαίνομαι”. Είναι το “σε αφήνω να μπεις ξανά στη ζωή μου”. Ένα τραύμα είναι ικανό να σε επηρεάσει βαθιά και με μια διάρκεια που δεν μπορείς να φανταστείς. Νομίζω ότι είναι σημαντικό κάθε άνθρωπος να βάζει τα όριά του, που μπορεί να διαφέρουν στον καθένα μας».

»Το πολύ δυνατό στοιχείο του “Bacon” πάντως είναι ότι δεν είναι τόσο ξεκάθαρο αν το θύμα είναι μόνο ένα ή αν και τα δύο παιδιά είναι θύματα. Δεν απεικονίζει τη βία με απλοϊκό τρόπο, ότι αυτός είναι ο καλός, αυτός είναι ο κακός, αυτός είναι το θύμα, αυτός είναι ο θύτης».

Φωτογραφία της παράστασης «Bacon». Photo: Γιάννης Αντώνογλου

Η Έμιλυ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα αλλά μετακόμισε στο Λονδίνο το 2013 για σπουδές λογοτεχνίας. Μόλις έναν χρόνο μετά, διακρίθηκε σε διαγωνισμό του University College (UCL) και έλαβε υποτροφία για να σκηνοθετήσει τις «Βάκχες» του Ευριπίδη στο Γουέστ Εντ (Bloomsbury Theatre).

«Οι πρώτες μου σκηνοθεσίες ήταν κλασικά έργα», θυμάται. «Από τους κλασικούς ξεκίνησα σπουδάζοντας λογοτεχνία, αλλά όταν ήρθε η στιγμή να τους πιάσω σκηνοθετικά, δεν ήθελα να τους διαχειριστώ σαν κάτι μουσειακό, σαν κάτι που βάζεις σε βιτρίνα και θαυμάζεις. Νομίζω μάλιστα ότι ακριβώς επειδή έχουν ανεβεί τόσες φορές έργα σαν του Ευριπίδη ή του Τσέχοφ, δεν θέλεις ως σκηνοθέτης να κάνεις μια επανάληψη, αλλά να ανακαλύψεις κάτι καινούριο χωρίς να τα αποδομήσεις και να τα εξευτελίσεις. Οτιδήποτε γίνεται με σκέψη και πλάνο, μόνο καλό μπορεί να κάνει σε αυτά τα κείμενα. Να μην ξεχνάμε και την καινούρια γενιά θεατών: αν τους παρουσιάσεις κάτι παρωχημένο ή που φαντάζει παλιακό σε επίπεδο θεμάτων, ρυθμού, εικόνας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να μιλήσει στον εικοσάχρονο σήμερα, νομίζω τελικά μόνο χαμένοι θα βγούμε ως θεατρική κοινότητα».

«Από τους κλασικούς ξεκίνησα, σπουδάζοντας λογοτεχνία, αλλά όταν ήρθε η στιγμή να τους πιάσω σκηνοθετικά, δεν ήθελα να τους διαχειριστώ σαν κάτι μουσειακό, σαν κάτι που βάζεις σε βιτρίνα και θαυμάζεις. Νομίζω μάλιστα ότι ακριβώς επειδή έχουν ανεβεί τόσες φορές έργα σαν του Ευριπίδη ή του Τσέχοφ, δεν θέλεις ως σκηνοθέτης να κάνεις μια επανάληψη».

Με αυτόν το στόχο, να «ξαναγεννήσει» κλασικές ιστορίες, δημιούργησε το 2015 στο Λονδίνο τη θεατρική ομάδα Collide Theatre (με όνομα εμπνευσμένο από τις «δημιουργικές συγκρούσεις, που μπορεί να γίνουν πολύ δυνατές»). Ως επί το πλείστον από Ελληνίδες καλλιτέχνιδες. Αν και τα τελευταία χρόνια «έχει ανοίξει σε ένα πιο ευρωπαϊκό επίπεδο. Μετά το Brexit το θέατρο στο Λονδίνο άρχισε να γίνεται πολύ πιο αγγλοκρατούμενο και ήταν σημαντικό να δουλεύω με καλλιτέχνες που ορίζονται ως Ευρωπαίοι πολίτες. Είχαμε συνεργάτες από τη Ρουμανία, τη Γερμανία, την Ισπανία». Χωρίς να αποκλείονται άλλα μέρη του κόσμου, όπως «οι Φιλιππίνες».

Η γυναικεία ταυτότητα της ομάδας της («το 99%, ίσως, των συνεργατών της είναι γυναίκες») δεν υπήρξε αυτοσκοπός. Το σίγουρο είναι ότι με τις βασικές συνεργάτιδές της δουλεύει μαζί εδώ και χρόνια με επιτυχία, «και όταν δημιουργείται πλέον μια σχέση αδελφική, δεν σκέφτεσαι αν είναι άντρας ή γυναίκα, δουλεύετε μαζί επειδή συνεννοείστε». Σε δεύτερο επίπεδο, όμως, η επιλογή των συνεργατών της ίσως έχει να κάνει και με τις έμφυλες διακρίσεις που παρατηρεί μέχρι σήμερα στον χώρο, έστω κι αν δεν εκφράζονται πολύ ανοιχτά. «Νομίζω ότι μια θέση εξουσίας στο θέατρο είναι ευκολότερο να συνδεθεί με ένα αντρικό όνομα παρά με ένα γυναικείο». Ίσως λοιπόν, εκτιμά, να αξιοποιεί την εξουσία που συνοδεύει τη δική της θέση για να δώσει χώρο «και σε γυναίκες που μπορεί να μην αναγνωρίζονται όπως πιστεύω ότι θα έπρεπε».

Φωτογραφία της παράστασης «Bacon». Photo: Γιάννης Αντώνογλου

Η ίδια είχε να αναμετρηθεί και με έμφυλα και με ηλικιακά στερεότυπα. Στην πρώτη της σκηνοθετική δουλειά στην Ελλάδα, το 2022 στα 25 χρόνια της, το «Labor» στο Θέατρο Πορείαμε ανακάλυψε ο Δημήτρης Τάρλοου, του χρωστάω πάρα πολλά»), θυμάται την αγωνία της για το πώς θα την αντιμετώπιζαν οι ηθοποιοί με τους οποίους θα συνεργαζόταν, όπως οι Ιωάννα Παππά και Στέλιος Μάινας, «σπουδαίες προσωπικότητες στον χώρο. Όμως σε όλες τις συνεργασίες κέρδισα την εμπιστοσύνη των ηθοποιών πολύ γρήγορα».

Η σχέση ηθοποιού-σκηνοθέτη είναι πολύ σημαντική, επισημαίνει, και κάθε φορά προσπαθεί να τη χτίζει προσεκτικά εκ θεμελίων. «Όταν μού προτείνουν έναν ηθοποιό λέω, πάμε για έναν καφέ, να καθίσουμε σε ένα τραπέζι να μιλήσουμε. Θα μου πεις, πόσα θα καταλάβεις μέσα σε δύο ώρες; Κάτι καταλαβαίνεις. Κατά πόσο ταιριάζετε, πόσο συνεννοείστε. Είναι ωραίο να υπάρχουν διαφωνίες και διάλογοι στην πρόβα, θέλω συνεργάτες που μπορούν και κάπως να με σπρώξουν να σκεφτώ κάτι παραπάνω από αυτό που έχω ήδη σκεφτεί. Το δύσκολο είναι να υπάρχουν συγκρούσεις λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων».

«Όταν μού προτείνουν έναν ηθοποιό λέω, πάμε για έναν καφέ, να καθίσουμε σε ένα τραπέζι να μιλήσουμε. Θα μου πεις, πόσα θα καταλάβεις μέσα σε δύο ώρες; Κάτι καταλαβαίνεις. Κατά πόσο ταιριάζετε, πόσο συνεννοείστε».

Ό,τι έμαθε για τη συνεργασία και τη σκηνοθεσία, το έμαθε στο Λονδίνοεκεί έγινα σκηνοθέτρια»). Τώρα επιδιώκει να το φέρνει στην Ελλάδα: «Τη συνεργατικότητα, την ομαδικότητα, τον διάλογο. Έναν τρόπο δουλειάς που πατάει σε μια μέθοδο χωρίς να γίνεται περιοριστική για τον ηθοποιό και μια ευγένεια που σίγουρα είναι έμφυτη στους Άγγλους. Δεν μπορώ να υπάρξω αλλιώς.

»Ακούω ιστορίες για κακοποιητικούς σκηνοθέτες – και με το “κακοποιητικός” δεν εννοώ τα αίσχη που έχουμε μάθει, αλλά σε πολύ απλό επίπεδο, ακόμα και λεκτικό. Ότι “είσαι σκηνοθέτης, άρα είσαι αυθεντία και ο μόνος που αποφασίζει”. Ευτυχώς δεν το έχω ζήσει γιατί δεν έχω υπάρξει ηθοποιός. Καταλαβαίνω όμως πόσο δύσκολη είναι η σχέση του ηθοποιού με τον σκηνοθέτη. Πρέπει να αφεθεί στα χέρια του, να τον εμπιστευτεί και πολλές φορές να κάνει κάτι που μπορεί να τον φοβίζει, να τον δυσκολεύει. Επειδή ακριβώς υπάρχει αυτή η σχέση εξουσίας και εμπιστοσύνης, είναι εύκολο να χαθούν κάποια όρια. Κάποιος να την εκμεταλλευτεί, να υποσχεθεί πράγματα, να χρησιμοποιήσει μια συνεργασία σαν συνάλλαγμα».

Η Έμιλυ Λουίζου. Photo: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou

Τον τελευταίο χρόνο της δόθηκε πολλές φορές η ευκαιρία να εφαρμόσει στη χώρα μας ό,τι έμαθε. Το περασμένο καλοκαίρι στην «Πόλη των τυφλών», βασισμένη στο «Περί τυφλότητος» του Ζοζέ Σαραμάγκουένα από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα») για το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Τον χειμώνα στο «Tick, Tick… Boom!» στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής. Και τώρα στο «Bacon». Αν πάντως υπάρχει κάποιο μοτίβο στην επιλογή των έργων που σκηνοθετεί, σίγουρα δεν είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτο.

«Ακούω ιστορίες για κακοποιητικούς σκηνοθέτες – και με το “κακοποιητικός” δεν εννοώ τα αίσχη που έχουμε μάθει, αλλά σε πολύ απλό επίπεδο, ακόμα και λεκτικό. Ότι “είσαι σκηνοθέτης, άρα είσαι αυθεντία και ο μόνος που αποφασίζει”».

«Για μένα είναι πολύ δύσκολη η διαδικασία επιλογής του επόμενου έργου. Κάθε φορά νιώθω σαν να βγαίνω πολλά ραντεβού και να πρέπει να διαλέξω τον έναν με τον οποίο θα συνάψω σχέση. Όταν διαβάζεις ένα έργο μπορεί σε πρώτη φάση να το ερωτευτείς αλλά ξαναδιαβάζοντάς το να πεις: όχι, τελικά έχει πολλά προβλήματα. Σε ένα άλλο μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να σκεφτείς “μπα, όχι” αλλά στη δεύτερη να σου δημιουργήσει κάτι. Οπότε γενικά διαβάζω και ξαναδιαβάζω έργα. Τείνω επίσης να επιλέγω όσα συνομιλούν κάπως με θέματα που με απασχολούν τώρα. Το “Tick, Tick… Boom!” είχε να κάνει με την κρίση του να αλλάζεις χώρα, να γίνεσαι 30 και να πρέπει να πάρεις αποφάσεις για τη ζωή και την καριέρα σου. Αυτή τη βόμβα. Και συνέπεσε με τα δικά μου γενέθλια των 30 χρόνων».

Δείτε το τρέιλερ της παράστασης «Bacon»:

Info

Περισσότερες πληροφορίες για την Έμιλυ Λουίζου: www.emilylouizou.com

«Bacon», έως 14/06. Θέατρο Ανεσις – Πάνω Σκηνή, Λεωφ. Κηφισίας 14, Αμπελόκηποι. Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Πέμπτη 20:00, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 21:00, Κυριακή 19:00. Διάρκεια παράστασης: 80 λεπτά. Ομαδικές κρατήσεις στο τηλέφωνο 210 0080900 ή στο email tickets@happyproductions.gr. Τηλέφωνο επικοινωνίας: 210 0080900, 210 7718943. Προπώληση εισιτηρίων: www.more.com

Συντελεστές παράστασης

Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Μπένος, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ. Συγγραφέας: Sophie Swithinbank. Σκηνοθεσία: Έμιλυ Λουίζου. Μετάφραση: Τζούλια Διαμαντοπούλου. Κίνηση/Χορογραφία: Ιόλη Φιλιππακοπούλου. Μουσική/Σχεδιασμός ήχου: Ειρήνη Σκυλακάκη. Σκηνικά/Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού. Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα. Ηχοληψία: Θέμης Παντελόπουλος. Βοηθός σκηνοθέτη: Βίβιαν Τσιταμπάνη. Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου: Ελπίδα Δαλιάνη. Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου. Trailer: Μαρίζα Καψαμπέλη. Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια). Διεύθυνση παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης. Προβολή/Επικοινωνία: Αγλαΐα Παγώνα. Το τραγούδι της παράστασης ερμηνεύει ο Παύλος Παυλίδης, σε στίχους/μουσική της Ειρήνης Σκυλακάκη. Παραγωγή: Happy Productions

Το φόρεμα της Έμιλυ Λουίζου είναι Mirina Tsantili. 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below