Ως η επιδημία του 21ου αιώνα χαρακτηρίζεται το Αλτσχάιμερ. Με τα στοιχεία να δείχνουν πως μέχρι το 2050 έως και 55 εκ. άνθρωποι παγκοσμίως και πάνω από 290,000 άνθρωποι στην Ελλάδα θα ζουν με την ασθένεια ο παραπάνω χαρακτηρισμός φαίνεται λογικός. Aν υπολογίσουμε, επιπλέον, ότι για κάθε ασθενή με άνοια επηρεάζεται σημαντικά η ζωή 2 τουλάχιστον φροντιστών- μελών της οικογένειας, η πάθηση αφορά άμεσα πολύ περισσότερο κόσμο.

Το θεατρικό έργο του Φλοριάν Ζελέρ με τίτλο «Ο Πατέρας», εστιάζει στον Αντρέ, ο οποίος πάσχει από άνοια, αλλά αρνείται να το δεχτεί, όπως αρνείται να δεχτεί και οποιαδήποτε βοήθεια του προσφέρει η κόρη του.

Το κείμενο γράφτηκε το 2012, απέσπασε βραβεία και διθυραμβικές κριτικές σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες (και όπου αλλού ανέβηκε) και μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 2020, σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου του Φλοριάν Ζελέρ. Η ταινία κέρδισε έξι υποψηφιότητες για Βραβεία Όσκαρ, με τον πρωταγωνιστή, Άντονυ Χόπκινς, να κερδίζει εκείνο του Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του.

To έργο και η ανταπόκριση του κοινού

O Πατέρας, πάσχει από άνοια και αρνείται να δεχτεί τις νοσοκόμες που προσλαμβάνει η κόρη του για να τον φροντίζουν. Καθώς προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη νέα του κατάσταση, αρχίζει να αμφισβητεί τους αγαπημένους του, την πραγματικότητα γύρω του, ακόμα και το ίδιο το μυαλό του.

Η Κόρη, από την άλλη πλευρά, αναζητά τις δικές της ισορροπίες στη ζωή, προσπαθώντας παράλληλα να ανταποκριθεί στο καθήκον της να φροντίσει τον ηλικιωμένο της πατέρα.

Η Ελένη Σκότη, σκηνοθετεί φέτος το έργο στο Σύχρονο Θέατρο με τον Περικλή Μουστάκη στον ρόλο του Πατέρα και την Ιωάννα Παππά στον ρόλο της κόρης – φροντιστή.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα πριν από λίγες ημέρες με το κοινό να ανταποκρίνεται πολύ θετικά στο εγχείρημα. «Συγκινούνται, προβληματίζονται και γελούν», μας λέει η Ιωάννα Παππά στην κουβέντα που κάνουμε με αφορμή τον Πατέρα στο Σύγχρονο Θέατρο.

Στιγμιότυπο από την παράσταση

«Είναι ένα έργο βραβευμένο. Ανήκει σε μια τριλογία θεατρική του Φλοριάν Τζέρελ. Αφορά σ’ έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, ο οποίος νοσεί από άνοια – Αλτσχάιμερ και με αφορμή αυτή την ιστορία βλέπουμε ένα πολύ μεγάλο υπαρξιακό ζήτημα που προκύπτει στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν αυτή τη νόσο, που αρχίζουν να μην έχουν επαφή με το κομμάτι το συνειδησιακό, το οποίο ορίζει τη μνήμη – η μνήμη ορίζει την υπάρξή μας- και πώς αυτό έρχεται να ανατρέψει τη ζωή του ανθρώπου με την ασθένεια, αλλά όχι μόνο τη δική του. Και όσων βρίσκονται γύρω του και τον φροντίζουν.

Ο συγγραφέας το παρουσιάζει με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο και σίγουρα δεν ωραιοποιεί μία κατάσταση. Παρουσιάζει μία πραγματικότητα χωρίς να τη στρογγυλεύει – αυτό γίνεται σε όλα τα καλά κείμενα.

Αυτό που συμβαίνει στους θεατές, και το είδαμε και εμείς, είναι ότι αντιλαμβάνονται πως το έργο συμπάσχει και με τους δύο ήρωες. Η ιστορία, βέβαια, είναι δοσμένη μέσα από τα μάτια του Πατέρα, καθώς στο τέλος αντιλαμβανόμαστε πως όσα εξελίσσονται είναι θραύσματα της μνήμης του πολύ συγκεχυμένα.

Ο συγγραφέας θέλει να αναδείξει αυτό που συμβαίνει στο μυαλό ενός ανθρώπου με άνοια. Γι’ αυτό και παραστασιακά- σκηνοθετικά, έχουμε και πολλά cut. Όταν τελειώνει μια σκηνή σβήνει το φως, μετά ανοίγει, για να έρθουμε όσο πιο κοντά γίνεται στο τι μπορεί να βιώνει ο ασθενής.

Βλέπουμε, όμως, τη ζωή και των δύο – πατέρα και κόρης, του ισχυρότερου δεσμού στο έργο και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτό στη ζωή της κόρης, επαγγελματικά, στη σχέση της, κοινωνικά, στη ρουτίνα της.

Να πούμε, βέβαια, ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από άνοια είναι και αρκετά αντιδραστικοί και συχνά δεν αναγνωρίζουν ότι πάσχουν. Πόσο μάλλον ένας άνθρωπος που έχει υπάρξει δραστήριος και ενεργός. Μια προσωπικότητα γοητευτική, που τραβά τα φώτα πάνω του.

Δεν μας δείχνει το παρελθόν. Μας δίνει στοιχεία για το παρελθόν, αλλά δεν φαίνεται το πώς ξεκίνησε. Βρισκόμαστε και προχωρημένο στάδιο. Καταλαβαίνουμε ότι ο Πατέρας βρίσκεται ήδη στον οίκο ευγηρίας και όλα έχουν συμβεί παλιά. Η πιο πραγματική σε χρόνο στιγμή είναι το τέλος της παράστασης.

Ωστόσο, πρέπει να σημειώσω ότι έχει προηγηθεί ο χαμός της μικρής του κόρης. Αυτό μπορεί να αποτέλεσε και το εφαλτήριο για το ξέσπασμα της ασθένειας. Καμιά φορά δεν είναι μόνος παράγοντας η ηλικία. Η άνοια μπορεί να προέλθει από κάποιες επίπονες και σοβαρές εμπειρίες, που έχουν να κάνουν με έναν θάνατο ή κάποιον χωρισμό. Ο ψυχολογικός παράγοντας συμβάλλει πολύ θετικά στο να εκδηλωθεί η νόσος. Οπότε, ούτως ή άλλως υπάρχει ένα κλίμα στενάχωρο στην οικογένεια».

Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι πολύ δύσκολο και επίπονο να αφήσουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε σε οίκο ευγηρίας.

Το μεγάλο αδιέξοδο της κόρης

«Η οικογένεια είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας. Δεν είναι άνθρωποι αποκομμένοι από τους γύρω τους. Υπάρχει αλληλεπίδραση.

Αυτό που είναι έντονο, με το οποίο ίσως να μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας μας, είναι το ότι οι ρυθμοί είναι πλέον τόσο έντονοι και γρήγοροι, που όταν έχεις έναν τέτοιο άνθρωπο στο κοντινό σου περιβάλλον τίθεται το ζήτημα του αν μπορείς να τον φροντίσεις εσύ προσωπικά. Αυτό είναι που προκαλεί και τη μεγαλύτερη στεναχώρια. Υπάρχει ανάγκη για 24ωρη παρουσία του φροντιστή.

Στο έργο το αδιέξοδο είναι εμφανέστατο. Παρουσιάζεται από την αρχή του έργου και τελειώνει με αυτό. Δεν μας δίνει ο συγγραφέας την ευκαιρία να δούμε κάτι διαφορετικό. Αρχίζει και τελειώνει με την ίδια αίσθηση. Δεν υπάρχει πριν και μετά, υπάρχει μόνο το τώρα.

Το μεγάλο ζήτημα που αντιμετωπίζει η κόρη είναι το ότι έχει μπροστά της έναν τοίχο και δεν ξέρει πώς να κινηθεί για να απομακρυνθεί από αυτόν. Για να φτάσει να βάλει τον πατέρα της στον οίκο ευγηρίας, πράγμα που αρνείται να κάνει αρχικά, έχει δοκιμάσει τα πάντα.

Φωτογραφία: William Faithful

Έχει προσπαθήσει να βρει σωστή φροντίδα στο σπίτι, να μείνουν μαζί στο σπίτι της με τον σύντροφό της, ο οποίος είναι πρώην καθώς έχουν χωρίσει κι η ίδια προσπαθεί στην ηλικία των 40 και κάτι να μην αποτύχει ξανά, να βρίσκεται πολλές ώρες στο σπίτι με τον πατέρα της, αλλά τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Προσπαθεί να συνδυάσει όλα τα παραπάνω με τη δουλειά της και τελική λύση φαντάζει μόνο ο οίκος ευγηρίας.

Η συνεχής άρνηση του πατέρα για βοήθεια, ακόμα και από εκείνη, με την οποία υπάρχει μια βαθιά σχέση, κάνει εντονότερο το πρόβλημα.

Είναι σαν να υπάρχει από τον πάσχοντα η απαίτηση ο άνθρωπος που τον φροντίζει να βρεθεί στην ίδια θέση, δηλαδή χωρίς να το ζητάει δεν αφήνει και περιθώρια να κάνεις κάτι άλλο.

Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι πολύ δύσκολο και επίπονο να αφήσουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε στον οίκο ευγηρίας. Μάλιστα, περνάνε μήνες και χρόνια για να πάρει κάποιος αυτή την απόφαση.

Δυστυχώς, μερικές φορές μπορεί να είναι αναπόφευκτο, επειδή δεν θα καταφέρει να επιβιώσει διαφορετικά. Είναι αλλιώς να εμπλέκεσαι συναισθηματικά και αλλιώς να είσαι αποστασιοποιημένος, όπως είναι οι επαγγελματίες νοσηλευτές ή γιατροί».

Σίγουρα το έργο κουβαλάει το βάρος του Όσκαρ, αλλά αυτό ποτέ δεν αποτελεί εμπόδιο στο να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό.

Το έργο πέρα από το Αλτσχάιμερ

«Το έργο μάς παρουσιάζει μια ιστορία σχέσεων, μέσα από ένα γεγονός που διασαλεύει την κανονικότητα μιας οικογενειακής ζωής. Ταυτόχρονα, είναι και ένα ψυχογράφημα της οικογένειας, στην οποία υποτιμήθηκε το ένα παιδί σε σχέση με το άλλο.

Παίζουμε ήδη μερικές ημέρες και αυτό που έχω αντιληφθεί είναι ότι η παράσταση συγκινεί πέρα από το δράμα του πατέρα. Είναι, φυσικά, η ασθένεια και η απώλεια συνείδησης του ασθενή, η απώλεια της κόρης, ενός νέου ανθρώπου που δεν κατάφερε να ζήσει, είναι πολλά που αγγίζουν έναν θεατή.

Αλλά όλα δοσμένα μέσα από ένα πολύ καλογραμμένο κείμενο και πολλές δόσεις χιούμορ, δηλαδή μέχρι τη μέση του έργου το κοινό γελάει, πράγμα πολύ λυτρωτικό και για το κοινό και για εμάς. Ο συγγραφέας έχει φροντίσει να υπάρχει ισορροπία.

Σίγουρα το έργο κουβαλάει το βάρος του Όσκαρ, αλλά αυτό ποτέ δεν αποτελεί εμπόδιο στο να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Ίσα ίσα πάντοτε αυτές οι διακρίσεις μάς προκαλούν να δώσουμε το καλύτερο που έχουμε. Ένα καλογραμμένο έργο είτε είναι σύγχρονο είτε ανήκει στα κλασικά αποτελεί μια πολύ καλή βάση. Και εδώ την έχουμε».

Φωτογραφία: William Faithful

Η συνεργασία της με την Ελένη Σκότη και οι παράγοντες αποδοχής μίας επαγγελματικής πρότασης

«Βρισκόμαστε δεύτερη φορά με την Ελένη Σκότη. Δέκα χρόνια μετά την πρώτη μας συνεργασία. Ήταν και τότε ένα έργο σε δυστοπικό περιβάλλον, στις Αλεπούδες. Συναντηθήκαμε ξανά σε ένα έργο με δυσκολίες. Αλλά και την προηγούμενη φορά το έργο ήταν πολύ καλό όπως και αυτό.

Κωμωδία θα θέλαμε όλοι να κάνουμε. Στην τηλεόραση σίγουρα λείπει. Στο θέατρο ένα καλό δράμα, που εμπεριέχει και κωμικό στοιχείο, λειτουργεί ενίοτε λυτρωτικά για τον θεατή. Μου αρέσουν πολύ οι κωμωδίες.

Με ενδιαφέρει πάρα πολύ το κείμενο. Το σενάριο. Από εκεί ξεκινάω και μετά οι συντελεστές. Θεωρώ πιο ολοκληρωμένες τις παραγωγές λίγων επεισοδίων, αλλά πλέον και στις μεγαλύτερες παραγωγές βλέπω ότι δίνεται περισσότερη βαρύτητα και νομίζω έχει αναβαθμιστεί το επίπεδο αυτού που λέμε “καθημερινό”.

Έχουμε δει πολύ αξιόλογες σειρές να παίζονται καθημερινά. Φυσικά, μεγάλος παράγοντας αποδοχής μίας πρότασης είναι και η αμοιβή».

Οι δικές της σκέψεις για την κοινωνία και την άνοια

«Αν υποθέσουμε ότι είναι κάτι που θα συμβαίνει όλο και συχνότερα πια (σ.σ. τα αυξημένα περιστατικά ασθενών με Αλτσχάιμερ), θα πρέπει να προετοιμαστεί η κοινωνία καλύτερα γι’ αυτό.

Όταν οι ρυθμοί και οι καταστάσεις αλλάζουν πρέπει να προσαρμοζόμαστε σε όλα τα επίπεδα, γιατί προκύπτουν ανάγκες που δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

Έχουν δυσκολέψει όλα σε σχέση με το παρελθόν, ακόμα και με πρώτης ανάγκης πράγματα, όπως αυτά (η φροντίδα των παιδιών σου και των δικών σου ανθρώπων).

Επειδή και ηλικιακά βρίσκομαι κοντά με την ηρωίδα και επειδή και ο πατέρας μου είναι σε μια ηλικία – ευτυχώς είναι καλά – περνούν από το μυαλό μου πολλές σκέψεις.

Ειδικά στην ηλικία των 40 – 50 ή 50- 60 προκύπτουν αρκετά ζητήματα με την οικογένειά σου. Υπάρχει πάντα σαν σκέψη. Όλοι ευχόμαστε να μην τύχει σε κανέναν. Είναι μια επώδυνη κατάσταση.

Και εγώ ζω – βέβαια, δεν είναι το ίδιο – κάτι παρόμοιο με το παιδί. Υπάρχει ένα πλάσμα που εξαρτάται απόλυτα από εσένα, το οποίο έχει τη δική του προσωπικότητα και κρίση και συχνά αντιδρά έντονα.

Σίγουρα, όλη αυτή η διαδικασία με το παιδί έχει περισσότερη χαρά και σίγουρα δεν συγκρίνονται αυτές οι δύο καταστάσεις σε άλλα επίπεδα, παρά μόνο στην ευθύνη που φέρουν».

Παλαιότερα, υπήρχε μια αντίδραση, μια αμφισβήτηση για κάποιες δουλειές. Εγώ το έζησα τότε. Πλέον, έχει αλλάξει η αίσθηση.

Το τηλεοπτικό τοπίο σήμερα και τα επαγγελματικά της σχέδια

«Είναι πολύ ενδιαφέρουσες οι δουλειές και τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές που έχουν ξεχωρίσει. Στην τηλεόραση επειδή μεγάλο ρόλο παίζει και ο οικονομικός παράγοντας είναι και πολύ τεχνικό το κομμάτι, όπου υπάρχει περισσότερο budget το αποτέλεσμα θα είναι καλύτερο.

Σίγουρα είναι καλό σε μια τηλεόραση να υπάρχει ποικιλία, δηλαδή να μην είναι όλα εποχής, να μην είναι όλα δράσης ή κοινωνικά. Να υπάρχει μια ποικιλία. Πάντα μου άρεσαν οι σειρές εποχής, ειδικά όσες προέρχονται από βιβλία.

Δεν έχει προκύψει πρόταση για το Μαέστρο του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Η τελευταία φορά που είχαμε συζητήσει για συνεργασία ήταν στην πρώτη του ταινία, αλλά δεν έβγαιναν τότε οι χρόνοι. Και όταν κάναμε το “Κλείσε τα μάτια” ήταν μια σειρά που υποστήριζα πάρα πολύ, αν και έχουν αλλάξει οι εποχές.

Αυτή η σειρά άγγιξε πάρα πολύ κόσμο και πολλές παρέες μαζεύονταν να τη δουν μαζί. Όταν λέω ότι έχουν αλλάξει οι εποχές δεν αναφέρομαι τόσο στα νούμερα ή την τηλεθέαση. Περισσότερο, για το ότι υπήρχε μια αντίδραση, μια αμφισβήτηση για κάποιες δουλειές. Εγώ το έζησα τότε. Πλέον, έχει αλλάξει η αίσθηση.

Τότε ήταν σε μια υπερβολή και δεν καταλάβαινα γιατί συνέβαινε. Ευτυχώς, δεν ισχύει πια. Πλέον, βλέπουμε όλους τους ηθοποιούς στα τηλεοπτικά. Δεν υπάρχει πια διαχωρισμός. Τότε ενώ νιώθαμε πολύ καλά σε μία δουλειά, κάποιοι ήθελαν να αισθανόμαστε αλλιώς. Αυτό νομίζω διαφοροποιείται σήμερα.

Θεατρικά θα καλύψουμε τη σεζόν με τον Πατέρα. Ταυτόχρονα, προετοιμάζω μια ταινία μικρούς μήκους, που αφορά στην ιστορία μιας κοπέλας η οποία δουλεύει ως αισθητικός και πηγαίνει σε ένα σπίτι να εργαστεί, στο οποίο η γυναίκα φέρεται περίεργα με την αισθητικό να αντιλαμβάνεται το γιατί και να προσπαθεί να λύσει το μυστήριο».

Θεωρώ εγκληματικό να κάνεις ένα παιδί αν δεν το θέλεις πραγματικά. Δεν πρέπει ποτέ κανείς γονιός να πει “μετάνιωσα”.

Φωτογραφία: William Faithful

Η απόφαση για τη δημιουργία της δικής της οικογένειας, ο ρόλος της μητέρας, ο μεγαλύτερος φόβος για το παιδί της και οι όμορφες στιγμές μαζί του

«Δεν είχα μπει ποτέ στη διαδικασία να σκεφτώ αν θα κάνω παιδί ή όχι. Είχα φτάσει σε ένα σημείο, όμως, που ένιωθα ένα πολύ μεγάλο κενό, το οποίο δεν μπορούσε να καλύψει ούτε μια σχέση ούτε οι φίλοι ούτε η δουλειά. Μου έγινε πολύ φανερό το ότι ήθελα. Αυτές οι σκέψεις μπορεί να μπουν στο μυαλό ενός ανθρώπου ξαφνικά. Δεν είναι απόφαση που παίρνεις, όπως το να κάνεις ένα μεγάλο ταξίδι.

Προηγήθηκε συζήτηση. Δεν θα έμπαινα στη διαδικασία να κάνω κάτι τέτοιο αν δεν ήταν συμφωνημένο. Φυσικά, δεν πρέπει να αποτρέπουμε τον κόσμο από το να κάνει παιδιά, αλλά για εμένα πρέπει να πληρούνται κάποια κριτήρια.

Σίγουρα είναι το οικονομικό, που για εμένα δεν είναι το σημαντικότερο – να υπάρχει ένα εισόδημα σταθερό, επειδή υπάρχουν ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν- μια καλή και σταθερή σχέση και το πιο βασικό να είναι κάποιος έτοιμος.

Θεωρώ εγκληματικό να κάνεις ένα παιδί αν δεν το θέλεις πραγματικά. Δεν πρέπει ποτέ κανείς γονιός να πει “μετάνιωσα”. Ήμουν πολύ αυστηρή σε αυτό και δεν θα το έκανα, αν δεν το είχα νιώσει. Και σε περίπτωση που συμβεί, χωρίς να είναι συνειδητό, πρέπει μετά να γίνει συνειδητό.

Όταν μια γυναίκα γίνεται μητέρα συμβαίνουν αλλαγές τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά. Κάτι λειτουργεί λίγο παραπάνω σε σύγκριση με έναν άντρα που προετοιμάζεται να γίνει πατέρας. Προετοιμάζεσαι να κυοφορήσεις και να γεννήσεις έναν άνθρωπο.

Από εκεί και μετά είναι στον άνθρωπο. Λέμε πως η μητέρα συνήθως περνά περισσότερα και έχει πιο πολύ άγχος, επειδή εκείνη είναι πιο πολλές ώρες με το παιδί.

Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα και υπάρχουν και άντρες που περνούν πολύ χρόνο με τα παιδιά τους και είναι παρόντες και τα φροντίζουν. Οπότε σίγουρα δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό με παλιά. Αλλά παίζει ρόλο και η ιδιοσυγκρασία των γονιών.

Φυσικά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά αυτό που παρατηρώ σε όλα τα παιδιά που βρίσκονται στον περίγυρο είναι ότι λένε περισσότερο τη λέξη “μαμά”. Παίζει ρόλο και ηλικία του παιδιού, αλλά στα πρώτα στάδια ο ρόλος της μητέρας -το λένε και ψυχολόγοι και παιδοψυχίατροι – είναι πολύ σημαντικός.

Η αφίσα της παράστασης

Για εμένα, στην ηλικία που βρίσκεται ο γιος μου, είναι να μην πάθει κάποιο ατύχημα. Νομίζω για πάντα θα ισχύει αυτό. Το ένιωθα και από τη δική μου μητέρα. Αυτό δεν φεύγει, είναι μέχρι το τέλος. Σίγουρα, έχουν παρουσιαστεί σε κοινωνικό επίπεδο πολλά πράγματα που μας τρομάζουν πια.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε ως γονείς είναι να χτίσουμε σχέσεις εμπιστοσύνης με τα παιδιά μας. Να τους προσφέρουμε το αίσθημα της ασφάλειας, στο σπίτι τους τουλάχιστον. Να αποφεύγεται η βία οποιουδήποτε βαθμού και μορφής στο οικογενειακό πλαίσιο και να δίνονται μόνο θετικές προτροπές – όσο γίνεται να υπάρχει ένα στήριγμα.

Γιατί και εμένα, αν κάποιες στιγμές με κράτησαν στα πόδια μου, ήταν το ότι ως παιδί είχα πάρει πολλή αγάπη. Δεν είναι, δυστυχώς, έτσι.

Τώρα που έχω γίνει και μητέρα, με πληγώνει και μόνο η σκέψη. Το να βλέπεις από κοντά πώς μεγαλώνει ένα παιδί, πόσο ανοιχτά και ευάλωτα είναι τα παιδιά, πόσο ευαίσθητος είναι ο ψυχισμός τους, δεν μπορείς να το συνειδητοποιήσεις αν δεν το ζήσεις.

Σε πληγώνει που κάνει τον παραλληλισμό με μια οικογένεια που δεν είναι τόσο καλά τα πράγματα και καταλαβαίνεις γιατί έχουμε γίνει όπως έχουμε γίνει ως κοινωνία.

Όμως, σε γενικές γραμμές είμαι πολύ γελαστός άνθρωπος. Κάποιες φορές είμαι αισιόδοξη, αλλά εξαρτάται και από την περίοδο. Η τάση μου είναι τέτοια, να είμαι αισιόδοξη.

Το παιδί δεν σε αφήνει να μείνεις πίσω, να βουλιάζεις ή να ξεχνιέσαι. Πρέπει να πηγαίνεις μπροστά μαζί τους, αυτά τρέχουν. Κάθε μέρα υπάρχει εξέλιξη. Δεν μπορείς να μείνεις πίσω. Πρέπει να ξεπερνάμε τον εαυτό μας καθημερινά. Δεν είναι κάτι πολύ εύκολο, αλλά είναι όμορφο.

Θυμάμαι περπατούσαμε, πρόσφατα, στον Εθνικό Κήπο και περνούσαμε από τα αγάλματα των τριών τραγικών, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, και άρχισα να του εξηγώ ποιοι είναι και πώς συνδέονται και με το επάγγελμα της μαμάς και ότι είναι αγάλματα και μου είπε: “θα κάνω τα μαγικά μου και θα τους σώσω να μην ξαναγίνουν αγάλματα”.

Του εξήγησα ότι είναι αγάλματα επειδή ήταν σπουδαίοι και ότι δεν ήταν τιμωρία, αλλά εκείνος ως “σούπερ ήρωας” (που θεωρεί ότι είναι) θα τους έσωζε.

Είναι πολύ συγκινητικό να βλέπεις ένα παιδί που δεν έχει μολυνθεί από την πραγματικότητα να νιώθει και να έχει την αίσθηση ότι μπορεί να σώσει τον κόσμο».

O Πατέρας

Σύγχρονο Θέατρο

Ευμολπιδών 45, Αθήνα

Παραστάσεις:

  • Τετάρτη 18.15
  • Πέμπτη 21.00
  • Σάββατο 21.15
  • Κυριακή 18.00

Εισιτήρια εδώ.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below