Η Μέργεμ Ελ Μεγντάτι είναι μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που μας χάρισε πρόσφατα η ισπανόφωνη λογοτεχνία. Στο μυθιστόρημά της, Σουπερόσαυρος (εκδόσεις Carnivora), μιλά για την εργασιακή ανασφάλεια, τον καθημερινό ρατσισμό, το χιούμορ ως άμυνα και τη σκληρή ενηλικίωση της γενιάς των 90s, μιας γενιάς που έμαθε να προσποιείται ότι αντέχει.
Η Ελ Μεγντάτι, που γεννήθηκε το 1991 στο Ραμπάτ, στο Μαρόκο, βρέθηκε στο Πουέρτο Ρίκο των Καναρίων Νήσων όταν ήταν ενός μηνός, ενώ σήμερα ζει στη Λας Πάλμας στα Γκραν Κανάρια. Ο Σουπερόσαυρος, που αγαπήθηκε πολύ από το ελληνικό κοινό, είναι το πρώτο της βιβλίο.
Η συγγραφέας φτάνει στη χώρα μας αυτό το καλοκαίρι, καλεσμένη του Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, την Πέμπτη 25 Ιουνίου. Της μιλήσαμε μερικές εβδομάδες νωρίτερα.

Ο Σουπερόσαυρος έχει μια πολύ αναγνωρίσιμη φωνή: σαρκαστική, οργισμένη, ευάλωτη και, κάποιες στιγμές, απρόσμενα τρυφερή. Πώς βρήκες αυτόν τον τόνο; Ήταν ένας τρόπος να προστατεύσεις την ηρωίδα σου, τη Μέργεμ, ή, αντίθετα, να την εκθέσεις περισσότερο;
Πιστεύω ότι το χιούμορ μάς επιτρέπει να αγγίζουμε ορισμένα θέματα που, σε άλλο πλαίσιο, θα ήταν πολύ επώδυνα ή πληγωτικά. Για μένα, ο Σουπερόσαυρος ήταν πάντα ένα μυθιστόρημα με πολύ χιούμορ. Η ιδέα χτίστηκε πάνω σε ένα από τα καλύτερα αστεία του 21ου αιώνα, έτσι δεν είναι; Δούλεψε σκληρά… και θα κατακτήσεις τα όνειρά σου.
Το μυθιστόρημα ξεκινά με μια νεαρή γυναίκα που εξηγεί ότι δεν επέλεξε να γεννηθεί και ότι, αν είχε κάποια δυνατότητα επιλογής, θα προτιμούσε να μην υπάρχει. Υπάρχουν άνθρωποι που διάβασαν αυτή την εξομολόγηση και γέλασαν, επειδή κάποια στιγμή στη ζωή τους είχαν σκεφτεί το ίδιο, αλλά δεν είχαν τολμήσει να το παραδεχτούν φωναχτά. Σε όλη τη διάρκεια του Σουπερόσαυρου, η πρωταγωνίστρια παραδέχεται πολλά πράγματα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό ούτε την προστατεύει ούτε την εκθέτει. Απλώς την κάνει ανθρώπινη στα μάτια του αναγνώστη.
Ο τόνος του βιβλίου απαλύνει την κεντρική θέση του μυθιστορήματος, που είναι ότι το σύστημα λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε να λειτουργεί. Δεν είναι χαλασμένο, δεν είναι ξεπερασμένο. Πηγαίνει περίφημα. Το πρόβλημα είμαστε εμείς.
Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να θέσω ένα ερώτημα στον αναγνώστη. Και το ερώτημα είναι: τι είσαι διατεθειμένος να απαρνηθείς με αντάλλαγμα έναν καλό μισθό;
Η πρωταγωνίστρια εργάζεται στα γραφεία της μεγαλύτερης αλυσίδας σουπερμάρκετ στα Κανάρια Νησιά, σε έναν χώρο γεμάτο ιεραρχίες, εργασιακή βία, καθημερινό ρατσισμό και μικρές ταπεινώσεις. Γιατί σε ενδιέφερε να τοποθετήσεις το μυθιστόρημα σε αυτό το περιβάλλον;
Δεν έχω δουλέψει ποτέ σε σουπερμάρκετ, αλλά έχω περάσει πολλά χρόνια σε γραφείο. Και εκεί υπάρχει ένα τελετουργικό, μια ιεραρχία, το γραφείο έχει τη δική του γλώσσα και τους δικούς του άγραφους νόμους. Κάποιοι από αυτούς βαφτίζουν επείγοντα πράγματα που δεν είναι, επιβάλλουν συναντήσεις για να προετοιμαστεί μια συνάντηση και ακόμα περισσότερες συναντήσεις για να συζητηθεί πώς πήγε η συνάντηση – είναι ίσως ο πιο περίτεχνος τρόπος που έχουμε βρει για να κάνουμε τον χρόνο να εξατμίζεται χωρίς να μπορεί κανείς να πει με ακρίβεια πού χάθηκε. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να μην σε συντρίβει απότομα, αλλά σε φθείρει λίγο-λίγο, ψυχολογικά. Μαθαίνεις να παριστάνεις ότι τα emails έχουν τεράστια σημασία, να μη διαμαρτύρεσαι για τον παραλογισμό τόσης βιασύνης όταν δεν ασχολείται κανείς με εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, να μη θέτεις υπό αμφισβήτηση ανοησίες ή τοξικές συμπεριφορές. Κάποια στιγμή παύεις να ξέρεις αν απλώς το υφίστασαι όλο αυτό ή έχεις γίνει κι εσύ μέρος αυτής της δυναμικής.

Στο βιβλίο υπάρχει μια πολύ δυνατή φράση: «Έμαθα ότι το να μεγαλώνεις σημαίνει να προσποιείσαι λίγο κάθε μέρα… ότι δεν θέλεις να πας σπίτι σου και να ησυχάσεις». Για τη Μέργεμ, το να μεγαλώνει σημαίνει να προσαρμόζεται, να αντιστέκεται ή να μαθαίνει να προσποιείται καλύτερα;
Α, μα μέσα από την προσποίηση και την αυταπάτη δεν καταλήγει τελικά να προσαρμόζεται; Στις τελευταίες σελίδες του Σουπερόσαυρου ανακαλύπτουμε ότι η Μέργεμ έχει μεγαλώσει. Έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που δεν χρειάζεται πια να συνεχίσει να προσποιείται. Μεταμορφώνεται, επιτέλους, σε ένα αμείλικτο πλάσμα.
Το μυθιστόρημά σου μιλά πολύ για την ανασφάλεια, αλλά όχι μόνο ως έλλειψη χρημάτων: και ως διαρκή φόβο, ως συναισθηματικό χρέος απέναντι στην εταιρεία, ως υποχρεωτική ευγνωμοσύνη. Πιστεύεις ότι ο σύγχρονος εργασιακός κόσμος μάς μαθαίνει να συγχέουμε την επιβίωση με την ευγνωμοσύνη;
Στον κόσμο όπου ζούμε έχει ριζώσει πολύ βαθιά μέσα μας η ιδέα ότι το να μην έχεις δουλειά είναι ένα είδος θανάτου. Όχι μόνο οικονομικού -που είναι κι αυτό- αλλά κοινωνικού, ψυχολογικού, υπαρξιακού. Στην πραγματικότητα, όταν γνωρίζουμε κάποιον για πρώτη φορά, συνήθως συστηνόμαστε λέγοντας το όνομά μας, την ηλικία μας και το επάγγελμά μας. Αυτό με το οποίο ασχολούμαστε έχει γίνει ένας από τους πυλώνες πάνω στους οποίους στεκόμαστε. Είναι παρανοϊκό. Μόλις κάποιος μείνει χωρίς δουλειά, κάτι ενεργοποιείται. Ένας πολύ πρωτόγονος συναγερμός, σαν να αναγνωρίζει το σώμα τον κίνδυνο. Και τότε εξαφανίζονται όλα τα υπόλοιπα: αν η δουλειά είναι αξιοπρεπής, αν έχει νόημα, αν είναι αυτό που ήθελες. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία. Το μόνο που έχει σημασία είναι να βγεις από εκεί, να βρεις μια δουλειά με οποιονδήποτε τρόπο.
Η Μέργεμ είναι κόρη μεταναστών, μουσουλμάνα, μεγαλωμένη στα Κανάρια Νησιά, νέα, εργαζόμενη: πολλές ταυτότητες τις οποίες οι άλλοι βλέπουν πριν την ακούσουν πραγματικά. Ήθελες να γράψεις για μια γυναίκα που έχει κουραστεί να πρέπει να εξηγεί διαρκώς τον εαυτό της;
Στις γυναίκες δεν επιτρέπεται να εκφράζουν τον θυμό τους, την οργή τους. Πάντα τις καλούν να ηρεμήσουν. Η Μέργεμ δεν μιλά πολύ στο μυθιστόρημα· ξέρουμε ότι είναι θυμωμένη μόνο επειδή έχουμε πρόσβαση στον εσωτερικό της κόσμο. Μου φάνηκε ενδιαφέρον να κινηθώ ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους: τον κόσμο της υποταγής προς τα έξω και της εξέγερσης στην ιδιωτική σφαίρα.

Υπάρχει μια φράση στο βιβλίο που λέει: «Όταν σκληραίνεις, τίποτα δεν μπορεί να σε αγγίξει… αλλά αργά ή γρήγορα ανακαλύπτεις ότι το να είσαι ζωντανός σημαίνει να εκτίθεσαι». Τι ρόλο παίζει η ευαλωτότητα σε ένα μυθιστόρημα που, φαινομενικά, αμύνεται τόσο πολύ μέσα από το χιούμορ;
Η ευαλωτότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το χιούμορ, έτσι δεν είναι; Ανατέμνεις τη μελαγχολία σου, τη λύπη και τις στρέφεις τη μία ενάντια στην άλλη και να γελάσεις μαζί τους, γιατί διαφορετικά η ζωή θα ήταν αβάσταχτη.
Στις γυναίκες δεν επιτρέπεται να εκφράζουν τον θυμό τους, την οργή τους. Πάντα τις καλούν να ηρεμήσουν.
Πιστεύεις ότι η Μέργεμ αναζητά περισσότερη δικαιοσύνη, περισσότερη αγάπη ή απλώς έναν χώρο όπου δεν χρειάζεται να βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή;
Ο άνθρωπος είναι ένα πολύ περίεργο πλάσμα. Παρότι απεχθάνεται την ομάδα με όλη του τη δύναμη, ονειρεύεται κρυφά να βρει τη θέση του, τους ανθρώπους του. Σε ό,τι αφορά τη Μέργεμ, θα έλεγα ότι αυτό που αναζητά περισσότερο είναι η αίσθηση ασφάλειας που σου δίνει το να έχεις χρήματα. Η δικαιοσύνη ή η αγάπη είναι δευτερεύουσες για εκείνη· γι’ αυτό και τόσοι πολλοί άνθρωποι απογοητεύτηκαν από το τέλος του μυθιστορήματος.
Σε ενδιέφερε να δείξεις ότι το πολιτικό βρίσκεται και σε πολύ μικρές χειρονομίες: στο να μάθεις να λες όχι, στο να προφέρεις σωστά ένα όνομα, στο να μη γελάς με ένα ρατσιστικό αστείο, στο να μην αποδέχεσαι μια ταπείνωση σαν να ήταν κάτι φυσιολογικό;
Όλα είναι πολιτική. Ακόμα και η θερινή ώρα είναι πολιτική. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να θέσω ένα ερώτημα στον αναγνώστη. Και το ερώτημα είναι: τι είσαι διατεθειμένος να απαρνηθείς με αντάλλαγμα έναν καλό μισθό;




