Ένα από τα πιο συναρπαστικά βιβλία που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2019 ήταν η μυθιστορηματική βιογραφία του Βασίλη Ζούλια από τη Ρέα Βιτάλη. Ευτυχής συγκυρία, καθώς ο σχεδιαστής ζούσε μία σημαντική στιγμή στην καριέρα του, με τα ρούχα του να βρίσκονται στο κόκκινο χαλί του Χόλιγουντ. Το βιβλίο της Ρέας Βιτάλη, “Το παλτό μου, μαμά”, συγκινεί και ταξιδεύει τον αναγνώστη όχι μόνο στη ζωή του σχεδιαστή, αλλά και σε μία Ελλάδα περασμένων δεκαετιών, τόσο μακρινή και τόσο κοντινή. Η συγγραφέας, αγαπημένη δημοσιογράφος που “γεννήθηκε με το κουσούρι της παρατηρητικότητας και της καταγραφής”, έχει γράψει ακόμη τα “Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο” και “Δεν πέθανα εγκαίρως” (η ίδια νίκησε μία από τις χειρότερες αρρώστιες). Την αναζητήσαμε και της ζητήσαμε να μας μιλήσει περισσότερο γι’ αυτή τη βουτιά στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.

Μυθιστορηματική βιογραφία, αλήθειες και ψέματα. Ποιες είναι οι μεγάλες παγίδες και ποιες οι ευκολίες μιας τέτοιας καταγραφής, μιας μυθιστορίας που προκύπτει από εξομολόγηση;

Μια είναι η μεγάλη παγίδα. Να σε παρασύρει το «σήμερα» της ζωής του ανθρώπου που επέλεξες να ψαχουλέψεις, σε μια ανάποδη πορεία. Από το σήμερα στο χθες του. Όμως, δεν «παίζει» έτσι η ζωή. Το ζητούμενο είναι να βουτήξεις στο χθες «του» σαν να μην υπάρχει σήμερα. Σκεφτείτε, ότι όσο έγραφα «Το παλτό μου, μαμά», μου ήταν αδιανόητο να παρακολουθήσω κάποια από τις αληθινά παραμυθένιες επιδείξεις του Βασίλη Ζούλια. Ήμουν σε άλλο «παραμύθι» καθηλωμένη. Όσο για ευκολίες…Η γραφή δεν έχει ευκολίες. Είναι εξαγνιστική ψυχοταλαιπώρια. Αναζητάς στις σχισμές των ηρώων σου κρυψώνες, ν΄ απαγκιάσεις δικά σου μυστικά.

Αντιγράφω από το βιβλίο, από την πρώτη αράδα «:Η μνήμη, για να τη γευτείς ολόκληρη, θέλει κλειστά μάτια».  Πόσο αληθινές είναι οι αναμνήσεις μας, σε τι βαθμό ξανακατασκευάζουμε την εκδοχή που εμείς θέλουμε για το παρελθόν μας;

Όποτε γυρίζουμε στα μέρη των παιδικών μας χρόνων ποτέ δεν δικαιώνονται οι αναμνήσεις. Όλα πιο μικρά απ΄ότι τα είχαμε… «Έμενε σε ένα τεράστιο σπίτι», λέμε… «.Μια τεράστια σκάλα»…Κι αίφνης! Πώς μίκρυνε το σπίτι; Πώς χαμήλωσε η σκάλα; Και εκείνοι οι «τεράστιοι» άνθρωποι που μας λαχάνιασε η γοητεία τους….Τι κρίμα! Τι απέραντο κρίμα αν δεν ήταν τόσο όσο…Και εκείνοι που μας πόνεσαν; Ήταν άραγε τόσο κακοί; Αχ, εκείνη η ευκολία της παιδικότητας «καλοί» – «κακοί». Ρωτάτε αν οι αναμνήσεις μας είναι αληθινές και σε τι βαθμό. Να σας πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει. Με νοιάζει όμως να φέρνω στη σκέψη εκείνα τα μάτια, της Ρεούλας, όταν θαύμαζαν, όταν έμεναν κατάπληκτα, όταν γοητεύονταν, όταν θύμωναν, όταν ζήλευαν, όταν ερωτεύονταν τρελά, όταν μισούσαν (τι όμορφα μισούν τα παιδιά!)….Με νοιάζει ότι με λαχάνιαζε. Άρα το κατέγραψα, όπως κι αν το κατέγραψα. Σηκώνουν οι αναμνήσεις πολύ «ποιητική αδεία».

Τα παιδικά χρόνια καθορίζουν τους ανθρώπους, αλλά τον καθένα διαφορετικά. Πως πιστεύετε ότι επίδρασαν στην ψυχοσύνθεση του Βασίλη Ζούλια;

Στο βιβλίο «Το παλτό μου, μαμά» εστιάζω πολύ στην απουσιοπαρουσία της πατρικής φιγούρας. Προσέξτε το «απουσιοπαρουσία». Κατευναστική η οποιαδήποτε τελεία….Η απουσιοπαρουσία όμως είναι σακατευτικό πράγμα; Να έχεις και να μην έχεις. Δεν πατάς, ούτε πέφτεις. Γλιστράς.

Πως γνωριστήκατε με τον αγαπημένο μας Έλληνα σχεδιαστή;

Αφού ταλαιπώρησα πολύ το μυαλό μου ψάχνοντας τις αναμνήσεις αυτής της γνωριμίας και της ιδιαίτερης, βαθιάς εντέλει φιλίας, που δεν έχει όμως τα χαρακτηριστικά καθημερινότητας μιας φιλίας…Με πολλές συναντήσεις, πολλές συνομιλίες, κοινούς φίλους, κοινούς κωδικούς παρέας… Τίποτα, απ΄αυτά!…Ένα περίεργο πράγμα. Ακόμα και για το βιβλίο, πόσες νομίζετε συναντήσεις; Να ήταν πέντε, έξι…Κι αυτές, τόσο διακοπτόμενες από τον τραγικό ηρωισμό της καθημερινότητας του «Έλληνα επιχειρηματία»…Άρα κατέληξα, ότι τον Βασίλη Ζούλια τον γνώριζα πριν τον γνωρίσω. Από ένα τόσο «παλιά», που ούτε το θυμόμαστε.

 

Σκέφτομαι πόσο σας αγαπά και σας εμπιστεύεται για να σας αφεθεί, να αφεθεί να εκτεθεί. Από τι είναι φτιαγμένη η σχέση σας; Τι είναι αυτό που κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις αληθινά δυνατές;

Ήταν πολύ γενναίο αυτό που έκανε. Του είμαι βαθιά ευγνώμων. Με πίστεψε. Το «με πίστεψε» έχει εκατό διαστάσεις και έννοιες. Βουτήξαμε με παιδική αθωότητα σε ένα παιχνίδι για βαθιά, για βαριά ενήλικες. Ενηλικιωθήκαμε όταν παραλάβαμε το βιβλίο τυπωμένο. Τότε μου κόπηκαν τα πόδια. Τι ήταν αυτό που κάναμε; Πού βρήκε τόσο θάρρος; Πώς μου παρέδωσε;….Τι ευθύνη;

«Δεν είναι αθώα υπόθεση τα ρούχα των ανθρώπων», διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Υπάρχει ποιητική διάθεση σε αυτή τη φράση, αλλά και κάτι απροσδιόριστο,    μία μικρή απειλή. Η ενοχή των ρούχων, από πού προκύπτει;

Πόσο εύκολα ξεπετάμε χαρακτηρισμούς κρίνοντας από την εξωτερική εμφάνιση; Άλλοτε ανέντιμα αποκλείουμε, κι άλλοτε βλακωδώς υψώνουμε. Τι μασκάρεμα; Αλλά και τι ασπίδα….Με συγκινούν όσοι αντιλαμβάνονται την ηθική διάσταση της αισθητικής.

Στο βιβλίο εκτός από τον άνθρωπο περιγράφετε και την εποχή. Πέρασε οριστική η εποχή της εξάρτησης από την κατανάλωση για τη χώρα, τι λέτε;

Δεν τελειώνουν οι εξαρτήσεις. Από την εξάρτηση της κατανάλωσης, προχωρήσαμε στην εξάρτηση του «οι άλλοι φταίνε»…Τρυπηθήκαμε λαϊκισμό….Δεν έμεινε φλέβα για φλέβα…Προσπαθούμε απεξάρτηση…Έχουμε «δουλίτσα».

Σπουδάσατε Ιστορία της Τέχνης. Θα μπορούσατε να τη δείτε και τη Μόδα σαν είδος τέχνης; Ή αδικούμε τις υπόλοιπες;

Η μόδα είναι ραβδοσκόπος και καταδότης κάθε εποχής. Μελετώντας τα ρούχα έχεις στοιχεία κοινωνικά, οικονομικά. Είναι αποτύπωμα ταλαντούχων ανθρώπων…Σκέψου, με ένα κομμάτι ύφασμα….Εξαιρετικοί τεχνίτες, δημιουργοί. Αλλά δεν θα την ονόμαζα, με αθώα ευκολία, τέχνη.

Βασίλης Ζούλιας, Ρέα Βιτάλη. Οι φωτογραφίες είναι του Ανδρέα Σιμόπουλου.

Είστε σε μια στιγμή της καριέρας σας που αισθάνεστε πλήρης; Σας λείπει κάτι; Να περιμένουμε ένα επόμενο βιβλίο;

Να σας αποκαλύψω κάτι; Ποτέ δεν με ένοιαξε στη ζωή μου σε ποια στιγμή της καριέρας μου είμαι. Δεν έχω καν καριέρα. Μια ευλογημένη ροή έχω από το μυαλό στα χέρια και στα πλήκτρα του κομπιούτερ. Με ένοιαζε ανέκαθεν σε ποια στιγμή της ζωής μου είμαι. Σε μια συναρπαστικά ενδιαφέρουσα μετά-καρκίνο εποχή. Αν δεν σε πάρει στον λαιμό του…Τι ευλογία!…Πόσα έμαθα, πόσα είδα, πόσα ένοιωσα…Εκείνο το κεφάλι χωρίς μαλλιά….Εκείνα τα μάτια, τα δικά μου καταδικά μου ως το μόνο σωσίβιο. Οι σημαντικοί μου…Πόσο σημαντικοί! Τι κερδοφόρα απόδοση, η επένδυση μου σε σχέσεις! Αυτά μετράνε αγαπητοί. Σ΄αυτά έκανα καριέρα.

Έχω την αίσθηση πως σας έχει κερδίσει η ποίηση, απλώς δεν το λέτε ή ίσως να μην το έχετε συνειδητοποιήσει κι εσείς η ίδια. Έχω δίκιο;

Μα μαγεύει αλλά συγχρόνως μου κόβει τα πόδια, ο ξεμπροστιαστικός μινιμαλιστικός της ποίησης. Στα μυθιστορήματα βρίσκεις κρυψώνες. Στα ποιήματα; «Καταηλιού». Κάποτε, σύντομα κάποτε, θα βρω το θάρρος.

Τι θα προτείνατε να διαβάσει κάποιος που φοβάται την ποίηση, τη βαριέται, την έχει ίσως παρεξηγήσει;

Να μην πιεστεί. Δεν είναι απαραίτητο. Να μη διαβάσει γιατί μπορεί να την γελάσει. Κι είναι ιερό πράγμα. Ας την αφήσει στην ησυχία της. Θα τον διαβάσει η ποίηση.