Project «Γονιός»: Οταν το παιδί γίνεται μέτρο προσωπικής επιτυχίας
Δεν έχω νιώσει περισσότερη ντροπή στη ζωή μου από εκείνο το πρωί που η μικρή μου κόρη ρώτησε μια υπερήλικη κυρία εάν ξέρει πού θα θαφτεί όταν πεθάνει. Κατά καιρούς έχω υπάρξει κι εγώ το red flag είδος της μάνας που μιλάει στο πρώτο πληθυντικό της ταύτισης («γράψαμε 10 στα Αγγλικά», «κάθε Δευτέρα έχουμε κολυμβητήριο»), αλλά σε κανένα σύμπαν δεν θα μπορούσα να ξεστομίσω τη φράση «ρωτάμε γιαγιάδες πού θα γίνει ο τάφος τους».
Βλέπεις, η ταύτιση με το παιδί γίνεται συνήθως επιλεκτικά: φουσκώνουμε από υπερηφάνεια όταν διαπρέπουν, το παίρνουμε προσωπικά όταν αποτυγχάνουν. Και αυτό είναι σε ένα βαθμό θεμιτό, εφόσον είμαστε -ή θεωρούμαστε- ο βασικός καταλύτης για τη διαμόρφωσή τους. Αν υποθέσουμε λοιπόν πως τα παιδιά είναι καθρέφτες μας, οφείλουμε να εξοικειωθούμε με την αντανάκλαση ακόμα κι όταν αυτή δεν μας κολακεύει, όμως δυστυχώς το πρόβλημα είναι αρκετά βαθύτερο από αυτό: πολλοί γονείς βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση πού τελειώνει το παιδί και πού αρχίζει ο ενήλικος.
Δεν είναι τυχαίο που αυτό το φαινόμενο έχει κορυφωθεί τα τελευταία χρόνια: μια οικονομική κρίση και μια πανδημία μετά, σε μια εποχή που οι καριέρες δεν απογειώνονται, τα έμφυλα στερεότυπα αμφισβητούνται και οι παλιές αξίες (γάμος, κοινωνικός κύκλος, status) μοιάζουν με αστείο, η γονεϊκότητα θα μπορούσε να είναι η μόνη σταθερά που βγάζει νόημα και δίνει τη δυνατότητα να νιώσει κανείς πληρότητα. Κι έτσι ο ρόλος του γονιού αγκαλιάστηκε λίγο σφιχτότερα απ’ ό,τι ίσως θα έπρεπε, με τα παιδιά να πρέπει να μιλήσουν από νωρίς, να τρώνε μόνο βιολογικά, να μην εκτίθενται σε οθόνες, να αριστεύουν κοινωνικά, να αναπτύσσουν ταλέντα, να παίρνουν βραβεία και, προπάντων, «να είναι ευτυχισμένα».
Σε μια εποχή που οι καριέρες δεν απογειώνονται, τα έμφυλα στερεότυπα αμφισβητούνται και οι παλιές αξίες (γάμος, κοινωνικός κύκλος, status) μοιάζουν με αστείο, η γονεϊκότητα μοιάζει να είναι η μόνη σταθερά που βγάζει νόημα και δίνει τη δυνατότητα να νιώσει κανείς πληρότητα.
Τα παιδιά έγιναν ζωντανά projects και οι απανταχού «επαγγελματίες» μανούλες ανταγωνίζονται η μία την άλλη, από το ποια θήλασε περισσότερο και ποια μαγειρεύει πιο σπιτικά μέχρι ποιανής το παιδί ντύνεται απρεπώς στα πάρτι και ποιανής έφερε ηλεκτρονικό τσιγάρο στην εκδρομή. Η κριτική προς τις άλλες δίνει ηθικό πλεονέκτημα σε εκείνες που την ασκούν και παράλληλα λειτουργεί σαν ψυχολογικός στόκος που καλύπτει επιφανειακά τις ρωγμές της προσωπικής τους αμφιβολίας. Οι δε μπαμπάδες, που πολλοί έμειναν άνεργοι τα χρόνια της κρίσης ή είδαν τις δουλειές τους να συρρικνώνονται ή αναγκάστηκαν να μείνουν στο σπίτι για να δουλέψουν κατά το lockdown, ανακάλυψαν ένα νέο είδος χαράς και αυτοπραγμάτωσης στον γονεϊκό ρόλο. Είναι συγκινητικό να βλέπεις τη νέα φουρνιά μπαμπάδων να αφιερώνουν στα παιδιά τους χρόνο, ενέργεια και τρυφερό ενδιαφέρον που εμείς δεν είχαμε από τους δικούς μας μπαμπάδες ούτε στα πιο τρελά παιδικά μας όνειρα, αλλά ας έχουμε κατά νου πως όταν το πρώτο γκολ πανηγυρίζεται υπερβολικά, ίσως είναι επειδή ο ενήλικος δεν κατάφερε ο ίδιος να σκοράρει ποτέ.
Εχοντας απομακρυνθεί από άλλες ιδιότητες προκειμένου να τελειοποιηθεί η γονεϊκή, έχοντας επενδύσει τα πάντα στην ανατροφή ενός άλλου ανθρώπου, είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς πως εμείς δεν είμαστε Μικελάντζελο και τα παιδιά δεν είναι η προσωπική μας Καπέλα Σιξτίνα. Είναι αυτόνομα πλάσματα που θα γίνουν τέλειοι ενήλικοι γεμάτοι ατέλειες. Στην καλύτερη περίπτωση, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βάλουμε μερικές καλές πινελιές.

Fool Around, Find Out (FAFO): Αντίο, gentle parenting
Ημουν στην κουζίνα και έφτιαχνα απογευματινά σνακς, όταν είδα των μπαμπά των παιδιών μου να κάνει πραγματικότητα αυτό για το οποίο τα είχε προειδοποιήσει: «Αν συνεχίσετε να χτυπάτε η μία την άλλη με το ρομποτάκι, το ρομποτάκι θα πεταχτεί». Στην επόμενη στραβή χρήση, άνοιξε επιδεικτικά τον σκουπιδοτενεκέ και πέταξε το ολοκαίνουριο αγαπημένο τους παιχνίδι. Λίγο τα γοερά κλάματα των κοριτσιών, λίγο η συσσωρευμένη αγανάκτηση του γάμου, λίγο το εντελώς ανάποδο δικό μου στιλ ανατροφής, ήθελα να ανακατευθύνω το μαχαίρι από τα μήλα προς το μέρος του. Μέσα μου ήξερα πως έπραξε άριστα. Οι πράξεις έχουν συνέπειες και όταν κωφεύουμε στις προειδοποιήσεις, οφείλουμε να τις υποστούμε.
Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του FAFO, ακρωνύμιο για το «Fuck/Fool Around, Find Out» (μτφ.: τόλμησε και θα δεις τι θα γίνει) που τον τελευταίο χρόνο βρίσκει απήχηση σε όλους τους εξουθενωμένους από το gentle parenting γονείς. Η «ήπια ανατροφή» ήταν το βέλτιστο μοντέλο διαπαιδαγώγησης όταν έγινα εγώ μητέρα πριν από μια δεκαετία, μια εναλλακτική πρόταση στα παρωχημένα παιδαγωγικά συστήματα του παρελθόντος, που περιελάμβαναν από το να αφήνεις το βρέφος να κλαίει στην κούνια του μέχρι σκληρές τιμωρίες και ατελείωτους κανόνες στρατιωτικής πειθαρχίας. Ως εξελιγμένα μοντέλα γονιών, εμείς μάθαμε να ελέγχουμε τις αντιδράσεις μας και ότι κάθε λέξη μας μετράει και μπορεί να τραυματίσει, μάθαμε τι σημαίνει ενσυναίσθηση, μάθαμε να γονατίζουμε στο ύψος του παιδιού, να εξηγούμε αναλυτικά κάθε απόφαση και να κατονομάζουμε κάθε συναίσθημα («καταλαβαίνω απόλυτα ότι αισθάνεσαι θυμό που έκοψα το τοστ σου διαγώνια και όχι οριζόντια»). Σε αυτούς τους γονείς, που βρίσκονται στα όρια του burnout από την αδιάκοπη γονεϊκότητα στις μύτες, τη συνεχή αυτοαξιολόγηση και τις ενοχές που μοιραία έρχονται πακέτο, αυτή η (παλιά) νέα μέθοδος που υποστηρίζει ότι βασικά διδάσκει στα παιδιά υπευθυνότητα και ανεξαρτησία, ηχεί στα αυτιά τους σαν κλασική μουσική.
Οχι μόνο μας επιτρέπει να χαλαρώσουμε, αλλά και να επιστρέψουμε στις εργοστασιακές μας ρυθμίσεις, διότι ως παιδιά που μεγαλώσαμε στα 90s, κάθε ακραία αντίδρασή μας έφερνε συνέπειες. «Τα μικρά παιδιά δεν έχουν νεύρα», μου έλεγε χαρακτηριστικά η μαμά μου στα ξεσπάσματά μου, όπως ανακάλεσα 30 χρόνια αργότερα στην ψυχοθεραπεία, στην οποία είχα πάει με -μάντεψε!- προβλήματα διαχείρισης θυμού.
Στην πραγματικότητα οι δύο προσεγγίσεις δεν διαφέρουν τόσο ριζικά: το να μεγαλώνουμε τα παιδιά με ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι δεν θέτουμε παράλληλα όρια («δεν είσαι υποχρεωμένη να φας το διαγωνίως κομμένο τοστ, αλλά δυστυχώς δεν θα σου φτιάξω άλλο»), ενώ το FAFO, που χτίστηκε στο ότι κάθε δράση του παιδιού φέρνει μια αντίδραση, είναι σαφώς πιο δίκαιο πλαίσιο από την παραδοσιακή, συχνά παράλογη τιμωρία, που σου στερούσε την έξοδο του Σαββάτου επειδή έβρισες την αδερφή σου την Τετάρτη.
Η κεντρική ιδέα του FAFO, ακρωνύμιο για το «Fuck/Fool Around, Find Out» (μτφ. «δοκίμασε και θα δεις τι θα γίνει») βρίσκει απήχηση σε όλους τους εξουθενωμένους από το gentle parenting γονείς. Σε αυτούς τους γονείς, που βρίσκονται στα όρια του burnout, αυτή η νέα μέθοδος που υποστηρίζει ότι διδάσκει στα παιδιά υπευθυνότητα και ανεξαρτησία ηχεί στα αυτιά τους σαν κλασική μουσική.
Το γεγονός ότι το FAFO, ως ατάκα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον Τραμπ και τη γεωπολιτική στρατηγική του δεν βοηθάει πολύ όλους εμάς που δεν θέλουμε ούτε απόχρωση τραμπισμού στα παστέλ παιδικά δωμάτια και όσο πιο αυστηρή παρουσιάζεται στα social media η μέθοδος, τόσο πιο δύσκολο είναι να εμπνεύσει μια γενιά γονέων που διαβάζει Γκάπορ Ματέ πριν τον ύπνο. Αλλά οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η κεντρική ιδέα, ότι δεν μπορούμε να προλάβουμε κάθε στραβοτιμονιά του παιδιού μας, ούτε θα είμαστε πάντα εκεί για να μαζεύουμε τα σπασμένα, είναι ελκυστική. Ούτως ή άλλως ξέρουμε πως η ζωή, αργά ή γρήγορα, θα πει με σκληρότητα στο παιδί μας αυτό που εμείς προσπαθούμε να του μαλακώσουμε. Η πρόκληση είναι να ισορροπήσουμε αριστοτεχνικά στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τον γονιό-σωτήρα από τον γονιό-τιμωρό. Να σταθούμε κάπου στη μέση, να αντέξουμε τα λάθη τους χωρίς να παρέμβουμε και βέβαια να είμαστε κάπου εκεί τριγύρω μετά για να τα αγκαλιάσουμε και να τα παρηγορήσουμε (κι από μέσα μας να μονολογούμε «σ’ τα ’λεγε η μανούλα»).
Ο μύθος του «ποιοτικού χρόνου»: Ας είμαστε ειλικρινείς, δεν φτάνει
Δεν έχω ούτε μια ανάμνηση «ποιοτικού χρόνου» με τη μαμά μου. Δεν θυμάμαι να φτιάχνω παζλ μαζί της στο χαλί, δεν θυμάμαι ουσιώδεις συζητήσεις πριν τον ύπνο, δεν θυμάμαι να έχουμε πάει ποτέ θέατρο, σινεμά ή πικ-νικ οι δυο μας. Ο ποσοτικός μας χρόνος, ωστόσο, ήταν πάντα άφθονος. Οσο εγώ έπαιζα ή διάβαζα, εκείνη ήταν πάντα στην κουζίνα, κάτι μαγείρευε, κάτι καθάριζε, κάτι άκουγε στο ραδιόφωνο. Όταν έγινα μητέρα έπρεπε με κάποιο τρόπο να συμβιβάσω τα ασυμβίβαστα: το εσωτερικευμένο μητρικό πρότυπο της πάντα διαθέσιμης μαμάς με τη δική μου πολύ απαιτητική πραγματικότητα μιας full time εργαζόμενης μαμάς.
Το concept του «ποιοτικού χρόνου», που λέει πως δεν έχει σημασία πόσο χρόνο περνάς με τα παιδιά σου αλλά πώς τον περνάς, είναι εξαιρετικά βολικό και ταυτόχρονα ένα από τα μεγαλύτερα καλοπροαίρετα ψέματα της σύγχρονης γονεϊκότητας.
Η ιδέα δεν είναι πρόσφατη, γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την εποχή που οι μαμάδες μπήκαν στην αγορά εργασίας και, μοιραία, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να συμβιβαστεί η απουσία με την ενοχή. Τα τελευταία χρόνια, η θεωρία του ποιοτικού χρόνου εξελίχθηκε σαν μπάμπουσκα -όπου από το μεγαλύτερο πάμε στο μικρότερο- καταλήγοντας σήμερα στον «κανόνα 7-7-7», που λέει ότι 7 λεπτά το πρωί, 7 μετά το σχολείο και 7 πριν τον ύπνο (σύνολο 21 λεπτά τη μέρα) αρκούν για να χτίσεις ουσιαστική σχέση με το παιδί σου.
Πρακτικά επιβεβαιώνω πως όλα αυτά είναι «να ’χαμε να λέγαμε», διότι όσο και να προσπαθούμε εμείς να δημιουργήσουμε στιγμές «υψηλής ποιότητας», τα παιδιά, από τη φύση τους, παράγουν κυρίως στιγμές «χαμηλής ποιότητας». Προσπάθησε εσύ να φτιάξεις ποιοτικό χρόνο το πρωί με ένα παιδί που έχει στραβοξυπνήσει και του φταίνε τα πάντα, από τα φθαρμένα του αθλητικά παπούτσια μέχρι τα κορν φλέικς που έχουν παπαριάσει. Κάνε εσύ ποιοτική συζήτηση με ένα παιδί που γυρίζει υπερφορτωμένο από το σχολείο, κοιτάζει έξω από το παράθυρο μελαγχολικά και απαντάει «καλά» σε κάθε ερώτηση. Πέρνα εσύ ποιοτικό χρόνο το βράδυ με ένα παιδί που διαπραγματεύεστε μια ώρα αν θα βάλει πιτζάμες και αν θα πλύνει τα δόντια του.
Ο πολυπόθητος ποιοτικός χρόνος κάποιες φορές θα επιτευχθεί, αλλά δεν αρκεί να προαποφασίσουμε εμείς πότε θα συμβεί αυτή η θεάρεστη αλληλεπίδραση με το παιδί μας – και είναι μάλλον χλωμό να συμβεί όταν το χρονικό παράθυρο είναι 21 λεπτά. Η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία υποδεικνύει πως το αίσθημα ασφάλειας χτίζεται με τις μικρές, συνεχείς, και πολύ βαρετές αλληλεπιδράσεις που ξεκινούν από τη βρεφική ηλικία και δεν σταματούν ποτέ: το μωρό κλαίει και το παίρνεις αγκαλιά. Το νήπιο λέει «πεινάω» και του προσφέρεις ένα φρούτο.
Το concept του «ποιοτικού χρόνου» είναι ένα από τα μεγαλύτερα καλοπροαίρετα ψέματα της σύγχρονης γονεϊκότητας. Κάνε εσύ ποιοτική συζήτηση με ένα παιδί που γυρίζει υπερφορτωμένο από το σχολείο, κοιτάζει έξω από το παράθυρο μελαγχολικά και απαντάει «καλά» σε κάθε ερώτηση. Πέρνα εσύ ποιοτικό χρόνο το βράδυ με ένα παιδί που διαπραγματεύεστε μια ώρα αν θα βάλει πιτζάμες και αν θα πλύνει τα δόντια του.
Το δεκάχρονο παιδί σου σιγοτραγουδά στο πίσω κάθισμα και σιγοτραγουδάς μαζί του. Ο έφηβος γιος σου λέει μια χαζή ιστορία χωρίς κορύφωση και εσύ κουνάς το κεφάλι συγκαταβατικά. Απλές, φαινομενικά ανούσιες στιγμές ρουτίνας, αντί για μεγάλες σκηνοθετημένες εμπειρίες. Είμαστε περισσότερο απασχολημένοι με το να δημιουργήσουμε αξιοσημείωτες στιγμές με τα παιδιά μας παρά να ζούμε αυτές που συμβαίνουν, την ώρα που συμβαίνουν. Και είναι λογικό, γιατί αν όντως καταφέρουμε να παίξουμε ένα επιτραπέζιο ή να κάνουμε μια βαθιά συζήτηση, μετά μπορούμε να πούμε «τι ωραία που περάσαμε» και να νιώσουμε πως κάναμε καλά το καθήκον μας, ενώ η απλή παρουσία δεν προσφέρει αυτή την ικανοποίηση, είναι διάχυτη και ασαφής. Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά χρειάζονται όσο χρόνο μπορούμε να τους προσφέρουμε, ποιοτικό και μη ποιοτικό, δομημένο και αδόμητο. Δεν είναι εύκολο να βρεθεί, αλλά τουλάχιστον ας μη βαυκαλιζόμαστε πως ο «ποιοτικός χρόνος» είναι κάτι παραπάνω από μια καλή στρατηγική διαχείρισης της default γονεϊκής ενοχής.
Μεγαλώνοντας παιδιά-μετοχές: Ορίζεται η αξία ενός παιδιού με οικονομικούς όρους;
Στέκομαι στην πόρτα του παιδικού υπνοδωματίου και χαζεύω τις κόρες μου να κοιμούνται και βλέπω μπροστά μου το Νόημα της Ζωής, οπότε μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να συλλάβω πως ο τρόπος που βλέπουμε τα παιδιά μας δεν είναι διαχρονικός και πανανθρώπινος, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, κοινωνικοοικονομικά κατασκευασμένος. Η ακαδημαϊκός Viviana Zelizer και συγγραφέας του βιβλίου Pricing the Priceless Child (Αποτιμώντας το Ανεκτίμητο παιδί) εξηγεί πως τα παιδιά ανά τους αιώνες πέρασαν από το να είναι οικονομικά χρήσιμα σε συναισθηματικά ανεκτίμητα. Οι μικροί εργαζόμενοι του 19ου αιώνα, που δούλευαν στα χωράφια και στις οικογενειακές επιχειρήσεις και η αξία τους μετριόταν με όρους παραγωγικότητας, σιγά-σιγά, με την απαγόρευση της παιδικής εργασίας και την καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, έγιναν «συναισθηματικά ανεκτίμητα». Σύμφωνα με τη Zelizer, το παιδί σταδιακά «ιεροποιήθηκε»: δεν είχε πια αξία επειδή πρόσφερε, αλλά επειδή αγαπιόταν.
Εν μέσω αυτής της βαθιάς πολιτισμικής αλλαγής, οι γονείς άρχισαν όχι μόνο να επενδύουν περισσότερο χρόνο και φροντίδα στα παιδιά –με τρόπο που παλαιότερα θα φαινόταν παράλογος-, αλλά ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την οικονομική άνθηση, την άνοδο της μεσαίας τάξης και την έκρηξη της διαφήμισης, άρχισαν να επενδύουν και χρήματα. Αγοραστικός στόχος και καταναλωτής από τη γέννηση κιόλας, όπως γράφει η οικονομολόγος Juliet Schor στο βιβλίο της Born to Buy, τα παιδιά όχι απλώς δεν συνεισφέρουν πια στον προϋπολογισμό, αλλά κοστίζουν και ακριβά. Και έτσι αλλάζουν δραστικά τα παγκόσμια δημογραφικά στοιχεία, καθώς οι γονείς επιλέγουν πια να κάνουν λιγότερα παιδιά, αλλά με περισσότερα «εφόδια», σε πλήρη αρμονία με τη Θεωρία του Ανθρώπινου Κεφαλαίου του νομπελίστα Gary Becker, όπου οι άνθρωποι δεν είμαστε παρά σύνολα δεξιοτήτων και γνώσεων που μπορούν να αποδώσουν οικονομικά στο παρόν ή στο μέλλον.
Η υπέρβαση που αισθανόμαστε ότι κάνουμε «για τα παιδιά μας» είναι εν μέρει η επιθυμία μας να ελαχιστοποιήσουμε την πιθανότητα η πολύτιμη αυτή επένδυση να μην αποδώσει. Νήπια που μαθαίνουν ξένες γλώσσες, παιδιά δημοτικού που καλά-καλά δεν ξέρουν να λουστούν, αλλά μαθαίνουν να γράφουν κώδικα, ατελείωτες δραστηριότητες που ταιριάζουν μεν στην ιδιοσυγκρασία τους, αλλά που κρυφά τσεκάρουμε αν θα μετρήσουν για την εισαγωγή σε ξένα πανεπιστήμια. Πάνω στο ιερό παιδί χτίζεται, ακούσια ή εκούσια, ένα μοντέλο γονεϊκότητας που μοιάζει λιγότερο με φροντίδα και περισσότερο με στρατηγικό σχεδιασμό.
Το μοντέλο των προηγούμενων αιώνων δεν ήταν φυσικά καλύτερο, με τα παιδιά να εργάζονται και να στερούνται την παιδική τους ηλικία, αλλά η μετατόπιση μοιάζει να έχει γίνει από το ένα άκρο στο άλλο. Από τον αγώνα για επιβίωση και την αδιαφορία για την ανεμελιά των παιδικών χρόνων, φτάσαμε σε μια υπερπροσπάθεια και υπερεπένδυση, που τελικά αφήνει γονείς και παιδιά ψυχικά εξαντλημένους. Εντέλει, όμως, το μόνο που θέλουμε για τα «συναισθηματικά ανεκτίμητά μας» είναι να ευτυχήσουν. Αλλά για όσο ακόμα η ευτυχία θα ταυτίζεται με την επαγγελματική επιτυχία, οι μεσήλικοι γονείς θα συναντιούνται τυχαία στο δρόμο και το πρώτο πράγμα που θα λένε μεταξύ τους είναι σε ποια πολυεθνική βρήκε δουλειά «ο μεγάλος» και σε ποια σχολή πέρασε «η μικρή».
Boss Babies: Τα μικρά αφεντικά του σπιτιού
Μοιραία όσα γράφω, κάνω μια μίνι αυτοκριτική και αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό έχω κι εγώ, συνειδητά ή υποσυνείδητα, αναλάβει τη μητρότητα ως project ή κατά πόσο αντιμετωπίζω τα παιδιά μου ως assets. Η αλήθεια είναι ότι δεν αισθάνομαι να έχω κανέναν έλεγχο στα πράγματα.
Σύμφωνα με το Spotify μου, ακούω μανιωδώς κορεάτικη ποπ, σύμφωνα τις αναζητήσεις μου στο Google ενδιαφέρομαι να υιοθετήσω ένα κοάλα, σύμφωνα με την πιστωτική μου το αγαπημένο μου μαγαζί είναι το «Claire’s». Είναι σαφές ότι οι κόρες μου κρατούν το τηλεκοντρόλ, το πληκτρολόγιο, το πορτοφόλι, το τιμόνι της ζωής μας. Η Generation Alpha (όσες/οι γεννήθηκαν μετά το 2010) δεν είναι απλώς η πιο εκτεθειμένη στην πληροφορία γενιά, αλλά και η πρώτη που συμμετέχει τόσο ενεργά στη λήψη οικογενειακών αποφάσεων.
Τα παιδιά λειτουργούν ως μεγαλοπαράγοντες του σπιτιού, διαπραγματεύονται και συναποφασίζουν το πού θα πάμε διακοπές, πού θα βγούμε βόλτα το Σάββατο, τι θα φορέσουμε, τι θα φάμε, τι θα δούμε και τι θα ακούσουμε. Το πρόσφατο Youth Economy Report της GoHenry, σε δείγμα 310.000 παιδιών ηλικίας 6-14 ετών και σε πάνω από 2.000 νοικοκυριά στη Μεγάλη Βρετανία, αποκαλύπτει ότι το 1/4 των οικογενειακών δαπανών αποφασίζεται από τα παιδιά. Γιατί το επιτρέπουμε; Είναι απλά άλλη μια παθολογία του gentle parenting; Ισως ναι, ίσως όχι. Τα παιδιά αυτής της γενιάς, τα πιο ενημερωμένα και συνδεδεμένα παιδιά, έχουν διαφορετικές μορφές πειθούς από τα προηγούμενα: δεν πείθουν με τάντρουμ ή δυνατά κλεισίματα πόρτας, αλλά έρχονται στο τραπέζι με επιχειρήματα, διαπραγματευτικά skills και οικονομικά πλάνα που περιλαμβάνουν από το να προσφέρουν οικιακή εργασία για έξτρα χαρτζιλίκι μέχρι να πουλήσουν αντικείμενά τους στο Διαδίκτυο και διακανονισμούς να στερηθούν μικρά πράγματα για να κερδίσουν κάτι μεγαλύτερο. Πώς να μην επιβραβεύσεις τις επιχειρηματικές τους δεξιότητες;
Ταυτόχρονα, υπάρχει μια πλευρά μας που χαίρεται να καθοδηγείται από τα παιδιά, γιατί έτσι νιώθουμε πως παραμένουμε επίκαιροι: στην ίδια έρευνα, 67% των γονέων δηλώνουν ότι έχουν ανακαλύψει νέα brands μέσω των παιδιών τους, ενώ 69% έχουν προχωρήσει σε αγορά λόγω αυτής της επιρροής. Το αποτέλεσμα, βέβαια, είναι ότι τα λεφτά που προόριζα για αγορά καινούριου καναπέ έγιναν τελικά Disneyland, αλλά ας είναι. Κανείς δεν θυμάται ποτέ έναν τέλειο καναπέ στο πατρικό του. Ολοι και όλες όμως θυμούνται την Disneyland.

Οι παρα-μορφωμένοι γονείς: Περισσότερη γνώση, λιγότερο ένστικτο
Στην προαναφερθείσα ψυχολόγο είχα μπει μια μέρα σκασμένη από το κλάμα, διότι την προηγούμενη μέρα είχα φωνάξει τόσο πολύ στην 1,5 έτους κόρη μου, που το παιδάκι έκανε μισή ώρα να συνέλθει από τον φόβο του. Έχοντας τη βεβαιότητα ότι είμαι η Χειρότερη Μάνα Επάνω στη Γη, παραληρούσα και της αράδιαζα ό,τι είχα διαβάσει για τη Θεωρία της Προσκόλλησης και το πώς διέρρηξα τον Ασφαλή Δεσμό, για το διαγενεακό τραύμα και το μετατραυματικό στρες, για τις κακοποιητικές συμπεριφορές στη νηπιακή ηλικία που πλάθουν τους εγκληματίες του αύριο. Ρώτα τον μέσο νέας κοπής γονιό και έχει να σου προτείνει τουλάχιστον τρία βιβλία διαπαιδαγώγησης, ένα αγαπημένο γονεϊκό podcast και ίσως μερικές momfluencers που «τα λένε καλά». Ξέρουμε ήδη από την εγκυμοσύνη τόσα πολλά για τη μητρότητα, που το πολυφορεμένο κλισέ «τα μωρά δεν έρχονται με manual» τείνει να ανατραπεί.
Ωστόσο, σε έρευνα που έγινε σε γονείς μικρών παιδιών στη Σουηδία, εξετάζοντας το πόσο ικανότεροι αισθάνονται οι γονείς όσο περισσότερο ενημερώνονται, τα αποτελέσματα είναι αποκαρδιωτικά. Οι υπερπληροφορημένοι γονείς, ειδικά αυτοί που αναζητούν απαντήσεις στο Διαδίκτυο, έχουν λιγότερη αυτοπεποίθηση από εκείνους που μεγαλώνουν τα παιδιά τους ενστικτωδώς. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν είναι άλλο από το διάσημο φαινόμενο Dunning-Kruger (David Dunning/ Justin Kruger, 1999), σύμφωνα με το οποίο άτομα με περιορισμένες γνώσεις ή δεξιότητες υπερεκτιμούν σε μεγάλο βαθμό τις ικανότητές τους, αλλά είτε επιβεβαιώνεται η θεωρία, είτε όχι, παραμένει γεγονός ότι η πολλή γνώση σε ζητήματα γονεϊκότητας όχι απλώς δεν είναι δύναμη, αλλά οδηγεί σε παράλυση. Οταν υπάρχουν δεκάδες ενδεδειγμένοι τρόποι να κάνεις κάτι, οι οποίοι, μάλιστα, είναι συχνά αντικρουόμενοι, κάθε απόφαση μοιάζει λάθος. Πρόσθεσε σε αυτό την κριτική από άλλους γονείς που αναφέραμε νωρίτερα και έχεις την τέλεια συνταγή για να αισθάνεσαι ανεπαρκής όλη την ώρα.
Και όχι τίποτε άλλο, αλλά αν ένα είναι βέβαιο και καθολικά αποδεκτό, αυτό είναι ότι για να νιώσουν ασφάλεια τα παιδιά χρειάζονται γονείς που εκπέμπουν σιγουριά, σταθερότητα και ότι «ξέρουν τι κάνουν». Πώς να τους ζητήσουμε να μας εμπιστευτούν, αν δεν εμπιστευόμαστε εμείς τον εαυτό μας; Εχουν περάσει 9 χρόνια από εκείνη τη συνεδρία, αλλά θυμάμαι πεντακάθαρα την απάντηση της ψυχολόγου μου, όταν σταμάτησα να κλαίω: «Τα παιδιά μια χαρά συνδέονται με τις αγχωμένες μανάδες τους, ακόμα και με τις πιο νευρικές. Ξέρεις με τι δεν συνδέονται τα παιδιά; Με τα εγχειρίδια».
Εικονογράφηση: Μαριάννα Βήτου



