Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Στις τελευταίες τάξεις του λυκείου μάλωνα συχνά με τις φιλολόγους. «Γιατί δηλαδή πρέπει να γράψω ότι εννοούσε αυτό ο Ρίτσος με το συγκεκριμένο ποίημά του»; Όπου «Ρίτσος» και όπου «ποίημα» μπορούσαν να είναι ένα κείμενο αρχαίων ελληνικών και κάποιος φιλόσοφος, ένας οποιοσδήποτε συγγραφέας ή ποιητής και κάποιο έργο του, το οποίο το Υπουργείο Παιδείας είχε συμπεριλάβει στη διδακτέα και εξεταστέα ύλη. Η λογική ήταν «αυτό αποφασίσαμε ότι σημαίνει, αυτό θα μάθεις κι αυτό θα γράψεις». Στην ενήλικη ζωή σου καταλαβαίνεις ότι η απολυτότητα και οι λέξεις δεν συμβαδίζουν πάντα, όχι μόνο επειδή η κυριολεξία πάει πακέτο με τη μεταφορά, αλλά κυρίως γιατί μαθαίνεις τον κόσμο ελεύθερα και μπορείς να απαντήσεις σε όποιον σού μιλάει με θέσφατα τη φράση «έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε».

Η συζήτησή μας με την Αμερικανίδα συγγραφέα Katie Kitamura – και πλέον επικεφαλής της επιτροπής για το Bukhman International Booker Prize 2027 – στον 8ο όροφο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης δεν ξεκινάει, ωστόσο με κάποιο έργο του Luigi Pirandello, αλλά με την αναφορά της στο πρόσφατο βιβλίο του Ben Lerner, όπου ο πρωταγωνιστής παριστάνει ότι ηχογραφεί έναν συνεντευξιαζόμενό του, ενώ στην πραγματικότητα έχει χαλάσει το κασετοφωνάκι του.

Το δικό μου ευτυχώς δουλεύει κι έτσι ξεκινάω τη συνέντευξη της γυναίκας που απασχολεί διαρκώς τους λογοτεχνικούς και βιβλιοφιλικούς κύκλους διαρκώς εδώ και πάνω από ένα χρόνο με μια δήλωση προς το μέρος της: «Πάντα πίστευα ότι τα δανέζικα γλυκά μπορούν να καταστρέψουν ένα ζευγάρι. Και σας ευχαριστώ που το επισημάνατε». Αναφέρομαι, φυσικά, στα danish pastries, τα λαχταριστά αρτοσκευάσματα δανέζικου τύπου, ένα από τα τεχνάσματα του βιβλίου της Kitamura, Οντισιόν, τα οποία πρωταγωνιστούν άθελά τους σε κάποιες σκηνές, εκθέτοντας την πραγματική σχέση ενός ζευγαριού. «Τα γλυκά τελικά ήταν πιο τρομακτικά από ό,τι περίμενα όταν τα διάβαζα», παραδέχεται η Kitamura, που χάρη στο Οντισιόν έφτασε μία ανάσα πριν το περσινό βραβείο Booker.

Αυτό το μικρό σε όγκο βιβλίο έγινε παγκόσμιο sensation σχεδόν αμέσως και μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διόπτρα (μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη), που προσκάλεσαν τη συγγραφέα να μιλήσει για το έργο της στο αμφιθέατρο της Ένωσης, μπροστά σε ένα κοινό που θα μπορούσε κανείς να παραλληλίσει με τους «Λάνθιμος hooligans». Ήδη έχει τους δικούς της φανατικούς αναγνώστες, κι αυτό προφανώς δεν είναι τυχαίο. Η συζήτησή μας, λίγο πριν βγει στη σκηνή, ξεκινάει από τον Σαίξπηρ:

– Ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή, όπως έγραψε κάποτε ο Σαίξπηρ. Πρέπει να είναι τόσο εξαντλητικό αυτό ή μπορεί απλώς να παραμείνει ένα θεατρικό έργο με την κυριολεκτική έννοια της λέξης;

Αυτός είναι ένας υπέροχος τρόπος να θέσουμε το ερώτημα. Δηλαδή, νομίζω ότι για πολύ καιρό ένιωθα ότι υπάρχει ένα στοιχείο παράστασης και παιχνιδιού στην καθημερινή ζωή, στον τρόπο που εκπληρώνουμε ορισμένους ρόλους, είτε πρόκειται για τον ρόλο της μητέρας είτε του παιδιού είτε του φίλου είτε του συντρόφου. Αλλά νομίζω ότι δεν το βλέπω αυτό απαραίτητα ως κάτι απόλυτα αρνητικό.

Και νομίζω ότι οι άνθρωποι συχνά θεωρούν πως η ιδέα της τεχνητής επιτέλεσης ρόλων και αυτών των στενών σχέσεων είναι κάτι κακό. Εγώ, όμως, πιστεύω ότι, αφενός μπορεί να είναι πολύ παιχνιδιάρικη και, αφετέρου, αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο μαθαίνουμε να υπάρχουμε μέσα στον κόσμο. Το παράδειγμα που συχνά μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι,τα μικρά παιδιά συχνά κάνουν παιχνίδια ρόλων. Προσποιούνται ότι είναι δάσκαλοι, οδηγοί λεωφορείων ή μητέρες. Και αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας μέσα από την οποία μαθαίνουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Έτσι ανακαλύπτουν διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης και συμπεριφοράς. Και αυτό θεωρείται κάτι απολύτως φυσικό και εξαιρετικά θετικό.

Υπάρχει κάτι παράξενο στο γεγονός ότι, όταν φτάνεις στην ενηλικίωση, είναι σαν να θεωρείται πως αυτή η περίοδος παιχνιδιού έχει τελειώσει. Επομένως, ναι, πιστεύω ότι αυτό το στοιχείο είναι παρόν σε πολλές πτυχές της καθημερινής μας ζωής, συχνά με τρόπους που δεν συνειδητοποιούμε πλήρως. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι πρόκειται αποκλειστικά για κάτι αρνητικό.

– Ο βασικός σας ήρωας χαρακτηρίζεται συχνά —όχι από εμένα, αλλά από άλλους ανθρώπους, κριτικούς και αναγνώστες— ως ένα ψυχρό και απόμακρο άτομο. Θα έλεγαν το ίδιο, αν επρόκειτο για άνδρα;

Είναι μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ερώτηση. Από πολύ νωρίς στην καριέρα μου, σχεδόν από τα πρώτα μου βήματα ως συγγραφέας, υπήρχε αυτή η τάση να χαρακτηρίζεται ο/η πρωταγωνιστής/-στριά μου ως ψυχρός/-ή. Είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί εγώ στην πραγματικότητα θεωρώ ότι πρόκειται για ανθρώπους με έντονα συναισθήματα και πάθος.

Και ειδικά στο Audition, πιστεύω ότι η ηρωίδα είναι ένα αρκετά δραματικό πρόσωπο. Όμως, πέρα από το ζήτημα των χαρακτηριστικών των ίδιων των προσώπων, θεωρώ ότι τίθεται ένα πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: από ποιους αναμένεται να εκφράζουν ή να επιδεικνύουν συναισθήματα; Συχνά, η απαίτηση αυτή αφορά τις γυναίκες.

Υπάρχει η προσδοκία ότι οι γυναίκες πρέπει να επιδεικνύουν τα αισθήματά τους. Και όταν δεν το κάνουν, κρίνονται συχνά ως ψυχρές ή απόμακρες.

Μια ταινία που σκέφτομαι συχνά και που αγαπώ ιδιαίτερα είναι η Μπλε της τριλογίας του Krzysztof Kieślowski. Κι αυτή είναι, βέβαια, η ιστορία μιας γυναίκας που πενθεί και αδυνατεί να εκδηλώσει το πένθος της με τρόπους που οι άλλοι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν. Μόνο στο τέλος της ταινίας αρχίζει τελικά να κλαίει και το πένθος της παίρνει μορφές πιο εύκολα αναγνωρίσιμες και αποδεκτές από τους άλλους. Ωστόσο, ως συγγραφέας, με ενδιαφέρουν πάντοτε τα συναισθήματα που δεν εκφράζονται με καθαρό, τακτοποιημένο ή εύκολο τρόπο· συναισθήματα που, αντίθετα, μοιάζουν να αναζητούν τον δικό τους τρόπο έκφρασης.

– Μπορεί κανείς να είναι ταυτόχρονα ξένος και φίλος; Και αν ναι, ποιο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει γι’ αυτό;

Θα έλεγα πως ναι. Πιστεύω ότι μπορείς να είσαι ταυτόχρονα εραστής και ξένος. Και πιστεύω επίσης ότι μπορείς να είσαι ξένος ακόμη και προς τον ίδιο σου τον εαυτό. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ιδέα… Δεν ξέρω αν συμβαίνει και εδώ, αλλά σίγουρα στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μια εμμονή με μια κουλτούρα απόλυτης διαφάνειας, ιδιαίτερα στις ερωτικές σχέσεις.

Αυτή η ιδέα ότι πρέπει να είσαι απολύτως, πλήρως διαφανής και κατανοητός στον σύντροφό σου, για παράδειγμα. Ότι δεν πρέπει να έχεις κανένα μυστικό. Καταλαβαίνω, βέβαια, το ζήτημα των μυστικών, αλλά πιστεύω ότι η έννοια της ιδιωτικότητας είναι σημαντική, ακόμη και στις φιλίες, ακόμη και στις ερωτικές σχέσεις. Η ιδέα ότι υπάρχει ένας χώρος όπου είσαι ο εαυτός σου, μόνο για τον εαυτό σου και για κανέναν άλλον. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι θετικό. Επομένως, δεν είμαι βέβαιη ότι υπάρχει κάποιο τίμημα στο να είναι κανείς ταυτόχρονα φίλος και ξένος. Θα έλεγα, όμως, ότι ίσως υπάρχει τίμημα στο να είναι κανείς μόνο φίλος και τίποτε περισσότερο. Μόνο φίλος και τίποτε άλλο. Ναι, πιστεύω ότι μια σχέση αυτού του είδους, όπου τα πάντα είναι πλήρως εκτεθειμένα και φανερά, μου φαίνεται μια δύσκολη σχέση.

– Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας και με βάση τη δική σας εμπειρία ως μητέρα, η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της μητρότητας στο βιβλίο σας;

Νομίζω ότι το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο από τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου ήταν ο βαθμός στον οποίο, για ορισμένους αναγνώστες, πρόκειται πρωτίστως για ένα βιβλίο σχετικά με το να σε μεγαλώνει κάποιος, να είσαι παιδί ενός γονέα. Εγώ έγραψα το βιβλίο, όπως γνωρίζετε, επειδή με ενδιέφεραν η φροντίδα του παιδιού, η μητρότητα και η γονεϊκότητα. Και το σκεφτόμουν πολύ ως ένα βιβλίο για τη μητρότητα.

Στη συνέχεια, όμως, όταν βρισκόμουν σε περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες για την προώθηση του βιβλίου, γνώρισα αρκετούς νέους αναγνώστες, ιδιαίτερα άνδρες, οι οποίοι μου είπαν ότι ταυτίστηκαν με τον χαρακτήρα του Ξαβιέ. Μερικοί μάλιστα μου είπαν ότι το βιβλίο τούς βοήθησε να κατανοήσουν καλύτερα τη μητέρα τους. Και αυτό ήταν πραγματικά συναρπαστικό για μένα, γιατί σκέφτηκα: «Να ένας πλήρως ναρκισσιστικός τρόπος να βλέπεις τη μητρότητα». Είχα θεωρήσει ότι ολόκληρη η ιστορία αφορούσε τη δική της εμπειρία ως μητέρα.

Στην πραγματικότητα, όμως, στη μητρότητα υπάρχει και ένας άλλος «εταίρος»: το πρόσωπο που μεγαλώνει, το παιδί που δέχεται τη γονική φροντίδα.

Και νομίζω ότι, κατά κάποιον τρόπο, η διαδικασία της συγγραφής και της δημοσίευσης του βιβλίου με βοήθησε να καταλάβω πόσο εύκολο είναι να μην βλέπεις πραγματικά τον άλλον, να μην τον συμπονάς ή να μην τον κατανοείς πλήρως, να μην βλέπεις ολιστικά, από τη δική του οπτική γωνία — την οπτική του ανθρώπου που βρίσκεται υπό τη φροντίδα σου. Κι όμως, θα πίστευε κανείς ότι αυτό είναι το πιο προφανές και το πιο βασικό πράγμα που καλείται να κάνει μια μητέρα. Επομένως, αυτό ήταν κάτι που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό.

– Οι άνθρωποι συχνά πιστεύουν ότι για κάθε ερώτημα πρέπει να υπάρχει μια οριστική απάντηση. Καθώς διάβαζα το βιβλίο σας —όπως, φαντάζομαι, και πολλοί άλλοι αναγνώστες— αναρωτιόμουν: «Τι κάνει αυτή η γυναίκα; Ποιος είναι αυτός ο άνδρας;». Αυτό το βιβλίο, όμως, μοιάζει να θέτει υπό αμφισβήτηση τα ίδια τα ερωτήματα. Ήταν αυτή η πρόθεσή σας εξαρχής;

Ναι, ήταν. Ξέρετε, υπάρχει ένα εκτενές τμήμα στο μέσο του βιβλίου όπου εμφανίζεται ένας ηθοποιός που πάσχει από άνοια. Η κεντρική ηρωίδα ανακαλεί στη μνήμη της πώς είχε εκλάβει την ερμηνεία του πριν μάθει ότι είχε άνοια και πώς τη θεωρούσε γεμάτη καλλιτεχνική δεξιοτεχνία και εξαιρετικά αποτελεσματική. Στη συνέχεια, όταν συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν ήταν η πρόθεσή του, ότι δηλαδή τα στοιχεία που εκείνη είχε ερμηνεύσει ως καλλιτεχνικές επιλογές δεν είχαν προκύψει συνειδητά από τον ίδιο, κατάλαβε ότι η ερμηνεία είχε αποκτήσει μια δική της ζωή, ανεξάρτητη από τις προθέσεις του.

Και νομίζω ότι τελικά καταλήγει στο συμπέρασμα πως η ερμηνεία εξακολουθεί να υπάρχει ως ερμηνεία, ακόμη κι αν δεν διαμορφώθηκε συνειδητά σύμφωνα με την πρόθεση του ηθοποιού.

Στην πραγματικότητα, αυτή η ιστορία βρίσκεται μέσα στο βιβλίο ακριβώς για να υποστηρίξει την ιδέα ότι η πρόθεση του δημιουργού δεν καθορίζει το νόημα ενός έργου.

Αυτός ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ο λόγος που ήθελα να συμπεριλάβω αυτή την ιστορία.

Έτσι, ακόμη κι αν εγώ ήθελα η ιστορία να σημαίνει ένα συγκεκριμένο πράγμα, αυτό δεν είναι τελικά καθοριστικό για την ερμηνεία της. Και βέβαια, αυτό έχει αποδειχθεί απολύτως αληθινό, επειδή πολλοί αναγνώστες έχουν ερμηνεύσει την παρουσία αυτής της ιστορίας ως ένδειξη ότι η ηρωίδα πάσχει από άνοια και ότι πρόκειται, στην ουσία, για ένα βιβλίο σχετικά με την άνοια. Αυτό, όμως, δεν ήταν η πρόθεσή μου. Δεν ήταν αυτό που έγραφα συνειδητά. Ωστόσο, σίγουρα έγραφα έχοντας κατά νου την ιδέα ότι οι αναγνώστες είναι εκείνοι που, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, διαμορφώνουν το νόημα ενός βιβλίου. Και ότι πολλά από τα βιβλία που αγαπώ περισσότερο και θαυμάζω περισσότερο είναι ακριβώς εκείνα που παραμένουν αρκετά ανοιχτά ώστε να επιδέχονται την ερμηνεία του αναγνώστη. Έτσι, σκέφτηκα ότι, αν αυτό ήταν πράγματι που ήθελα να πετύχω, τότε έπρεπε να αποδεχθώ και τις πολλαπλές ερμηνείες που θα συνόδευαν το βιβλίο. Ακόμη και εκείνες που δεν είχα προβλέψει.

– Τη δεύτερη φορά που διάβασα το βιβλίο σας, και ήμουν μητέρα, σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ιστορία «εξαναγκασμένης μητρότητας». Όπως στις περιπτώσεις που, στην Αμερική του Τραμπ, π.χ. δεν αφήνει κάποιος μια γυναίκα να πραγματοποιήσει άμβλωση. Όσο για το δεύτερο μέρος, σκέφτηκα ότι είναι απολύτως εντάξει να μη θέλεις να είσαι συνεχώς με το παιδί σου. Θα μπορούσε αυτή να είναι μία από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεστε;

Δεν νομίζω ότι έγραψα κάτι τέτοιο συνειδητά. Ωστόσο, υπάρχει ένα εκτενές απόσπασμα —μια μικρή παρέκβαση— σχετικά με την άμβλωση και τη χρήση της ίδιας της λέξης «άμβλωση».
Έγραψα το βιβλίο πριν από την ανατροπή της απόφασης Roe v. Wade και την αναίρεση της κατοχύρωσης αυτού του δικαιώματος. Όμως μπορούσα ήδη να διακρίνω ότι δεν ήταν απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο. Και με είχε εντυπωσιάσει η διστακτικότητα με την οποία οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν αυτό το θέμα… ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν. Μου είχε γίνει πολύ σαφές ότι οι λέξεις έχουν σημασία. Επομένως, θεωρώ ότι αυτή είναι μια απολύτως έγκυρη ερμηνεία. Με την έννοια ότι, για μένα, υπάρχουν κατά κάποιον τρόπο δύο βασικοί τρόποι ανάγνωσης του βιβλίου.

Ο ένας είναι να θεωρήσει κανείς ότι το πρώτο μισό της ιστορίας είναι πραγματικό και ότι το δεύτερο μισό αποτελεί ένα είδος φαντασίωσης: ένα άτεκνο ζευγάρι επινοεί μια φανταστική ζωή στην οποία έχει ένα παιδί. Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή ανάγνωσης, σύμφωνα με την οποία το δεύτερο μισό είναι το αληθινό, και έχει προηγηθεί κάποια μορφή βίαιης απόρριψης ή ρήξης, την οποία το πρώτο μισό μετατρέπει σε μια εξωραϊσμένη, πιο «καθαρή» αφηγηματική φαντασίωση. Και νομίζω ότι αυτή η ανάγνωση βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό που μόλις περιγράψατε.
Θυμάμαι ακόμη την αίσθηση όταν τα παιδιά μου ήταν πολύ, πολύ μικρά: υπήρχε αυτή η προσδοκία ότι θα έπρεπε να είναι εντελώς αυτονόητο πώς να είσαι μητέρα και ότι η μητρότητα θα έπρεπε να αποτελεί μια κάποιου είδους συνεκτική ταυτότητα. Και αυτό δεν ήταν η δική μου εμπειρία.

– Ούτε η δική μου εμπειρία ήταν αυτή.

Δεν ήταν η εμπειρία μου. Σκεφτόμουν: «Δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό [σ.τ.σ τη μητρότητα]. Δεν νιώθω ότι αυτή η ταυτότητα περιλαμβάνει όλες τις άλλες ταυτότητες ούτε ότι ταιριάζει ιδιαίτερα καλά με το πρόσωπο που έχω καταλήξει να θεωρώ ότι είμαι». Νομίζω ότι προσπαθούσα πραγματικά να σκεφτώ τις αντιφάσεις που υπάρχουν μέσα σε πράγματα που φαίνονται σαν πλευρές που μοιάζουν πραγματικά αντιφατικές, που δεν πρόκειται ποτέ να συμφιλιωθούν, που είναι αμοιβαία αποκλειόμενες, ασύμβατες, που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές ως ενιαίο σύνολο.

Και αυτό, για μένα, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο στην καρδιά του βιβλίου.

Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ακινησία, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το αδιέξοδο ανάμεσα στα δύο μισά: στο ένα όπου έχεις ένα παιδί και στο άλλο όπου δεν έχεις.

Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό είναι συχνά για μένα η εμπειρία της μητρότητας: ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να επιλυθούν. Και ίσως, ξέρετε, δεν θα έπρεπε καν να επιλύονται. Υπάρχει μια τεράστια πίεση, νομίζω, να παρουσιάζεται η μητρότητα σαν κάτι απολύτως φυσικό και συνεκτικό, σαν μια ενιαία και ξεκάθαρη εμπειρία. Αλλά νομίζω ότι έχει επίσης αξία το να αναγνωρίσει κανείς πως αυτό δεν ισχύει.

Katie Kitamura, Ευγενία Δημητροπούλου, φωτογραφία από την παρουσίαση του βιβλίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

– Πώς αντιδράει η κυβέρνηση των ΗΠΑ απέναντι στην ελευθερία του λόγου και ειδικά όσον αφορά στη λογοτεχνία;

Πολύ αρνητικά. Δυστυχώς δεν πρόκειται για υστερία ή υπερβολή. Υπάρχει ρεκόρ απαγορεύσεων βιβλίων στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι περισσότερες από ποτέ. Δηλαδή, κυριολεκτικά, οι αριθμοί έχουν εκτοξευθεί. Επιτίθενται σε βιβλιοθηκονόμους. Επιτίθενται σε βιβλιοθήκες — το κάνουν πράγματι αυτό. Εκφοβίζουν, τρομοκρατούν τους βιβλιοθηκονόμους. Απολύουν ανθρώπους που απλώς προσπαθούν να δώσουν βιβλία στα παιδιά.

Θέλω να πω, νομίζω ότι οι βιβλιοθηκονόμοι είναι εξαιρετικά γενναίοι σε ορισμένες περιοχές της χώρας. Παλεύουν πραγματικά σκληρά για την ελευθερία του λόγου και για τα παιδιά που υπηρετούν. Δηλαδή, αναλαμβάνουν τεράστιους κινδύνους και πολλοί από αυτούς δέχονται επιθέσεις.

Χάνουν τις δουλειές τους. Είναι πραγματικά πολύ, πολύ άσχημη κατάσταση. Και νομίζω ότι ήδη μέσα στον πρώτο μήνα της διακυβέρνησης μπορούσες να δεις την επίθεση στη γλώσσα.
Αυτό ήταν πραγματικά ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν: είπαν ότι αυτές οι λέξεις δεν επιτρέπεται να εμφανίζονται στην αίτηση χρηματοδότησής σου, αλλιώς δεν θα σου δώσουμε την επιχορήγηση. Και επρόκειτο για λέξεις όπως «γυναίκα», «συμπεριληπτικότητα». Δηλαδή, κυριολεκτικά, έβλεπες ότι αυτές οι λέξεις έπρεπε να εξαλειφθούν από το λεξιλόγιο, διαφορετικά θα σου έκοβαν ττη χρηματοδότηση. Και αυτό αφορούσε φυσικά την επιστήμη. Η μετονομασία όλων των μνημείων, μετονομασία του Κόλπου του Μεξικού σε «Κόλπο της Αμερικής».
Όλα αυτά συνέβησαν πάρα πολύ γρήγορα και, υποθέτω, κατέστησαν σαφή δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι η κυβέρνηση πραγματικά κατανοεί τη δύναμη της γλώσσας και τη δύναμη των ανθρώπων, γιατί, αν δεν την κατανοούσε, γιατί να τους επιτίθεται τόσο έντονα; Καταλαβαίνουν πόσο η ελευθερία του λόγου μπορεί να αμφισβητήσει την εξουσία τους. Από την άλλη πλευρά, νομίζω ότι αυτό δείχνει και κάτι άλλο: ότι η γραφή έχει σημασία, και η γλώσσα έχει σημασία.

Στην αρχή ήταν εύκολο να νιώθει κανείς ότι όλοι έχουμε κάνει ένα τρομερό λάθος και ότι θα έπρεπε να έχουμε γίνει δικηγόροι με ειδίκευση στη μετανάστευση, ώστε να κάνουμε κάτι πραγματικά χρήσιμο. Σκεφτόμουν: «Θεέ μου, γιατί είμαι συγγραφέας; Αν ήμουν δικηγόρος για τα δικαιώματα της Πρώτης Τροπολογίας…». Αλλά δεν το έκανα αυτό. Όμως δεν νομίζω ότι είναι ασήμαντο το να επιμένει κανείς η γλώσσα να χρησιμοποιείται με ακρίβεια, να επιμένει κανείς ότι οι λέξεις έχουν σημασία, να αντιστέκεται —έστω και με έναν μικρό τρόπο— σε αυτό το απόλυτο «λεκτικό χάος» που παράγει καθημερινά ο Donald Trump, το οποίο όμως έχει εξαιρετική πολιτική δύναμη. Νομίζω ότι αυτό ξεπερνά τη λεγόμενη χαρισματικότητά του ή την ψυχαγωγική του αξία.

Πιστεύω ότι υπάρχει κάτι πιο βαθύ στο μοτίβο του να λέει «δεν είπα αυτό», ή «δεν εννοούσα αυτό», ή «με παρεξηγήσατε», ή «ήταν αστείο». Υπάρχει κάτι στην έλλειψη σαφήνειας της γλώσσας του που είναι πραγματικά, πραγματικά επικίνδυνο.

Δεν ξέρω αν θυμάστε στη συζήτηση εκείνο το σχόλιο για τους Αϊτινούς που «τρώγανε τα κατοικίδια». Το παρακολούθησα και σκέφτηκα: «Δεν μπορεί να εκλεγεί». Και, αντί γι’ αυτό, αυτό ήταν σχεδόν ακριβώς το πράγμα που τον οδήγησε στην εκλογή. Άρα υπάρχει κάποιο μάθημα εκεί. Δηλαδή, δεν ξέρω ακριβώς ποιο είναι, αλλά δεν είναι κάτι ευχάριστο.

– Εσείς, ως άνθρωποι που γράφετε, ίσως μπορείτε να το αξιοποιήσετε.

Πιθανόν. Δεν ξέρω πια. Δεν ξέρω τίποτα πια.

Η συζήτησή μας τελειώνει λίγο πριν η Katie Kitamura ανεβεί στη σκηνή της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης για μία ακόμα «οντισιόν», αυτή τη φορά μπροστά στο κοινό των θαυμαστών της που εξασφάλισαν μια θέση στο δροσερό αμφιθέατρο. Πριν κλείσουμε μού επιβεβαιώνει ότι το βιβλίο θα γίνει ταινία και πως εμπιστεύεται απόλυτα τη σκηνοθέτρια. Ακόμα, ετοιμάζει κάτι νέο, αλλά το καλοκαίρι θα ξεκουραστεί και θα ξεκινήσει πάλι τη δουλειά από το φθινόπωρο. Λέει πως η διαδικασία της επιμέλειας των κειμένων της γίνεται αργά και διαρκεί σχεδόν όσο και η συγγραφή του ίδιου του βιβλίου. Της απαντώ ότι στην Ελλάδα λέμε πως το καλό πράγμα αργεί να γίνει.

Πράγματι, περίμενα 25 χρόνια για να ακούσω με τα αυτιά μου μία συγγραφέα να λέει «εγώ δεν είχα αυτό στο μυαλό μου, αλλά μια χαρά μπορεί το κείμενό μου να εννοεί αυτό που λέτε». Μεγάλο πράγμα η ελευθερία να ερμηνεύεις τις λέξεις και να τους αποδίδεις τη δύναμη που θέλεις εσύ. Η Ακρόπολη στο βάθος «ψήνεται» κάτω από τον αττικό ήλιο. Η Katie Kitamura ποζάρει στο φακό και πιστεύω πως όλοι σκεφτόμαστε ότι θα θέλαμε να περνάμε από μια τέτοια ακρόαση κάθε μέρα.

 

Φωτογραφίες: Spiros Katopodis

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below