Κάθε φορά που η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με ένα αποτρόπαιο έγκλημα ή μια ακόμα γυναικοκτονία, ενεργοποιείται σχεδόν αυτόματα ένας συγκεκριμένος μηχανισμός άμυνας: η αναζήτηση μιας «διάγνωσης». Μέσα ενημέρωσης, συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα και οι υπερασπιστικές γραμμές των δραστών-όπως βλέπουμε να συμβαίνει και στην πρόσφατη υπόθεση της Καλαμάτας, με τον 41χρονο καθ’ ομολογίαν δολοφόνο της Βασιλικής να ζητά ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη-σπεύδουν να βαφτίσουν τη δολοφονική βία ως «ψυχική ασθένεια» ή «θόλωμα του μυαλού».
Η ανάγκη μας να πιστέψουμε ότι ένας άνθρωπος που αφαιρεί μια ζωή πρέπει οπωσδήποτε να είναι «ψυχικά άρρωστος» είναι ανθρώπινη. Ανταποκρίνεται στην ανάγκη του ευρύ κοινού να εξηγήσει το αδιανόητο, δημιουργώντας μια ψυχική απόσταση, ένα ασφαλές φράγμα ανάμεσα στο «εμείς» και το «αυτός». Αν ο δράστης είναι «μια κλινική περίπτωση», είναι διαφορετικός από εμάς, άρα εμείς είμαστε «οκ».
Αυτή η αυτόματη παθολογικοποίηση, όμως, είναι βαθιά επικίνδυνη. Μετατρέπει αυθαίρετα το έγκλημα σε μια μεμονωμένη πράξη, αποσυνδέοντάς το από το κοινωνικό φαινόμενο της έμφυλης βίας, της κτητικότητας και της πατριαρχικής κουλτούρας. Ταυτόχρονα, αποσύρει την αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης που έχουμε όλοι μας απέναντι στη βία (έμφυλη, εργασιακή ή ενδοοικογενειακή) και διαπράττει μια τεράστια αδικία: φορτώνει με ένα βαρύ στίγμα τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, οι οποίοι στην πλειονότητά τους δεν ασκούν ποτέ βία. Οι δράστες, στην πλειονότητά τους, δεν στερούνται λογικής· στερούνται ενσυναίσθησης. Ενεργούν με σχέδιο και πλήρη συνείδηση.
Για να σπάσουμε αυτόν τον κύκλο των παρανοήσεων και να μετατοπίσουμε τη συζήτηση από το βολικό «άλλοθι» της πάθησης στην ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας, μιλήσαμε με τη Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας, MSc Ειρήνη Λιάγκα, που μας βοηθά να αποδομήσουμε τους μύθους γύρω από την ψυχική κατάσταση των δραστών και να δούμε πώς η επιστήμη της ψυχολογίας φωτίζει τα πραγματικά κίνητρα πίσω από τα εγκλήματά τους.
Δεν μπορούν φυσικά να γίνουν διαγνώσεις μέσα απο τα ΜΜΕ και χρειάζεται επιφύλαξη στην απόδοση ή αποκλεισμό μιας ψυχικής ασθένειας στον δράστη, αφού η διερεύνηση των κινήτρων μιας επιθετικής συμπεριφοράς χρειάζεται χρόνο και σοβαρή μελέτη. Η εγκληματική συμπεριφορά είναι συνήθως προϊόν πολλών παραγόντων: προσωπικότητας, προσωπικής ιστορίας και διαδρομής ζωής, τραυμάτων, κοινωνικού πλαισίου, ιδεολογίας/πεποιθήσεων, επιλογών.
Υπάρχει στο ευρύ κοινό, η ανάγκη εξήγησης και κατανόησης του αδιανόητου και επίσης η ανάγκη για την δημιουργία μιας ψυχικής απόστασης, ενός φράγματος ανάμεσα στο «εμείς» και «αυτός», εκφράζοντας έτσι την πεποίθηση ότι: Εάν «αυτός που έκανε την ειδεχθή πράξη» είναι «ψυχικά άρρωστος», είναι διαφορετικός από εμάς. Η σκέψη αυτή δημιουργεί μια ασφάλεια: εγώ δεν είμαι «τρελός», άρα είμαι οκ. Επιπλέον το έγκλημα μετατρέπεται (αυθαίρετα βέβαια) σε προϊόν ψυχικής νόσου και αποδυναμώνεται από το ενδεχόμενο ενός κοινωνικού φαινομένου, άρα πιο μαζικού, πιο συχνού που μας αφορά όλους. Με αυτόν τον τρόπο αποσύρεται και η αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης που έχει ο καθένας μας, απέναντι στη βία είτε έμφυλη, είτε εργασιακή, είτε ενδοοικογενειακή.
Η εξήγηση της πράξης του δράστη από την τρέλα του, δηλαδή εξαιτίας μιας υποκείμενης ψυχικής πάθησης, επίσης διευκολύνει την αίσθηση, ότι ο κόσμος είναι προβλέψιμος, έστω και με μια γρήγορη εξήγηση, στερεοτυπική. Αρνούμαστε να παραδεχτούμε πως κάποιος υγιής αποφάσισε να κάνει ένα ειδεχθές έγκλημα, συντηρώντας μια αίσθηση αιτίου και αιτιατού: έκανε αυτή την πράξη διότι είναι ένα «χαλασμένο» μυαλό, ένας άρρωστος. Δημιουργείται μια εύκολη ταμπέλα με αυτόν τον τρόπο, απλοποιώντας την συνθήκη καθιστώντας την εύπεπτη.
Εάν «αυτός που έκανε την ειδεχθή πράξη» είναι «τρελός», είναι διαφορετικός από εμάς. Η σκέψη αυτή δημιουργεί μια ασφάλεια: εγώ δεν είμαι «τρελός», άρα είμαι οκ. Επιπλέον το έγκλημα μετατρέπεται (αυθαίρετα βέβαια) σε μια μεμονωμένη πράξη τρέλας και αποδυναμώνεται από το ενδεχόμενο ενός κοινωνικού φαινομένου, άρα πιο μαζικού, πιο συχνού που μας αφορά όλους.
Γιατί, λοιπόν, οι δολοφόνοι και οι γυναικοκτόνοι δεν είναι «άρρωστοι»; Πού σταματά η ψυχική πάθηση και πού ξεκινά η προσωπική και κοινωνική ευθύνη;
Είναι ισχυρό στερεότυπο και ευρεία προκατάληψη πως τα ειδεχθή εγκλήματα πραγματοποιούνται από ψυχικά ασθενείς. Στη διεθνή βιβλιογραφία, πραγματικά μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό εντοπίζεται να συνδέει άμεσα τη βία με κάποια ψυχική πάθηση.
Η εγκληματικότητα είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Κυρίαρχο ρόλο σε αυτό παίζουν οι πεποιθήσεις του ατόμου, οι οποίες το «αυτοαδειοδοτούν» στις εκδηλώσεις βίας. Τέτοιες πεποιθήσεις (περί παθολογικοποίησης) συντηρούν το κοινωνικό στίγμα για την ψυχική υγεία και, παραδόξως, πιθανότατα εμποδίζουν ή επηρεάζουν αρνητικά την αναζήτηση βοήθειας από το περιβάλλον και τους ειδικούς.
Η ψυχική πάθηση δεν μπορεί να είναι η εξήγηση σε ανθρωποκτονίες και γυναικοκτονίες ιδιαιτέρως. Η εξήγηση χρειάζεται να αναζητηθεί στο ισχύον σύστημα πεποιθήσεων, στην ανισοτιμία ανάμεσα στα δύο φύλα, στην έλλειψη ή και απουσία σεβασμού, στην συνολική μας ανοχή στην βία.
Είναι ιδεολογικό σύστημα δηλαδή αυτό που υποκινεί την γυναικοκτονία εάν δεν είναι η ψυχική πάθηση;
Ας προσδιορίσουμε πρώτα τον όρο γυναικοκτονία και γιατί δεν αναφέρεται απλά πλέον ως ανθρωποκτονία. Ο όρος «γυναικοκτονία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει εγκλήματα όπου οι γυναίκες δολοφονούνται ως αποτέλεσμα της έμφυλης βίας, δηλαδή πιο απλά επειδή ακριβώς είναι γυναίκες. Ο προσδιορισμός αυτός έχει μεγάλη σημασία, καθώς η χρήση του όρου «ανθρωποκτονία» θα παρέβλεπε την έμφυλη διάσταση του εγκλήματος. Η γυναικοκτονία έχει ως κίνητρο την πατριαρχική αντίληψη και την έλλειψη σεβασμού στην αυτονομία της γυναίκας, που αντιμετωπίζεται συχνά ως αντικείμενο ιδιοκτησίας του άντρα: χωρίς βούληση, χωρίς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, με ποινικοποιημένη σεξουαλικότητα, χωρίς το δικαίωμα προσωπικής περιουσίας, ατομικού χάρτη στόχων, χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς αυτόνομη παρουσία, με μη αναγνωρισμένη και αδειοδοτημένη αυθυπαρξία. Αντιμετωπίζεται όχι ως ύπαρξη με βούληση, παρά μόνο ως δορυφορικό σύστημα παροχών.
Ο όρος «γυναικοκτονία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει εγκλήματα όπου οι γυναίκες δολοφονούνται ως αποτέλεσμα της έμφυλης βίας, δηλαδή πιο απλά επειδή ακριβώς είναι γυναίκες. Ο προσδιορισμός αυτός έχει μεγάλη σημασία, καθώς η χρήση του όρου «ανθρωποκτονία» θα παρέβλεπε την έμφυλη διάσταση του εγκλήματος.
Ποια χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως π.χ. ο ναρκισσισμός, η έλλειψη ενσυναίσθησης, η αντικοινωνική συμπεριφορά συναντώνται συχνότερα σε τέτοιους δράστες και γιατί αυτά δεν θεωρούνται ακαταλόγιστες ψυχικές ασθένειες;
Είναι αλήθεια πως τα προφίλ των θυτών τέτοιων εγκλημάτων παρουσιάζουν κοινά στοιχεία όπως το ίδιο βέβαια ισχύει και για το προφίλ των θυμάτων. Έχει φανεί πως : Οι θύτες γυναικοκτονιών μοιράζονται ως κοινό στοιχείο την επιθυμία για έλεγχο, τον ναρκισσισμό και την απουσία ενσυναίσθησης. Ένα πυρηνικό στοιχείο του προφίλ του θύτη είναι κατά κανόνα η ανάγκη του να διατηρεί και να επιβεβαιώνει την κυριαρχία του απέναντι στη σύντροφό του. Η έλλειψη συναισθηματικής σταθερότητας, ο έντονος θυμός που εκφράζεται εν αιθρία και η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι επίσης κοινά χαρακτηριστικά. Οι θύτες συχνά αισθάνονται ότι απειλούνται από την ανεξαρτησία ή την αυτονομία της γυναίκας και θεωρούν ότι η χρήση βίας είναι αιτιολογημένη, αναγκαία κι επιβεβλημένη για να διατηρήσουν τον έλεγχο. Αυτή η αίσθηση απειλής μπορεί να τους οδηγήσει στην ακραία πράξη της άσκησης σωματικής βίας έως και δολοφονίας. Το θύμα αμφισβητεί κατ’ αυτούς την αίσθηση ισχύος, υπεροχής και ανωτερότητάς τους, οπότε πρέπει να τιμωρηθεί.
Πολλοί θύτες έχουν επίσης ιστορικό κακοποίησης ή έχουν ανατραφεί σε περιβάλλοντα όπου η βία ήταν ο αποδεκτός τρόπος αντιμετώπισης των συγκρούσεων ή επιλέγουν ιδεολογικούς χώρους που τους ενισχύει τις πεποιθήσεις τους.
Οι θύτες συχνά αισθάνονται ότι απειλούνται από την ανεξαρτησία ή την αυτονομία της γυναίκας και θεωρούν ότι η χρήση βίας είναι αιτιολογημένη, αναγκαία κι επιβεβλημένη για να διατηρήσουν τον έλεγχο. Αυτή η αίσθηση απειλής μπορεί να τους οδηγήσει στην ακραία πράξη της άσκησης σωματικής βίας έως και δολοφονίας

Πώς μπορεί η ψυχολογική κοινότητα και η εκπαίδευση να βοηθήσουν ώστε να μετατοπιστεί η συζήτηση από την «παθολογία του δράστη» στην ενδυνάμωση των γυναικών και την αλλαγή κουλτούρας στους χώρους εργασίας και στην κοινωνία;
Είμαστε αυτό που πιστεύουμε. Σίγουρα λοιπόν η ουσία βρίσκεται στην επανεξέταση των πεποιθήσεων μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Τι αδειοδοτούμε; Σε τι κάνουμε τα στραβά μάτια; Πόσες εξαιρέσεις και περιπτωσιολογικές εκδοχές αναπτύσσουμε έτσι ώστε να αποφύγουμε την αντιπαράθεσή μας με το απεχθές;
Η προσωπική μου άποψη δεν συγκλίνει στην ενδυνάμωση των γυναικών, αποκλειστικά, αλλά στον εξανθρωπισμό όλων μας, στην επανεκπαιδευσή μας στην ηθική, στον σεβασμό, στην αξιοπρέπεια. Στην αμφισβήτηση των στερεοτύπων, σύμφωνα με τα οποία ακόμη και εαν το θύμα έχει υποστεί σκληρή βία, αναζητάται η ευθύνη του σε κάτι που είπε, σε κάτι που ζήτησε ή στο ύφος που υιοθέτησε ενώ μιλούσε. Το θύμα κατηγορείται όταν αντιδρά, αλλά και όταν δεν αντιδρά και δεν φεύγει από μια κακοποιητική σχέση. Όταν ζητά βοήθεια αλλά και όταν δεν αναζητά. Ο θύτης κατανοείται γιατί είναι «ζηλιάρης» ή «ερωτευμένος» ή «πιεσμένος» ή γιατί προκλήθηκε.
Αδειοδοτούμε τη βία όταν της βρίσκουμε λόγους, συνθήκες, περιστάσεις να χωρέσει. Μετατρέπεται σε επιλογή. Όσες περισσότερες εκδοχές βρίσκουμε, τόσο περισσότερο την αναγνωρίζουμε και τη φυσιολογικοποιούμε.
Το θύμα κατηγορείται όταν αντιδρά, αλλά και όταν δεν αντιδρά και δεν φεύγει από μια κακοποιητική σχέση. Όταν ζητά βοήθεια αλλά και όταν δεν αναζητά. Ο θύτης κατανοείται γιατί είναι «ζηλιάρης» ή «ερωτευμένος» ή «πιεσμένος» ή γιατί προκλήθηκε.
Ο ρόλος της εκπαίδευσης, των ειδικών, των γονέων, κάθε καλλιεργημένου ανθρώπου είναι η συστηματική αποκήρυξη της βίας, σε κάθε συνθήκη και η σταθερή εστίαση του στην αίσθηση της αξιοπρέπειας. Ο έρωτας δεν καταστρατηγεί την αξιοπρέπεια. Αντιθέτως ο υγιής έρωτας ενδυναμώνει, ενισχύει, κινητοποιεί το άτομο δεν το καταδικάζει σμπαραλιάζοντας κάθε δομή και υπόστασή του. Το ίδιο ισχύει και με την εργασία: η ανάγκη για εργασία χρειάζεται να αποσυνδεθεί από την ανοχή στην ταπείνωση. Ο ταπεινωμένος άνθρωπος θα ανεχτεί και άλλο , ακόμη παραπάνω ταπείνωση. Ποιος τον εκπαίδευσε να την ανέχεται; Να τη δικαιολογεί;



