Από τη Λίνα Ρόκου
Η Ηρώ Μπέζου στη 15χρονη πορεία της στο θέατρο έχει χαράξει με συνέπεια μια σταθερά ανοδική πορεία, κατακτώντας μια αυτόνομη, ανεξάρτητη -παρότι προέρχεται από τα σπλάχνα μιας θεατρικής οικογένειας- δυναμική και ταυτοχρόνως «χαμηλών τόνων» θέση ανάμεσα στις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της. Εξερευνά τις δυνατότητές της, γράφοντας δικά της έργα, σκηνοθετώντας τα, συμπλέοντας με σπουδαίους δημιουργούς και πιστεύοντας εκ πεποιθήσεως στην ομαδικότητα.
Φέτος το καλοκαίρι επιστρέφει στην Επίδαυρο, συνεργαζόμενη ξανά με τον Δημήτρη Καραντζά, πρωταγωνιστώντας στην τραγωδία του Ευριπίδη «Άλκηστις» που θα παρουσιαστεί στο πιο διάσημο αρχαίο θέατρο του κόσμου στις 17 και 18 Ιουλίου.
Η «Άλκηστις» είναι ένα ιδιαίτερο έργο, που δεν ανεβαίνει και τόσο συχνά, συμφωνείς;
Η «Άλκηστις» είναι μια τραγωδία με πολύ καινοτόμα στοιχεία, που δεν συναντούμε σε άλλα έργα του είδους όπως θάνατος επί σκηνής και ανάσταση. Το κείμενο είναι ιδιαίτερα κρυπτικό, δεν μπορείς να είσαι ακριβώς σίγουρος τι διαμείβεται· είναι ένα έργο πιο σύγχρονο θεατρικά, από την εποχή του.

Η Άλκηστις, δέχεται να θυσιαστεί στη θέση του συζύγου της. Είναι μια δική της επιλογή ή είναι μια κοινωνική επιταγή αυτή της η πράξη;
Από τη στιγμή που της τίθεται, από εκείνον, το ερώτημα «θα πεθάνεις για μένα;» δεν ξέρω ποιες θα μπορούσαν να είναι οι εναλλακτικές της, πέραν του ότι θα έμενε μεν βασίλισσα μαζί με τα παιδιά της, αλλά κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά, κοινωνικά, οικογενειακά και προσωπικά για εκείνη. Σαφώς, λοιπόν, υπάρχει έξωθεν πίεση, όμως δεν είναι αυτή η πίεση ο μόνος λόγος που παίρνει την απόφαση να θυσιαστεί, γι’ αυτό και η υπέρβαση που κάνει έχει την αξία της.
Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που σε μια τραγωδία παρουσιάζεται μια ευημερούσα κοινωνία που δεν μαστίζεται ούτε από πόλεμο, ούτε από φτώχεια, ούτε από λοιμό. Ο βασιλιάς της είναι νέος, όμορφος, ευτυχισμένος και πλούσιος και τα πρόσωπα του έργου δεν έχουν έρθει σε επαφή με τον πόνο, δεν έχουν εξοικείωση με τον ηρωισμό και την υπέρβαση. Το παλάτι είναι ένα φιλόξενο μέρος που σφύζει από ζωή και τραγούδια. Μέσα σε αυτό, λοιπόν, το ευτυχισμένο πλαίσιο, έρχεται ξαφνικά ο τρόμος του θανάτου και της οδύνης, προκαλώντας πανικό. Εκεί η Αλκηστις, η πιο μητρική φιγούρα του έργου, παίρνει την απόφαση να θυσιαστεί παρά να ζήσει μια ζωή χωρίς τον πατέρα των παιδιών της.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι αυτό είναι και δική της επιλογή. Η ίδια, άλλωστε, αναφέρει συνεχώς στο έργο τη μητρική της ποιότητα, την ευθύνη της να φροντίζει όλους τους άλλους και να θυσιάζεται για εκείνους. Εχει, λοιπόν, η Άλκηστιςένα πολύ μητρικό και συμπεριληπτικό προφίλ, που με την πράξη της το δικαιώνει στο έπακρο. Σίγουρα η ίδια δεν θέλει να πεθάνει και πιθανόν όταν συνειδητοποιεί την απόφασή της τη μετανιώνει γιατί δεν θέλει να αφήσει τα παιδιά της και τη χαρά της ζωής, όμως πλέον η απόφαση έχει παρθεί και γύρω της επικρατεί μια παρατεταμένη αμηχανία εκ μέρους όλων, μια παθητική αμηχανία χωρίς καμία δράση. Το ότι η γυναίκα αυτή προχωρά συνειδητά προς τον θάνατο ενώ όλοι άλλοι γύρω της φοβούνται είναι μια πράξη μεγαλείου, ακόμη κι αν, σε έναν βαθμό, έχει επιβληθεί κοινωνικά.
Επιστρέφεις στην Επίδαυρο για πρώτη φορά μετά το 2021. Ποιες είναι οι σκέψεις σου;
Η Επίδαυρος είναι ένα θέατρο που είναι φτιαγμένο ακριβώς για να είναι θέατρο, ευνοεί δηλαδή την επικοινωνία. Είναι ένας πανέμορφος τόπος μέσα στη φύση. Εχει, όμως, τρομερή δυσκολία, πρέπει να διασταλούν τα πάντα, δεν γίνεται αλλιώς σε ένα τόσο μεγάλο ανοιχτό θέατρο. Είναι μεγάλη άσκηση αυτό για τον ηθοποιό.
H Άλκηστις ένα πολύ μητρικό και συμπεριληπτικό προφίλ, που με την πράξη της το δικαιώνει στο έπακρο. Σίγουρα η ίδια δεν θέλει να πεθάνει και πιθανόν όταν συνειδητοποιεί την απόφασή της τη μετανιώνει γιατί δεν θέλει να αφήσει τα παιδιά της και τη χαρά της ζωής.
Εσένα σου ταιριάζουν τα θέατρα μεγάλης κλίμακας ή οι πιο μικρές θεατρικές σκηνές;
Έχει να κάνει με την ίδια την παράσταση. Παρατηρώ, όμως, ότι μου αρέσει η εγγύτητα, μου αρέσει κι ως θεατή. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου προτιμώ να βρίσκομαι ή να πηγαίνω σε πιο μικρά θέατρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πολύ μεγάλη ευκαιρία και εξάσκηση να «ανοίξεις» όπως συμβαίνει στα μεγάλα θέατρα. Είναι καλό να επισκεπτόμαστε όλες μας τις δυνατότητες, εννοώ τα εργαλεία μας, τη φαντασία μας, τις δυνατότητες του πνεύματός μας, αλλά και του σώματός μας. Οπότε με αφορά και ένα μεγάλο θέατρο όπως η Επίδαυρος, αλλά και με αγχώνει το πώς μπορεί όλο αυτό να είναι ζωντανό, δηλαδή το να είσαι κοντά στη φωνή σου, κοντά στο σώμα σου, αλλά και να επικοινωνείς με το κοινό ενώ υπάρχει τόσο μεγάλη απόσταση. Δεν μιλάω μόνο για τους θεατές, αλλά και για τους συμπαίκτες.
Μου αρέσει που τους αποκαλείς συμπαίκτες. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιούμε το ρήμα «παίζω» για το θέατρο, που δηλώνει τη χαρά που ενυπάρχει σε αυτό.
Τη χαρά και την ομαδικότητα.

Έχεις γράψει θεατρικά έργα. Πώς προέκυψε αυτό;
Πάντα μου άρεσε, απλώς παλιότερα δεν είχα την υπομονή, ήμουν πιο μικρή. Έγραφα, όμως, και κάποια στιγμή όταν πειραματιζόμενη αντί για αφήγηση έγραψα διάλογο, μου αποκαλύφθηκε ότι ήταν κάτι που είχα πολύ ανάγκη να κάνω και είδα ότι μου βγήκε πολύ αβίαστα. Οπότε μετά από κάποιες δοκιμές έγραψα κάτι πιο ολοκληρωμένο, που με την ενθάρρυνση φίλων το προχωρήσαμε.
Είναι κάτι που μου αρέσει πολύ και είμαι πολύ ευγνώμων που έχει εμφανιστεί στη ζωή μου γιατί αποτελεί μεγάλη απόλαυση και διέξοδο. Για κάποια σαν εμένα που παίζει ασταμάτητα και δουλεύει με κόσμο, αυτή η μοναχική διαδικασία, που είναι αυτόνομη και δημιουργική συγχρόνως, που σε καλεί να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου, είναι μια εξαιρετικά ανακουφιστική λειτουργία.
Σε έχει βοηθήσει στο πώς παίζεις;
Στο πώς παίζω με έχει βοηθήσει κυρίως το ότι σκηνοθέτησα παραστάσεις. Δεν υπονοώ ότι όλοι οι ηθοποιοί πρέπει να σκηνοθετούν ή ότι όλοι οι σκηνοθέτες να παίζουν, αλλά έχει σημασία να έχεις περάσει κι απ’ αυτή την εμπειρία. Το ότι είμαι ηθοποιός με έχει βοηθήσει στο πώς γράφω γιατί στα λίγα θεατρικά που έχω γράψει πάντα με απασχολεί πώς αυτό το κείμενο μπορεί να παιχτεί και πόσο λειτουργικό και βοηθητικό θα είναι για τον ηθοποιό να το ερμηνεύσει. Αν πήγαινε κάποιος άλλος να σκηνοθετήσει ένα δικό μου κείμενο δεν ξέρω αν θα έβγαζε άκρη.
Μπορεί στο μέλλον…
Μακάρι! Απλώς σκέφτομαι ότι κάτι που για σένα βγάζει νόημα, μπορεί για κάποιον άλλο να μη βγάζει. Εκεί απλώς το αφήνεις ελεύθερο και ό,τι γίνει.
Δεν αναρωτιέσαι, όμως, πώς μπορεί να δει και να ερμηνεύσει ένας σκηνοθέτης ένα δικό σου κείμενο;
Δεν το συζητώ ότι θα έχει πολύ ενδιαφέρον! Αλλά έχεις την έννοια τι θα κάνει με το «παιδάκι» σου. Εγώ κιόλας που δεν έχω παιδιά, σκυλιά, το πιο κοντινό που έχω νιώσει στη μητρική λειτουργία ήταν οι δύο παραστάσεις που έχω γράψει και σκηνοθετήσει. Μου είχε βγει η τρέλα και η προστατευτικότητα, τα στοιχεία που καταλαβαίνω ότι μπορεί να είχα ως μητέρα.
Η μητρότητα μπορεί να πάρει πολλές μορφές;
Εννοείται! Μα το ένστικτο εκεί είναι, το πώς το δρομολογείς είναι μια άλλη ιστορία.
Παρατηρείς τον εαυτό σου όταν δοκιμάζεις τις εκφραστικές σου δυνατότητες;
Προσπαθώ όσο μπορώ να έχω αυτογνωσία για να εξελίσσομαι. Έτσι κι αλλιώς συμβαίνει γιατί όλο και κάποια δυσκολία θα προκύψει. Τη στιγμή της δυσκολίας θα διαπραγματευτώ τι έχω κάνει εγώ λάθος ή σωστά, οπότε εκεί παρατηρώ τον εαυτό μου για να δω την ευθύνη που μου αναλογεί. Δεν παρακολουθώ, όμως, όλη την ώρα τον εαυτό μου για να τον κρίνω, προσπαθώ να αφήνομαι.
Οταν γίνει κάποια στραβή και καταφέρεις να βρεις τον τρόπο να την ξεπεράσεις, το χαίρεσαι περισσότερο ή εύχεσαι τα πράγματα να κυλούν από μόνα τους πιο ανεμπόδιστα;
Δεν γίνεται να πετύχεις το τζόκερ με την πρώτη! Χαίρομαι όταν ξεπερνάω τα εμπόδια στη δουλειά μου και ξέρω πως μέσα από τις δυσκολίες γίνονται πιο γρήγορα τα αντανακλαστικά μου και προπονούμαι για ό,τι προκύψει. Αυτό είναι το κέρδος, όπως και στη ζωή.
Φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλη τάση του κοινού προς το θέατρο, με παραστάσεις που γίνονται sold out με το που ανακοινώνονται ή και με μικρές σκηνές που γεμίζουν Δευτερότριτα. Εχει γίνει viral το θέατρο; Οι θεατές είναι αφοσιωμένοι ή κρυφοκοιτάνε στο κινητό;
Στην Ελλάδα πάντα αγαπάμε το θέατρο. Eίναι εκείνη η Τέχνη που με κάποιον τρόπο πάντα ψιλο-επιβιώνει, άσχετα με το τι πληρώνονται οι ηθοποιοί. Υπήρχε μετά τον COVID μια ανοδική τάση για περίπου δύο χρόνια, αλλά το τελευταίο διάστημα δεν είναι και τόσο ανθηρά τα πράγματα. Εμένα μου λείπουν οι πιο ομαδικές δουλειές, γιατί ακόμη και τα Δευτερότριτα όπως ανέφερες, συνήθως δεν προχωρούν αν δεν τα πάρει πάνω του ένας παραγωγός. Χαίρομαι πολύ όταν πηγαίνω σε πιο μικρούς χώρους όπου όλα είναι πιο «ήσυχα» και που υπάρχει κι ένα παραπάνω ψάξιμο για το τι θέλει να πει η ομάδα. Βέβαια αυτό ενέχει τον κίνδυνο να μην είναι μεγάλη η προσέλευση και να μην πληρωθούν οι συντελεστές.

Εχεις ζήσει τέτοιες καταστάσεις;
Το 2009, όταν αποφοίτησα από τη σχολή, δεν είχαμε, ως νέοι, στον ήλιο μοίρα. Για μια πενταετία τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα οικονομικά, αλλά μέσα σε όλο αυτό υπήρχε ένα πολύ δημιουργικό κλίμα, μια τάση να γίνονται πιο μικρού βεληνεκούς πράγματα από ομάδες που έπαιρναν πρωτοβουλίες.
Υπάρχουν ακόμη τέτοιες ομάδες, αλλά είναι λίγες και ακόμη λιγότεροι οι χώροι που δημιουργούνται χωρίς παραγωγό. Μου λείπει αυτό που παλιότερα ονομάζαμε εναλλακτικό και ήταν όντως τέτοιο. Γιατί είναι μια διαφορετική επιλογή που μπορεί να αυτοσυντηρηθεί, έστω κουτσά στραβά, και να προσφέρει κάτι διαφορετικό. Ακούω συχνά ότι το κοινό μαθαίνει τους ηθοποιούς από τις τηλεοπτικές σειρές στις οποίες συμμετέχουν και έτσι έρχεται στο θέατρο για να τους δει. Μη σώσει να τους δει! Θέλω να πω ότι δεν μπορεί να είναι αυτό το κίνητρο. Γιατί το κοινό που έμαθε έτσι έναν ηθοποιό -που έχει φάει όλη του τη ζωή στο θέατρο και για x,ψ καθ’ όλα σεβαστούς λόγους έπαιξε και σε 2-3 σειρές- θα πάει σε μια παράσταση περιμένοντας να δει τον τηλεοπτικό ρόλο. Είναι αυτό το κοινό που θα ανοίξει το κινητό και δεν θα σεβαστεί τη θεατρική συνθήκη. Και δεν είναι ευθύνη μόνο του κοινού. Διάβασα ένα άρθρο τις προάλλες που είχε περίπου ως τίτλο «πού να πας για σούσι στη Γλυφάδα αφού δεις τον “Βυσσινόκηπο” στο Εθνικό».
Στην Ελλάδα πάντα αγαπάμε το θέατρο. Eίναι εκείνη η Τέχνη που με κάποιον τρόπο πάντα ψιλο-επιβιώνει, άσχετα με το τι πληρώνονται οι ηθοποιοί.
Τι να συζητήσουμε έτσι; Είναι σαν να αποκλείεις τη δυνατότητα μιας ουσιαστικής επίδρασης του θεάτρου πάνω στο θεατή. Ας μην πηγαίνουμε στο θέατρο από fomo, ας πηγαίνουμε από ανάγκη.
Φωτογράφος: Ιωάννα Τοκμακίδου
Επιμέλεια: Κωνσταντίνα Λειβαδίτη
Μακιγιάζ/ Χτένισμα: Aννα Μπακατσάκη (beehive artists)



