Η ταινία που άνοιξε τις προβολές μεγάλου μήκους του φετινού, 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους είναι και αυτή που, κατά κάποιον τρόπο, έκλεισε τη διοργάνωση, καθώς στην τελετή λήξης τιμήθηκε με το Βραβείο της Καλύτερης Ταινίας Μεγάλου Μήκους. Με τίτλο «Περί της ανακάλυψης των ειδών» (2024), αφηγείται το ποιητικό ταξίδι της 12χρονης Κάρλα στα Γκαλαπάγκος, όπου φτάνει με τον βιολόγο πατέρα της, αμίλητη και θλιμμένη μετά από μια μεγάλη απώλεια. Εκεί, εμπνευσμένη από τα εκπληκτικά ενδημικά είδη των νησιών του αρχιπελάγους, που συναντά στις εξερευνήσεις με τους καινούριους φίλους που κάνει, μαθαίνει ότι πρέπει να μεταλλαχθεί για να επιβιώσει.
Η δημιουργός της ταινίας, Tania Hermida, ταξίδεψε από την πατρίδα της, το Εκουαδόρ, μέχρι τον Πύργο Ηλείας για να παραβρεθεί στις δύο προβολές της (η μία πρωινή, για σχολεία) και να απαντήσει στις ερωτήσεις του κοινού. Στη συνέντευξή μας μοιράζεται, εντυπωσιασμένη, την ερώτηση που της έκανε, και μάλιστα στα αγγλικά, ένας μαθητής δημοτικού στην πρωινή προβολή του Φεστιβάλ Ολυμπίας. «Με ρώτησε: “Τι είναι καλύτερο: Να προσαρμοστούμε για να επιβιώσουμε ή να παραμείνουμε πιστοί στον εαυτό μας;”. Ήταν η πιο έξυπνη ερώτηση που μου έχουν κάνει για αυτή την ταινία». «Κι εσύ τι απάντησες;». «Ότι όταν είμαστε στα πρόθυρα της εξαφάνισης πρέπει να μεταμορφωθούμε χωρίς να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας, όπως έκανε και η Κάρλα».
Στη συνέντευξή μας μοιράζεται, εντυπωσιασμένη, την ερώτηση που της έκανε, και μάλιστα στα αγγλικά, ένας μαθητής δημοτικού στην πρωινή προβολή του Φεστιβάλ Ολυμπίας. «Με ρώτησε: “Τι είναι καλύτερο: Να προσαρμοστούμε για να επιβιώσουμε ή να παραμείνουμε πιστοί στον εαυτό μας;”. Ήταν η πιο έξυπνη ερώτηση που μου έχουν κάνει για αυτή την ταινία».
Η σεναριογράφος και σκηνοθέτρια ήδη από την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, «How Much Further» (2006), γνώρισε επιτυχία και βραβεύτηκε στα φεστιβάλ του Μόντρεαλ και της Αβάνα. Η δεύτερη, «In the name of the Girl» (2011), βραβεύτηκε στην πρεμιέρα της στο φεστιβάλ Alice nella Citta της Ρώμης και επιλέχθηκε για το πρόγραμμα Ecran Junior των Καννών. Με το «Περί της ανακάλυψης των ειδών» (2024) ολοκλήρωσε ό,τι εξελίχθηκε, τελικά, σε κινηματογραφική τριλογία.
«Δεν σχεδίαζα από την αρχή να δημιουργήσω μια τριλογία» εξηγεί στη συνέντευξή της στο Marie Claire Greece. «Η πρώτη μου ταινία ήταν ένα road movie στις Άνδεις με δύο νέες γυναίκες ως πρωταγωνίστριες. Η δεύτερη, με παιδιά ως κεντρικούς χαρακτήρες, εκτυλίσσεται σε μια hacienda του Εκουαδόρ στη δεκαετία του ‘70». Μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης ταινίας, συνειδητοποίησε ότι «είχε κοινό γενετικό κώδικα» με την πρώτη. Όταν άρχισε να δουλεύει την «Περί της ανακάλυψης των ειδών», νόμιζε ότι αυτή τη φορά κάνει κάτι διαφορετικό. Μέχρι που κατάλαβε ότι αφηγείται, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια ιστορία με τις προηγούμενες. «Και οι τρεις ταινίες εκτυλίσσονται γύρω από γυναίκες που βρίσκουν τη δική τους φωνή, τον δικό τους τρόπο να κατανοούν τον κόσμο και να συνδέονται με αυτόν. Και στις τρεις επίσης το τοπίο δεν είναι απλώς ένα σκηνικό αλλά ένας ακόμα χαρακτήρας».

Η πρώτη της επίσκεψη στα Γκαλαπάγκος, που ανήκουν στο Εκουαδόρ, ήταν στα 16 της. Σε μια από τις πολλές που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, συνειδητοποίησε ότι τα ζώα των νησιών, κάποια από τα οποία ανήκουν σε ενδημικά είδη, «δεν είναι απλώς αντικείμενα φωτογράφισης από τους τουρίστες ή αντικείμενα μελέτης από τους επιστήμονες, αλλά πλάσματα που έχουν μια ιστορία να αφηγηθούν». Εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τα θαλάσσια ιγκουάνα, τις φοβερές αυτές σαύρες που έμαθαν να βουτούν στο νερό για να βρίσκουν τροφή, η οποία «δεν υπήρχε στα ηφαιστειογενή βράχια». Φαντάστηκε την Κάρλα σαν ένα ακόμα πλάσμα που μεταλλάσσεται για να επιβιώσει, με τη διαφορά ότι εκείνη «μαθαίνει να βουτάει στον κόσμο των ανθρώπων και των ιστοριών».
Εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τα θαλάσσια ιγκουάνα, τις φοβερές αυτές σαύρες που έμαθαν να βουτούν στο νερό για να βρίσκουν τροφή, η οποία «δεν υπήρχε στα ηφαιστειογενή βράχια».
Η 12χρονη ηρωίδα της στις εξερευνήσεις της στα Γκαλαπάγκος συναντά τη Harriett, που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της. Έτσι ονομαζόταν η γιγαντιαία χελώνα που φέρεται να είχε συλλέξει ο Κάρολος Δαρβίνος από τα νησιά για να μεταφέρει στην Αυστραλία, αλλά στην ταινία πρόκειται για έναν χαρακτήρα μεταξύ αρχέγονου σαμάνου και εκκεντρικού καλλιτέχνη, που εξελίσσεται σε μέντορα του κοριτσιού.
Τη Harriett υποδύεται ο Pancho Aguirre, «ένας ηθοποιός που πρωταγωνιστεί και στις τρεις ταινίες μου, εμπνέοντας τους Δονκιχωτικούς χαρακτήρες που υποδύεται. Στην πρώτη ταινία, ερμηνεύει έναν περιπλανώμενο ονόματι Jesus. Στη δεύτερη, έναν τρελό θείο που βρίσκεται κλειδωμένος στην οικογενειακή βιβλιοθήκη». Για την τρίτη η δημιουργός είχε αρχικά φανταστεί τη Harriett σαν ηλικιωμένη γυναίκα, «αλλά καμία ηθοποιός δεν ταίριαζε στον ρόλο». Ήταν ιδέα ενός συνεργάτη της να απευθυνθεί για ακόμα μία φορά στον Pancho, που τελικά υποδύθηκε μια τρανς θεραπεύτρια η οποία με τη δύναμη της ποίησης εμπνέει την Κάρλα να προσεγγίσει τον κόσμο όχι μέσα από την επιστήμη του πατέρα της ούτε μέσα από κάποιο θρησκευτικό δόγμα αλλά με «λέξεις που χρησιμοποιούνται ώστε να τον διευρύνουν».
Αυτή είναι η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που γυρίζεται στα Γκαλαπάγκος, παρόλο που τα νησιά έχουν φιλοξενήσει στο παρελθόν αμέτρητα ντοκιμαντέρ για τη φύση. Η Tania αποφάσισε να ενσωματώσει στο καστ μέλη της τοπικής κοινότητας, που ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό αφού, όπως της είπαν, «εδώ ο κόσμος βιντεοσκοπεί μόνο τα ζώα». Επιδίωξε έτσι να εστιάσει και στις ανθρώπινες ιστορίες των νησιών, που θεωρεί «ουσιαστικές και σπουδαίες προκειμένου να έρθουμε σε επαφή με τον σύνθετο χαρακτήρα του τόπου».
Αυτή είναι η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που γυρίζεται στα Γκαλαπάγκος, παρόλο που τα νησιά έχουν φιλοξενήσει στο παρελθόν αμέτρητα ντοκιμαντέρ για τη φύση. Η Tania αποφάσισε να ενσωματώσει στο καστ μέλη της τοπικής κοινότητας, που ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό αφού, όπως της είπαν, «εδώ ο κόσμος βιντεοσκοπεί μόνο τα ζώα».
Ακόμα και έναν από τους πρωταγωνιστές της –υποδύεται έναν έφηβο, με το παράξενο όνομα Δαρβίνος, που γίνεται φίλος της Κάρλα– τον εντόπισε στην τοπική σχολή σερφ του Ιζαμπέλα, του νησιού που φιλοξένησε όλα τα γυρίσματα σε εξωτερικούς χώρους. «Αναζητούσα ένα αγόρι που θα ήταν εξοικειωμένο με το περιβάλλον, τη θάλασσα, το σερφ, το κυνήγι», εξηγεί η Tania. Οι δύο άλλοι ανήλικοι πρωταγωνιστές ήρθαν από την ηπειρωτική χώρα: το Κίτο, πρωτεύουσα του Εκουαδόρ, και τη γενέτειρα της σκηνοθέτριας, Κουένκα. Επίσης δεν ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί, όπως και κανένα από τα παιδιά που έχουν παίξει στις ταινίες της. «Αφιερώνω πολύ χρόνο στο κάστινγκ των παιδιών, στην αναζήτηση εκείνων που έχουν ό,τι αποκαλώ “το πνεύμα του χαρακτήρα”. Σε αυτό το πνεύμα θα βασιστείς για τη μεταμόρφωσή τους [σε έναν ρόλο], όχι στις δεξιότητές τους, εφόσον δεν μιλάμε για επαγγελματίες».

Η Tania είχε την τύχη να γεννηθεί και να μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον πλούσιο σε τέχνη και λογοτεχνία. Με τους γονείς και τις δύο αδερφές της είχαν δημιουργήσει τη δική τους εφημερίδα, που ονόμαζαν «Ορίζοντες» (Horizontes), και μια μουσική μπάντα όπου «η μητέρα μου έπαιζε κιθάρα, ο πατέρας μου ακορντεόν, οι αδερφές μου κι εγώ ήμασταν στο φλάουτο, τα ντραμς και τα φωνητικά». Αργότερα η ίδια θα μάθαινε να παίζει και πιάνο. Παρ’ όλα αυτά, στο σπίτι τους επικρατούσε ένας άγραφος κανόνας, ότι οι τέχνες είναι χόμπι. Όταν λοιπόν στα 18 της, μετά από έναν χρόνο σπουδών Ιατρικής, αποφάσισε να βγει από τα χνάρια του γιατρού πατέρα της και να χαράξει τη δική της διαδρομή στον κινηματογράφο, «ξέσπασε μια οικογενειακή κρίση. Μου έλεγαν, είσαι σίγουρη ότι θέλεις να γίνεις κινηματογραφίστρια; Πώς σού ήρθε κάτι τέτοιο;». Αλλά το κάλεσμα του κινηματογραφικού storytelling ήταν ακαταμάχητο.
Η Tania μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον πλούσιο σε τέχνη και λογοτεχνία. Με τους γονείς και τις δύο αδερφές της είχαν δημιουργήσει τη δική τους εφημερίδα, που ονόμαζαν «Ορίζοντες» (Horizontes), και μια μουσική μπάντα όπου «η μητέρα μου έπαιζε κιθάρα, ο πατέρας μου ακορντεόν, οι αδερφές μου κι εγώ ήμασταν στο φλάουτο, τα ντραμς και τα φωνητικά».
Οι ταινίες της εμποτίστηκαν με την αγάπη της για την τέχνη αλλά και για τη φύση. Τη δεύτερη την καλλιέργησε στις διακοπές της ως παιδί στο οικογενειακό αγρόκτημα «με τα ξαδέρφια και τους παππούδες μου. Η Κουένκα, όπου γεννήθηκα, είναι μια μικρή πόλη στις Άνδεις. Παρόλο που μετακομίσαμε στο Κίτο, επιστρέφαμε συχνά στην Κουένκα, όπου ζούσαν οι συγγενείς μας. Η ζωή μου χωριζόταν σε δύο κύκλους, της πόλης και της υπαίθρου. Η πόλη ήταν για μένα το σχολείο, τα βιβλία και τα μαθήματα πιάνου. Ύπαιθρος σήμαινε να κυκλοφορείς ελεύθερος στην εξοχή». Στα Γκαλαπάγκος ταξίδεψε για πρώτη φορά σε μια σχολική εκδρομή. «Τότε συνηθιζόταν οι μεγάλες εκδρομές του λυκείου να γίνονται στα Γκαλαπάγκος». Σήμερα, ευτυχώς, που έχουν κηρυχθεί Εθνικό Πάρκο, κάτι τέτοιο μοιάζει αδιανόητο.

Όπως η μικρή Tania, έτσι και η Κάρλα ανακαλύπτει την άγρια χαρά της εξερεύνησης της σχεδόν παρθένας φύσης, αψηφώντας μάλιστα τα έμφυλα στερεότυπα, που θα περίμεναν από ένα μικρό κορίτσι, για παράδειγμα, να μην τσαλακωθεί, να μη λερωθεί και, κυρίως, να μην κάνει «ριψοκίνδυνα πράγματα». Τουλάχιστον η Tania δεν τα αντιμετώπισε ποτέ ως παιδί: «Και τα τρία κορίτσια της οικογένειας μεγαλώσαμε χωρίς τον περιορισμό ότι δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα λόγω του φύλου μας. Προέρχομαι, από αυτή την άποψη, από ένα περιβάλλον ιδιαίτερα προνομιούχο για τα δεδομένα της χώρας μου: Μέχρι σήμερα πολλά κορίτσια μεγαλώνουν στο Εκουαδόρ σε περιβάλλοντα όπου καταπιέζονται με πολλούς τρόπους – και από τις προσδοκίες που μπορεί να έχουν τα ίδια από τον εαυτό τους να ανταποκριθούν σε παραδοσιακά γυναικείους ρόλους».
Όμως αργότερα, ως κινηματογραφίστρια, χρειάστηκε υποστήριξη για να αναπτύξει τις ιδέες της σε ταινίες και τότε ήρθε αντιμέτωπη με τα στερεότυπα για το Εκουαδόρ και τη Λατινική Αμερική. «Όταν αρχίσαμε να αναζητάμε χρηματοδότηση και καθοδήγηση για την πρώτη μου ταινία, συνειδητοποιήσαμε ότι σε κάποιες κοινότητες περίμεναν από τους Λατινοαμερικανούς να δημιουργούν αποκλειστικά ιστορίες για εμπόριο ναρκωτικών, βία και όπλα. Δεν έβρισκαν ελκυστικές όσες είχαν να κάνουν με άλλες εμπειρίες και άλλα ερωτήματα, γιατί δεν ανταποκρίνονταν σε ό,τι θεωρούσε η αγορά “καλή ταινία από τη Λατινική Αμερική” ή “εμπορική ταινία από τη Λατινική Αμερική”».
«Όταν αρχίσαμε να αναζητάμε χρηματοδότηση και καθοδήγηση για την πρώτη μου ταινία, συνειδητοποιήσαμε ότι σε κάποιες κοινότητες περίμεναν από τους Λατινοαμερικανούς να δημιουργούν αποκλειστικά ιστορίες για εμπόριο ναρκωτικών, βία και όπλα».
Είναι δύσκολο να συνεχίσεις να αναπτύσσεις τις δικές σου ιδέες, προσθέτει, όταν δέχεσαι οικονομικές πιέσεις «να αφηγηθείς τις συγκεκριμένες ιστορίες που χρηματοδοτούνται σήμερα». Μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να παρακάμψει τα εμπόδια και να παραμείνει πιστή στα θέματα που την εμπνέουν. Και κάθε φορά που καλείται να δώσει μια νέα μάχη, γελάει καθώς θυμάται ένα τραγούδι του Βραζιλιάνου τραγουδοποιού Caetano Veloso, που λέει, στα πορτογαλικά, ότι «αν έχεις μια πολύ καλή ιδέα καλύτερα να γράψεις ένα τραγούδι, γιατί έχει αποδειχθεί ότι για φιλοσοφία μπορείς να γράψεις μόνο στα γερμανικά».
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας «Περί της ανακάλυψης των ειδών»:
Info
To Σαββατοκύριακο 24 και 25 Ιανουαρίου η ταινία «Περί της ανακάλυψης των ειδών» της Tania Hermida θα προβληθεί στην Ταινιοθήκη μαζί με αλλες βραβευμένες ταινίες της 28ης διοργάνωσης του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για παιδιά και νέους και της 25ης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Νεανικής Οπτικοακουστικής Δημιουργίας Camera Zizanio. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.



