Από την Alexandra English, Φωτογράφος: David Roemer / Trunk Archive, Styling: Naomi Smith

Όταν η σύνδεση του βίντεο επιτέλους σταθεροποιείται στο Zoom, η Ρόουζ Μπερν βρίσκεται συνοδηγός σε ένα αυτοκίνητο μεταξύ δουλειάς και υποχρεώσεων που έχουν να κάνουν με τη μητρότητα, πράγμα ταιριαστό με την αφορμή για την κουβέντα μας, την τελευταία ταινία της, «If I Had Legs I’d Kick You». Σε σενάριο και σκηνοθεσία της Μέρι Μπρόνσταϊν, είναι η ψυχοθεραπεύτρια Λίντα που βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα ολοένα πιο άρρωστο παιδί, ένα σύζυγο που ταξιδεύει για δουλειά, μια οροφή που έχει καταρρεύσει και ένα πλημμυρισμένο διαμέρισμα, μια προσωρινή εγκατάσταση σε ένα αμφιβόλου ποιότητας παραθαλάσσιο μοτέλ και μια ατέλειωτη ουρά πελατών στο γραφείο της. Η ταινία είναι ένα μάθημα στο πώς να κάνεις το κοινό να νιώσει κλειστοφοβία για μία ώρα και 53 λεπτά, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του «Legs» η κάμερα βρίσκεται πολύ κοντά στο πρόσωπο της Μπερν. Η κόρη της Λίντα εμφανίζεται μόνο μία φορά· κατά τ’ άλλα, τη βλέπουμε σε μεγεθυμένα αποσπασματικά πλάνα: ένα πόδι που αιωρείται, ένα αυτί στο οποίο ψιθυρίζουν, δάχτυλα που παίζουν με το φαγητό. Η ασθένειά της είναι ασαφής, αλλά παρουσιάζει ομοιότητες με την ARFID – μια διατροφική διαταραχή βασισμένη σε φόβο και άγχος, όπου η αποστροφή προς το φαγητό ξεφεύγει από την «ιδιοτροπία» και εξελίσσεται σε σοβαρή διαταραχή. Οι γιατροί στις ΗΠΑ, όπου διαδραματίζεται η ταινία, βλέπουν τα περιστατικά να αυξάνονται. Το Butterfly Foundation βρήκε ότι στην Αυστραλία είναι εξίσου συχνή με την ψυχογενή ανορεξία, επηρεάζοντας περίπου το 3% του πληθυσμού.

Το φαγητό παρουσιάζεται από πολύ κοντά, σχεδόν στο όριο του γκροτέσκ: γυαλίζει και αφήνει υγρά, σιχαμερά ηχητικά εφέ που θυμίζουν την περίφημη σκηνή με το ψητό κοτόπουλο στο «The Substance». Στις διαδρομές προς και από το σχολείο, η κόρη της Λίντα -η οποία εξαρτάται από ρινογαστρικό σωλήνα– κλαίει ή γελά στο πίσω κάθισμα, με κάθε ήχο να είναι εξίσου εκνευριστικός· τη νύχτα, το μηχάνημα σίτισης χτυπά αδιάκοπα· όταν η Λίντα είναι μόνη στο αυτοκίνητο, η φωνή του απόντος συζύγου από την ανοιχτή ακρόαση ζητά επίμονα ενημερώσεις για την τρύπα στην οροφή, αγνοώντας ότι η ίδια ανησυχεί περισσότερο για την τρύπα στην κοιλιά της κόρης τους από τον σωλήνα· παντού, το κινητό της δέχεται συνεχώς μηνύματα από ανθρώπους που τη χρειάζονται.

Πουά μπλούζα και παντελόνι Chloé, Chloé Boutique. Αθλητικά παπούτσια, Adidas.

«Ο ηχητικός σχεδιασμός είναι εξαιρετικός», λέει η Μπερν όταν της ομολογώ πως είμαι ακόμη λίγο ταραγμένη από την προβολή (ένα δονητικό μήνυμα στο κινητό με κάνει να τινάζομαι ώρες μετά). «Είναι σχεδόν σαν ένα μουσικό κομμάτι – αυτό το έντονα ψυχοδραματικό μουσικό υπόστρωμα που τονίζεται από ό,τι ακούει και βλέπει η Λίντα».

Τι ήταν αυτό που τράβηξε την Μπερν σε αυτή την ερμηνεία, μιας γυναίκας που αποσυντίθεται; «Δεν διάβασα το σενάριο, το καταβρόχθισα», λέει. «Η Μέρι μού έδωσε ένα κείμενο που φλέγεται. Είναι ένα πολύ πλούσιο οπτικά σενάριο». Δίνει ως παράδειγμα μια σκηνή όπου το δωράκι-δωροδοκία προς την κόρη της -ένα χάμστερ- πάει αρχικά καλά, αλλά στη συνέχεια εξελίσσεται ραγδαία προς το χειρότερο. «Το χάμστερ περιγραφόταν σαν τον Τζακ Νίκολσον στη “Λάμψη”, να γρατζουνάει τον τοίχο· αυτό είναι το συναίσθημα», λέει η Μπερν. «Υπήρχε, επίσης, σπουδαίο χιούμορ στο σενάριο. Το “Legs” είναι ένα τεντωμένο σχοινί».

«Δεν διάβασα το σενάριο, το καταβρόχθισα. Η Μέρι μού έδωσε ένα κείμενο που φλέγεται. Είναι πολύ πλούσιο οπτικά»

Το να βλέπεις την Μπερν να «αναποδογυρίζει τον εαυτό της» για να αποδώσει τα τεντωμένα νεύρα και τις μουδιασμένες αισθήσεις μιας μητέρας σε κρίση ίσως ξαφνιάσει όσους την έχουν συνδέσει με κωμικούς ρόλους. Η κακομαθημένη pop star Jackie Q στο «Get Him to the Greek» και η queen bee Ελεν στο «Bridesmaids» την είδαν να στέκεται επάξια δίπλα σε μερικούς από τους κορυφαίους κωμικούς του Χόλιγουντ.

Κι όμως, η Μπερν στράφηκε στην κωμωδία σε μια περίοδο της καριέρας της που δεχόταν αποκλειστικά σκοτεινούς, βαριούς ρόλους, κάτι που άρχισε να την εξουθενώνει.

Γεννημένη στο Μπαλμέν, την παραθαλάσσια συνοικία του Σίδνεϊ, η Μπερν είχε απορριφθεί από μερικές από τις κορυφαίες δραματικές σχολές της Αυστραλίας. Χωρίς να αποθαρρυνθεί, συνέχισε να δίνει οντισιόν ώσπου, τη δεκαετία του ’90, έγινε σταθερή παρουσία στην αυστραλιανή τηλεόραση και τον κινηματογράφο, εμφανιζόμενη σε σειρές όπως η σαπουνόπερα του 1995 «Echo Point» και το αστυνομικό δράμα «Wildside» το 1997.

Eίχε απορριφθεί από μερικές από τις κορυφαίες δραματικές σχολές της Αυστραλίας. Χωρίς να αποθαρρυνθεί, συνέχισε να δίνει οντισιόν ώσπου, τη δεκαετία του ’90, έγινε σταθερή παρουσία στην αυστραλιανή τηλεόραση και τον κινηματογράφο, εμφανιζόμενη σε σειρές όπως η σαπουνόπερα του 1995 «Echo Point» και το αστυνομικό δράμα «Wildside» το 1997.

Το 1999, υποδύθηκε την Άλεξ, ρομαντική παρτενέρ του Χιθ Λέτζερ στο «Two Hands», εμπνευσμένο από τους νεαρούς πορτιέρηδες που ο σκηνοθέτης Γκρέγκορ Τζόρνταν έβλεπε στο «Kings Cross» στο Σίδνεϊ. Είκοσι πέντε χρόνια μετά την ταινία που εκτόξευσε δύο Αυστραλούς εφήβους στη διασημότητα, φημολογείται ότι επίκειται sequel, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί αν η Μπερν θα επαναλάβει το ρόλο της.

Κεντημένο φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ, Gucci.

Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το «Two Hands», στα 20 της, η Μπερν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει στο Off-Broadway Atlantic Theatre Company. «Θεατρικό nerd» από τα οκτώ της, έκανε το ντεμπούτο της στο Broadway το 2014 με το «You Can’t Take It With You». (Το 2020, μαζί με τον σύντροφό της, Μπόμπι Καναβάλε, εμφανίστηκαν σε μια σύγχρονη εκδοχή της «Μήδειας» στο Brooklyn Academy of Music.) Το 2026 θα επιστρέψει στη σκηνή -για πρώτη φορά έπειτα από πέντε χρόνια- για το «Fallen Angels» του Νόελ Κάουαρντ. «Είμαι τρομοκρατημένη» ομολογεί.

Ακολούθησε ένας ιδιαίτερα παραγωγικός όγκος δουλειάς μπροστά από την κάμερα στη Νέα Υόρκη, όπου εξακολουθεί να ζει, όπως: να στέκεται πίσω από τη Νάταλι Πόρτμαν στο «Star Wars: Episode II – Attack of the Clones», να υποδύεται το ερωτικό ενδιαφέρον/σκλάβα του Μπραντ Πιτ στο «Troy», να εμφανίζεται με τον Snoop Dogg στο «The Tenants», και να παίζει τη στενότερη φίλη της Κίρστεν Ντανστ στη «Marie Antoinette» της Σοφία Κόπολα. Το 2007 πρωταγωνίστησε στη νομική σειρά-θρίλερ «Damages», πλάι στην Γκλεν Κλόουζ. Η σειρά διήρκεσε πέντε σεζόν· στο μεταξύ, η Μπερν ζήτησε από τον ατζέντη της να την προωθεί σε κωμωδίες – είχε απεγνωσμένα ανάγκη να γελάσει. «Στην αρχή της καριέρας σου, αν έχεις επιτυχία σε έναν ρόλο, αυτόματα θα σου ζητηθεί να παίξεις τον ίδιο τύπο ξανά και ξανά. Είναι μεγάλο ζητούμενο να κάνεις κάτι απροσδόκητο», λέει η ίδια. Το 2021, στη σειρά «Physical», υποδύθηκε μια καταπιεσμένη νοικοκυρά που μετατρέπεται σε γκουρού αερόμπικ, αλά Τζέιν Φόντα, στα 80s, ενώ μάχεται μια διατροφική διαταραχή. Αυτός ο ρόλος τράβηξε την προσοχή της Μπρόνσταϊν για το «Legs»: είδε μια ηθοποιό που μπορούσε να αποδώσει τη διαστρεβλωμένη σχέση μιας γυναίκας με το σώμα της.

«Στην αρχή της καριέρας σου, αν έχεις επιτυχία σε έναν ρόλο, αυτόματα θα σου ζητηθεί να παίξεις τον ίδιο τύπο ξανά και ξανά. Είναι μεγάλο ζητούμενο να κάνεις κάτι απροσδόκητο»

Το «Legs» είναι μια σκοτεινή κωμωδία για την ιδιότυπη κόλαση του να μεγαλώνεις ένα άρρωστο παιδί, βασισμένη σε μια περίοδο της ζωής της Μπρόνσταϊν όταν η κόρη της ήταν 7 ετών και τόσο άρρωστη ώστε χρειαζόταν σωλήνα σίτισης. Η οικογένειά τους ζούσε στη Νέα Υόρκη, όμως η θεραπεία ήταν διαθέσιμη μόνο στο Σαν Ντιέγκο, κι έτσι, μάνα και κόρη μετακόμισαν σε ένα δωμάτιο μοτέλ για οκτώ μήνες. Ο χώρος ήταν τόσο κλειστοφοβικός που η Μπρόνσταϊν έβρισκε λίγη ηρεμία μόνο στο μπάνιο: εκεί έτρωγε peanut butter cups, εκεί έπινε κρασί των 10 δολαρίων και εκεί ξεκίνησε να γράφει το «Legs», μια ταινία για το πως όταν συμβαίνει κάτι άσχημο σε κάποιον που αγαπάς, μπορείς να νιώσεις πως καταναλώνεσαι μέχρι εξαφάνισης, σαν να σε τραβά μια μαύρη τρύπα.

Το ρόλο της δρος Σπρινγκ, της γιατρού που έχει την ευθύνη του άρρωστου κοριτσιού, υποδύεται η ίδια η δημιουργός της ταινίας. Η γιατρός ψέγει τη Λίντα, αμφισβητεί την ικανότητά της ως μητέρα και στη συνέχεια την προσκαλεί σε ένα σεμινάριο για γονείς με τίτλο «Δεν είναι δικό σου λάθος». Σε ορισμένα σημεία, το «Legs» μοιάζει σαν να απειλεί να στραφεί προς το υπερφυσικό, αλλά τελικά διατηρεί μια παραισθησιογόνα, σουρεαλιστική αίσθηση. Η Λίντα, λιώνοντας από το συνδυασμό κάνναβης και λευκού κρασιού, νιώθει ακατανίκητες παρορμήσεις να δραπετεύσει από το μοτέλ τη νύχτα για να ελέγξει την ανοιχτή τρύπα στην οροφή του σπιτιού της. Χρυσαφένιες σφαίρες την τραβούν μέσα στη δίνη, σε μια πύλη προς τις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού της. «Το κοινό είναι αποκλειστικά μέσα στη δική της οπτική και, όπως κι εκείνη, δεν είναι σίγουρο τι είναι αληθινό και τι όχι», λέει η Μπερν. «Υπάρχουν πολλά στοιχεία τρόμου εκεί, αλλά και τόσο έντονο, σκοτεινό χιούμορ. Αψηφά πολλά κινηματογραφικά είδη».

Το «Legs» είναι μια σκοτεινή κωμωδία για την ιδιότυπη κόλαση του να μεγαλώνεις ένα άρρωστο παιδί, βασισμένη σε μια περίοδο της ζωής της Μπρόνσταϊν όταν η κόρη της ήταν 7 ετών και τόσο άρρωστη ώστε χρειαζόταν σωλήνα σίτισης.

Σε λιγότερο ικανά σκηνοθετικά χέρια, το «Legs» θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί και σε ρομάντζο. Όταν ο επιστάτης του μοτέλ Τζέιμς (A$AP Rocky) βοηθά τη Λίντα να αγοράσει ναρκωτικά στο dark web (ή, ακριβέστερα, το αντίστροφο), θα ήταν εύκολο να διολισθήσει στο κρεβάτι του – όμως δεν της περνά καν από το μυαλό.

Πανωφόρι με φτερά, Gucci. Τζιν παντελόνι, Agolde.

«Ο Rocky έχει μια υπερφυσική γοητεία. Αμέσως και εύλογα σκέφτεσαι: “Α, εντάξει, αυτό θα συμβεί.” Όμως η ταινία δεν πέφτει ποτέ σε αυτό το κλισέ», λέει η Μπερν. Η Λίντα δεν χρειάζεται έναν ιππότη· ξέρει ότι η αγάπη δεν πρόκειται να τη σώσει. Χρειάζεται βοήθεια. Και κανείς δεν την ακούει. Το “Legs” είναι ίσως το πιο ωμό και τίμιο έργο στο πρόσφατο κύμα βιβλίων και ταινιών γύρω από την κραυγή της μητρότητας. Στο “Nightbitch” (2024), η Έιμι Ανταμς ήταν μια ανώνυμη καλλιτέχνιδα και εξαντλημένη μητέρα, εγκλωβισμένη στη ρουτίνα του σπιτιού, που τις νύχτες να μεταμορφώνεται σε άγριο σκυλί. Τον περασμένο Νοέμβριο κυκλοφόρησε το «Die My Love», της Λιν Ράμσεϊ, με την Τζένιφερ Λόρενς στο ρόλο μιας νέας μητέρας που σταδιακά διολισθαίνει μακριά από την πραγματικότητα και από τη σχέση της με το σύζυγό της.

Όλες αυτές οι μητέρες είναι σχεδόν νυκτόβιες, βρίσκουν τον εαυτό τους μετά το σκοτάδι, επειδή την ημέρα δυσκολεύονται να κινηθούν υπό το βάρος της ευθύνης και της δυσαρέσκειας. Ένα ακόμη κοινό στοιχείο στις απεικονίσεις της ετεροκανονικής μητρότητας: ο απών πατέρας. Στο «Die My Love», ο σύζυγος αδυνατεί να κατανοήσει την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η σύζυγός του μέσα στη μητρότητα και δεν δείχνει ενδιαφέρον να προσπαθήσει. Το ίδιο συμβαίνει και στο «Nightbitch», όπου ο σύζυγος της καλλιτέχνιδας αποφασίζει ότι εκείνος θα επιστρέψει στη δουλειά όταν το ζευγάρι δεν είναι ικανοποιημένο με τη φύλαξη του παιδιού τους στην παιδική μέριμνα. Ισχύει και σε ένα παλαιότερο έργο σχετικά με την αμφιθυμία της μητρότητας, τη «Χαμένη κόρη», μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έλενα Φεράντε στο σινεμά από τη Μάγκι Τζίλενχαλ. Εκεί, η Λίντα (την υποδύονται η Ολίβια Κόλμαν και η Τζέσι Μπάκλεϊ) προσπαθεί να ισορροπήσει την εργασία με τις ασταμάτητες απαιτήσεις της μητρότητας, ενώ ο αδιάφορος σύζυγος θέτει πάντα τη δική του καριέρα πάνω από τη δική της.

«Ο Rocky έχει μια υπερφυσική γοητεία. Αμέσως και εύλογα σκέφτεσαι: “Α, εντάξει, αυτό θα συμβεί.” Όμως η ταινία δεν πέφτει ποτέ σε αυτό το κλισέ», λέει η Μπερν. Η Λίντα δεν χρειάζεται έναν ιππότη· ξέρει ότι η αγάπη δεν πρόκειται να τη σώσει. Χρειάζεται βοήθεια. Και κανείς δεν την ακούει.

Στο «Legs» αυτό ισχύει εις διπλούν: ο σύζυγος της Λίντα, καπετάνιος στο επάγγελμα, είναι κυριολεκτικά στη θάλασσα, ενώ μία από τις πελάτισσές της, μια νεαρή μητέρα στα βάθη της επιλόχειας ψύχωσης, έχει ένα σύζυγο που αρνείται να βοηθήσει: το μωρό είναι αποκλειστικά ευθύνη της γυναίκας.

Η Μπρόνσταϊν και η Μπερν πήραν ένα τεράστιο ρίσκο λέγοντας μια ιστορία που εκφράζει το ανείπωτο, το μη αποδεκτό, την αδιανόητη νοητική πορεία της μητρότητας. Λέει δυνατά τις ιδιωτικές σκέψεις που πολλές μητέρες καταπνίγουν, από φόβο ότι θα θεωρηθεί ότι δεν αγαπούν το παιδί τους – ειδικά όταν το παιδί έχει πρόσθετες ανάγκες. Το «Legs», όμως, αποδεικνύει ότι δύο πράγματα μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα: μπορείς να αγαπάς απελπισμένα το παιδί σου και, κάποιες φορές, να θέλεις απελπισμένα να φύγεις μακριά του…

Είμαστε τυφλοί μπροστά σε μια γυναίκα που βρίσκεται σε κρίση, ακόμη και όταν βρίσκεται ακριβώς μπροστά μας. Θέλουμε να αποστρέψουμε το βλέμμα, κάτι που η Μπρόνσταϊν καθιστά αδύνατο, καθώς η κάμερα παραμένει κολλημένη στο πρόσωπο της Μπερν. Μην κοιτάξεις αλλού, λέει.

Το «Legs» αποδεικνύει ότι δύο πράγματα μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα: μπορείς να αγαπάς απελπισμένα το παιδί σου και, κάποιες φορές, να θέλεις απελπισμένα να φύγεις μακριά του.

«Οι μητέρες είναι εξυψωμένες, μα ταυτόχρονα αόρατες. Είναι μια παράξενη δυαδικότητα», λέει η Μπερν. «Μία από τις καλύτερες φίλες μου είδε το “Legs” προχθές και είπε: “Νιώθω τόσο ορατή· συνήθως νιώθω τόσο αόρατη στη ζωή μου”. Μέχρι πρόσφατα, δεν υπήρχε ιδιαίτερος διάλογος γύρω από τη μητρότητα, και ειδικά όχι από γυναικεία οπτική με γυναίκα σκηνοθέτρια, και αυτό είναι πολύ συναρπαστικό», προσθέτει η ηθοποιός, που απέσπασε την Αργυρή Άρκτο για καλύτερη ερμηνεία, τον Οκτώβριο του 2025 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου.

Πουκάμισο, παντελόνι και δερμάτινη ζώνη, όλα Gucci.

Η προσωπική εμπειρία της Μπερν με τη μητρότητα απέχει πολύ από αυτή της Λίντα. Η ηθοποιός έχει δύο γιους, τον Ρόκο, εννέα ετών, και τον Ραφαέλ, οκτώ, με τον Καναβάλε, με τον οποίο μοιράζονται τα γονεϊκά καθήκοντα αναλόγως με τα επαγγελματικά τους σχέδια.

Παρ’ όλα αυτά, μπόρεσε να αξιοποιήσει την πρωτόγονη ενέργεια που υπάρχει μέσα σε κάθε μητέρα: το άγχος, το φόβο ότι θα πραγματοποιηθεί ο χειρότερος εφιάλτης της.

Καθώς η Μπερν φτάνει στο σπίτι της στο Μπρούκλιν, μιλάμε για λίγο σχετικά με το πώς ισορροπεί τα πάντα στη ζωή της. «Προσπαθώ πολύ να μη φέρνω τη δουλειά στο σπίτι – εκεί είμαι με την οικογένειά μου», λέει. «Αν είμαι μόνη (σε γυρίσματα), προσπαθώ να κρατώ χώρο για τον εαυτό μου». Χαρακτηριστικά, η ηθοποιός αρνήθηκε να μείνει στο παραθαλάσσιο μοτέλ όπου γίνονταν τα γυρίσματα του «Legs»: «Διακρίνω τη δουλειά από την προσωπική μου ζωή, όπως θα έπρεπε να διακρίνουμε την Εκκλησία από το κράτος. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εκείνες οι νύχτες όπου μένεις ξύπνια σπίτι αναλύοντας τις σκηνές», προσθέτει.

Για απόψε, όμως, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Το μόνο που χρειάζεται τώρα είναι να αποφασίσει τι θα φτιάξει για δείπνο.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below