Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, πέφτει η αυλαία σε μια ζωή που δεν πρόλαβε καν να ξεκινήσει: η Μυρτώ οδηγείται στην τελευταία της κατοικία στο Αργοστόλι.

Η τραγική είδηση του θανάτου της δεν είναι απλώς μια ακόμα μαύρη επικεφαλίδα, αλλά ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που αρνείται πεισματικά να κοιτάξει την ουσία, προτιμώντας να «ξεψαχνίζει» την εικόνα των θυμάτων. Με μια τρομακτική ταχύτητα, το ψηφιακό δικαστήριο των social media άρχισε να αναλύει φωτογραφίες, να κρίνει το ύφος και να αναζητά σημάδια που υποτίθεται ότι δικαιολογούσαν την τραγική της κατάληξη, αποδεικνύοντας πόσο εύκολα μια ολόκληρη ύπαρξη επιχειρείται να χωρέσει σε μερικά pixel.

Μια ματιά στα σχόλια που συγκέντρωσε το sexismproject αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι το «δικαστήριο της πλατείας» έχει μεταφερθεί πλέον στα πληκτρολόγια. Η Μυρτώ δικάστηκε και καταδικάστηκε ερήμην της. Το έγκλημα; Η εμφάνισή της, η ώρα που κυκλοφορούσε, οι επιλογές της. Η ανάρτηση αυτή δεν είναι απλώς ένα screenshot σχολίων. Είναι το αποδεικτικό στοιχείο μιας κουλτούρας που θεωρεί ότι αν είσαι γυναίκα, είσαι πάντα, ζωντανή ή νεκρή, ένοχη για την κακοποίησή σου.

Είναι εξοργιστικό το πόσο εύκολα διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα, καθώς φωτογραφίες από μια επαγγελματική φωτογράφιση μακιγιάζ χρησιμοποιήθηκαν από πολλούς ως τεκμήρια για έναν χαρακτήρα που κανείς από τους επικριτές δεν γνώριζε. Όπως εξήγησε η φίλη της σε εκπομπή, επρόκειτο για ένα επαγγελματικό μακιγιάζ, εκθέτοντας έτσι την επιδερμική κρίση όσων προσπάθησαν να «διαβάσουν» πίσω από τις σκιές των ματιών της κάτι που δεν υπήρχε. Ακόμη όμως κι αν δεν ήταν έτσι, ακόμη κι αν αυτές οι εικόνες δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας δουλειάς αλλά μια προσωπική επιλογή έκφρασης, παραμένει αδιανόητο να βγάζουμε πόρισμα για ένα παιδί από μερικές φωτογραφίες ή βίντεο. Η ταυτότητα ενός ανθρώπου δεν εξαντλείται σε μια πόζα, ούτε η ηθική του αξία κρίνεται από το πόσο έντονο είναι το κραγιόν του.

Πολλοί και πολλές από εμάς, σε κάποια στιγμή της νεότητάς μας ή της διαδρομής μας, βρεθήκαμε στον «λάθος δρόμο», κάναμε μια άστοχη επιλογή ή εμπιστευτήκαμε τους λάθος ανθρώπους. Η διαφορά είναι ότι είχαμε την τύχη και την ευκαιρία να διορθώσουμε τα πράγματα, έχοντας στα χέρια μας το πολύτιμο δώρο της ζωής μας για να συνεχίσουμε. Η Μυρτώ δεν είχε αυτή την πολυτέλεια.

Στεκόμαστε πάνω από το σώμα μιας κοπέλας που δεν πρόλαβε καν να γνωρίσει τη ζωή στις πραγματικές της διαστάσεις και την κρίνουμε επειδή τόλμησε να ποζάρει όμορφη ή επειδή υπάρχουν βίντεο που τη δείχνουν να χαμογελά. Σχηματίζουμε μια εικόνα, χτισμένη πάνω σε στερεότυπα που αρνούνται να πεθάνουν, την ώρα που η ουσία παραμένει μία: μια 19χρονη κοπέλα εγκαταλείφθηκε αβοήθητη και σήμερα δεν είναι εδώ. Για δεκαετίες, η ερώτηση που πλανάται πάνω από κάθε έγκλημα με θύμα γυναίκα παραμένει η ίδια, ρωτώντας τι φορούσε ή πώς φαινόταν στις φωτογραφίες της, όμως αναρωτιέται κανείς πότε επιτέλους θα ασχοληθούμε ανάποδα με το τι φορούσε ο θύτης.

Γιατί το παντελόνι ή το πουκάμισο εκείνου που εγκαταλείπει έναν άνθρωπο αβοήθητο να πεθάνει δεν γίνεται ποτέ θέμα συζήτησης και γιατί η δική του εμφάνιση δεν χρησιμοποιείται ποτέ για να εξηγήσει την ηθική του κατάσταση; Η εμμονή με την εμφάνιση του θύματος είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να μετατοπιστεί η ευθύνη και αποτελεί την άμυνα μιας κοινωνίας που θέλει να πιστεύει ότι αν δεν βγάζει τέτοιες φωτογραφίες δεν θα κινδυνέψει, ένα ψέμα που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς εις βάρος της αλήθειας.

Η Μυρτώ δεν ήταν μια φωτογραφία στο Instagram ούτε ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων στο Τik Tok. Είναι καιρός να σταματήσουμε να ντύνουμε τα θύματα με τις δικές μας προκαταλήψεις και να ασχοληθούμε επιτέλους με το σκοτάδι εκείνων που προκαλούν τον πόνο και την εγκατάλειψη, αντί για το φως εκείνων που δεν είναι πια εδώ για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Κι όπως πολύ σωστά κλείνει το κείμενό του ο λογαριασμός @SexismProject, «Αν η κοπέλα είχε επιβιώσει, όλα τα παραπάνω θα τα άκουγε στην αίθουσα δικαστηρίου. Ζωντανή ή νεκρή φταις για την κακοποίησή σου.» Θέλουμε παραδείγματα;

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below