Στις 4 το πρωί της 26ης Ιανουαρίου το εργοστάσιο της Βιολάντα στα Τρίκαλα πήρε φωτιά εξαιτίας έκρηξης στην παροχή του αερίου με θύματα πέντε από τις υπαλλήλους της νυχτερινής βάρδιας που δεν μπόρεσαν να διαφύγουν. Προφανώς, εγκληματική η αμέλεια των υπευθύνων, όμως αυτό το εργατικό δυστύχημα δείχνει περισσότερα για τον κόσμο μας καθώς τα θύματα ήταν μόνο γυναίκες. Η Βασιλική, η Αναστασία, η Έλενα, η Αγάπη και η Βούλα ήταν μανάδες και γιαγιάδες που προτιμούσαν τη νυχτερινή βάρδια ώστε να μπορούν στη διάρκεια της ημέρας να φροντίσουν τα παιδιά, τα εγγόνια και τους ηλικιωμένους γονείς τους. Εκείνες, όπως και πολλές ακόμα εργαζόμενες στην Ελλάδα και τον κόσμο, επέστρεφαν το πρωί στο σπίτι για να δουλέψουν μία δεύτερη βάρδια σε όλα αυτά που έχουν φορτωθεί στο φύλο μας. Πόσες όμως βάρδιες πρέπει να δουλεύουν οι γυναίκες για να είναι ευχαριστημένη η κοινωνία;
Κάποτε οι άνδρες ήταν οι bread winners και οι γυναίκες φρόντιζαν το σπίτι, τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και τη συνοχή της οικογένειας. Από τότε που έγιναν και οι γυναίκες bread winners, δεν απαλλάχθηκαν από κανέναν από τους προϋπάρχοντες ρόλους, απλώς επωμίστηκαν και έναν ακόμα. Η Δεύτερη Βάρδια, όπως ονομάστηκε το βιβλίο της καθηγήτριας Κοινωνιολογίας Αρλι Ράσελ Χόκτσιλντ το 1989, είναι μια διαχρονική πλέον έννοια στους αγώνες του φεμινισμού. Όπως αποδεικνύει η έρευνα της κοινωνιολόγου, ακόμα και όταν οι δύο σύζυγοι δουλεύουν εκτός σπιτιού, οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν όλες τις ευθύνες της οικογένειας. Για να καταφέρουν να είναι και κουβαλήτριες και νοικοκυρές, καταφεύγουν στην εργασία σε κυλιόμενες βάρδιες επιλέγοντες επαγγέλματα με δυνατότητα να δουλεύουν απογεύματα, βράδια και Σαββατοκύριακα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Έρευνα Συνθηκών Εργασίας Eurofound, η εργασία σε βάρδιες προσφέρεται κυρίως στους τομείς της υγείας (νοσοκομεία και περίθαλψη), φιλοξενία (ξενοδοχεία και εστίαση) και βιομηχανία τροφίμων (όπως η αρτοβιομηχανία). Δεν είναι τυχαίο ότι στην υγεία το 70% του εργατικού δυναμικού αποτελείται από γυναίκες και η συμμετοχή τους στους άλλους δύο κλάδους είναι επίσης υψηλή. Το 24% των μητέρων με παιδιά κάτω των 15 ετών εργάζεται σε βάρδιες. Αν προσθέσουμε σε αυτό άλλο ένα 24% που εργάζεται από το σπίτι αποδεικνύεται αυτό που ήδη γνωρίζαμε: ότι οι μισές μητέρες επιλέγουν εργασία με ευελιξία, είτε στο ωράριο είτε στην παρουσία, ώστε να αντεπεξέρχονται στη «δεύτερη βάρδια».
Το 24% των μητέρων με παιδιά κάτω των 15 ετών εργάζεται σε βάρδιες. Αν προσθέσουμε σε αυτό άλλο ένα 24% που εργάζεται από το σπίτι αποδεικνύεται αυτό που ήδη γνωρίζαμε: ότι οι μισές μητέρες επιλέγουν εργασία με ευελιξία, είτε στο ωράριο είτε στην παρουσία, ώστε να αντεπεξέρχονται στη «δεύτερη βάρδια».
Πόσο απάνθρωπο όμως είναι να αναγκάζονται οι μανάδες που είναι τροφοί, φροντίστριες και στυλοβάτισσες της οικογένειας, να δουλεύουν την ώρα που έπρεπε να ξεκουράζονται και να γεμίζουν τις μπαταρίες τους; Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες απαγορευόταν η νυχτερινή εργασία στις γυναίκες στην Ελλάδα. Το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Αυγούστου του 1913 τις εμπόδιζε να αρχίζουν δουλειά πριν από τις 5 το πρωί και να σχολούν μετά τις 9 το βράδυ, ενώ η χώρα μας είχε κυρώσει και διεθνείς συμβάσεις που περιόριζαν τη νυχτερινή εργασία των γυναικών, κυρίως στη βιομηχανία. Η αλλαγή άρχισε το 1984 με το νόμο για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και παγιώθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την απόφαση Στόκελ του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το 1991, η οποία έκρινε ότι δεν μπορεί να απαγορεύεται η νυχτερινή εργασία μόνο για το ένα φύλο. Από τότε η λογική της νομοθεσίας μετατοπίστηκε από τη γενική «προστασία του γυναικείου οργανισμού» στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, με ειδική μέριμνα πλέον μόνο για εγκύους, λεχώνες και γαλουχούσες, όπως προβλέπει στην Ελλάδα το Προεδρικό Διάταγμα του 1997.
Η ισότητα ήταν μόνο το πρόσχημα για την άρση της απαγόρευσης, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας για το δυστύχημα στη Βιολάντα. «Η απαγόρευση αποτελούσε κατάκτηση του εργατικού και γυναικείου κινήματος για την προστασία του γυναικείου οργανισμού. Καταγγέλλουμε την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θρέφει τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων με το αντεργατικό της οπλοστάσιο και μετατρέπει τους χώρους δουλειάς σε ναρκοπέδια για τις εργάτριες και τους εργάτες».
Για το φύλο μας, η νυχτερινή βάρδια δεν ήταν ελευθερία, ήταν απλώς άλλη μία βάρδια πριν από αυτήν του σπιτιού. Κι έτσι η ισότητα έμεινε μισή: έχεις το δικαίωμα να δουλεύεις όπως όλοι οι άλλοι, χωρίς όμως τις συνθήκες που θα το έκαναν βιώσιμο.
Στην πραγματικότητα, το δικαίωμά μας στην ίση μεταχείριση κουβαλάει μια βαθιά αντίθεση. Έκλεισε τον λογαριασμό με έναν παλιό, πατερναλιστικό κόσμο που έλεγε στις γυναίκες τι «αντέχουν» και τι όχι, αλλά δεν άνοιξε ποτέ τον δρόμο σε μια πραγματικά δίκαιη εργασία. Για το φύλο μας, η νυχτερινή βάρδια δεν ήταν ελευθερία, ήταν απλώς άλλη μία βάρδια πριν από αυτήν του σπιτιού. Κι έτσι η ισότητα έμεινε μισή: έχεις το δικαίωμα να δουλεύεις όπως όλοι οι άλλοι, χωρίς όμως τις συνθήκες που θα το έκαναν βιώσιμο. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να επιστρέψουμε στις απαγορεύσεις, αλλά να πάψουμε να βαφτίζουμε ισότητα την εξάντληση. Χρειαζόμαστε ασφαλείς συνθήκες, προστασία της μητρότητας, δημόσιες δομές φροντίδας και πραγματικό μοίρασμα των υποχρεώσεων μέσα στην οικογένεια.

Το δείπνο του Ανταμ Σμιθ
Η βάρδια στο σπίτι, είτε είναι η πρώτη είτε η τελευταία της ημέρας, αποτελεί την πιο σημαντική στην οικονομία και την πιο υποτιμημένη γιατί καμία κοινωνία, ποτέ, πουθενά, ούτε στις πιο σκανδιναβικές χώρες, δεν την αμείβει. Στο βιβλίο Who Cooked Adam Smith’s Dinner? η Σουηδή δημοσιογράφος Κατρίνε Μάρσαλ ξεκινά από μια ερώτηση που μοιάζει απλοϊκή, αλλά τινάζει στον αέρα ολόκληρη την κλασική οικονομική σκέψη: Ποιος μαγείρεψε το δείπνο του Ανταμ Σμιθ; Ο οικονομολόγος του 18ου αιώνα που έθεσε τη βάση της οικονομικής θεωρίας και όλοι οι επιστήμονες που συνέχισαν το έργο του μέχρι σήμερα αφήνουν έξω από το κάδρο της μελέτης τους την εργασία που αποτελεί προϋπόθεση για να λειτουργήσει η οικονομία: το μαγείρεμα, το καθάρισμα, τη φροντίδα, τη συντήρηση της ίδιας της ζωής. Πρόκειται για τη βάρδια της νοικοκυράς στο σπίτι, αυτή που δεν πληρώνεται, δεν καταγράφεται και ποτέ δεν αναγνωρίζεται, παρότι είναι πιο θεμελιώδης από κάθε «οικονομική αξία» που παράγεται στην αγορά. Γιατί χωρίς κάποιον να κρατά όρθια την καθημερινότητα δεν νοείται ούτε εργαζόμενος, ούτε παραγωγικότητα, ούτε οικονομία. Πίσω από κάθε γρανάζι του συστήματος βρίσκεται πάντα μια αόρατη βάρδια που το σύστημα συνεχίζει να θεωρεί φυσική, άρα δωρεάν.
Η βάρδια της νοικοκυράς στο σπίτι, αυτή που δεν πληρώνεται, δεν καταγράφεται και ποτέ δεν αναγνωρίζεται, παρότι είναι πιο θεμελιώδης από κάθε «οικονομική αξία» που παράγεται στην αγορά. Γιατί χωρίς κάποιον να κρατά όρθια την καθημερινότητα δεν νοείται ούτε εργαζόμενος, ούτε παραγωγικότητα, ούτε οικονομία.
Όταν μία υπηρεσία παρέχεται δωρεάν, την υποτιμούμε. Η στήριξη του σπιτιού θεωρείται «φυσικός» ρόλος και όχι πραγματική εργασία. Γι’ αυτό, λέει η Μάρσαλ, ακόμα και όταν η φροντίδα βγαίνει από το σπίτι και γίνεται επάγγελμα, όπως στη νοσηλευτική, στα παιδαγωγικά και την εστίαση, παραμένει χαμηλά αμειβόμενη, καθώς η κοινωνία συνεχίζει να τη βλέπει ως προέκταση της «φυσικής» παροχής υπηρεσιών και όχι ως εργασία υψηλής αξίας.
Η Νάντια Γιαννακοπούλου είναι βουλευτής με συμμετοχές σε επιτροπές ισότητας, καριέρα στη δικηγορία και μία απαιτητική οικογενειακή ζωή με σύζυγο, τρεις κόρες στην εφηβεία και ηλικιωμένους γονείς. «Το θέμα της διπλής, απλήρωτης εργασίας αφορά όλες τις γυναίκες, από τις εργάτριες στη βιομηχανία μέχρι τις δικηγόρους. Η δική μου ημέρα ξεκινάει στις 6 το πρωί ώστε να ετοιμάσω το φαγητό της ημέρας για να το πάρουν τα παιδιά στο ολοήμερο. Ο σύζυγός μου βοηθάει, αλλά το βάρος, η ευθύνη και η ενοχή αν δεν μαγειρέψεις πέφτουν σε μένα. Κάθε βράδυ πρέπει να σκεφτώ αν έχουν τα παιδιά σιδερωμένα ρούχα, ποιος θα τα συνοδεύσει στις δραστηριότητες, σε ποιον γιατρό πρέπει να πάνε. Ο άνδρας μου θα βάλει πλάτη, αλλά θα βάλει πλάτη σε μένα γιατί η οργάνωση του σπιτιού παραδοσιακά βαρύνει τη μάνα. Επιπλέον, και η φροντίδα των γονιών που γερνούν ανήκει στην κόρη. Πριν από λίγα χρόνια έχασα τη μαμά μου από καρκίνο, οπότε ξέρω τι θα πει υποστήριξη ασθενούς. Τώρα που είναι μόνος ο πατέρας μου, προσέχω και το δικό του σπιτικό».
Το θέμα της διπλής, απλήρωτης εργασίας αφορά όλες τις γυναίκες, από τις εργάτριες στη βιομηχανία μέχρι τις δικηγόρους. Η δική μου ημέρα ξεκινάει στις 6 το πρωί ώστε να ετοιμάσω το φαγητό της ημέρας για να το πάρουν τα παιδιά στο ολοήμερο.
Τι μαθαίνει από την επαφή της με τις εργαζόμενες γυναίκες; «Επειδή μένω και εκλέγομαι στη Δυτική Αθήνα, μια περιφέρεια που έχει πιο λαϊκή βάση, βλέπω ότι οι γυναίκες του καθημερινού αγώνα είναι πολύ συνειδητοποιημένες σε αυτό που συμβαίνει και τις αδικίες που υφίστανται. Ξέρουν τι πρέπει να αλλάξει, καταλαβαίνουν ότι χρειάζονται περισσότερη στήριξη, διεκδικούν την ισότητα στην κατανομή των ευθυνών. Πιστεύω ότι θεσμικά πρέπει να στηριχθεί η μάνα στο ζήτημα της φύλαξης και της δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών. Στη δική μου περίπτωση, αν δεν είχα τη μητέρα μου να κρατήσει τα μωρά μου δεν θα μπορούσα να ασχοληθώ με την πολιτική, όμως δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Οι γυναίκες στο μέλλον πρέπει να έχουν ως δεδομένο ότι υπάρχουν υποδομές που θα τις στηρίξουν έτσι ώστε να καταφέρουν να ασχοληθούν με όποια καριέρα επιλέξουν. Έχει έρθει επιπλέον η ώρα να ξεκινήσει ο διάλογος για την απλήρωτη οικιακή εργασία και να βρεθεί ο τρόπος να κοστολογηθεί και να αμειφθεί. Για να γίνει όμως αυτό, για να θεσμοθετηθούν αλλαγές, χρειαζόμαστε γυναίκες στην εξουσία. Είτε είναι στην πολιτική, είτε στην Αυτοδιοίκηση, στον συνδικαλισμό ή στις επιχειρήσεις, το 50% των ηγεσιών πρέπει να αποτελείται από γυναίκες, αλλιώς θα συνεχίσουν οι άνδρες να αποφασίζουν για εμάς. Είναι θέμα δημοκρατίας να έχουμε 50-50 αντιπροσώπευση αφού αυτή είναι η αναλογία του πληθυσμού. Ναι, η ποσόστωση είναι το απαραίτητο εργαλείο προκειμένου να κινητοποιηθούν περισσότερες γυναίκες να βρεθούν στην πρώτη γραμμή».
Στον δικό μου μικρόκοσμο ψάχνω ακόμα έναν μπαμπά που ακύρωσε όλες του τις δουλειές και έμεινε μία ημέρα αδιαμαρτύρητα στο σπίτι επειδή το μωρό ανέβασε πυρετό.
Το θεμέλιο της πατριαρχίας είναι η γυναίκα νοικοκυρά. Στην επαρχία Οαξάκα του Μεξικού τα θηλυπρεπή αγόρια θεωρούνται ευλογία για την οικογένεια. Ανατρέφονται ως κορίτσια και γίνονται «muxes», δηλαδή ερμαφρόδιτες γυναίκες που αναλαμβάνουν τις οικιακές εργασίες και τη γηροκόμηση των γονιών τους. Ακόμα, δηλαδή, και όταν δεν υπάρχουν κόρες, το πατερναλιστικό σύστημα τις εφευρίσκει, τους φοράει φουστάνια και κάνει τα πάντα για να έχουν ζεστό φαγητό και σιδερωμένα πουκάμισα οι παντελονάτοι άνδρες χωρίς να κλειστούν στο σπίτι. Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Στον δικό μου μικρόκοσμο ψάχνω ακόμα έναν μπαμπά που ακύρωσε όλες του τις δουλειές και έμεινε μία ημέρα αδιαμαρτύρητα στο σπίτι επειδή το μωρό ανέβασε πυρετό.



