Μετά από ένα γεύμα, οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι ένας σύντομος περίπατος μπορεί να κάνει καλό στον οργανισμό. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, υπάρχει μια ακόμη πιο γρήγορη επιλογή που μπορεί να συμβάλει στον καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Τα squats, δηλαδή τα βαθιά καθίσματα με το βάρος του σώματος, φαίνεται πως προσφέρουν σημαντικά οφέλη μέσα σε λίγα μόλις λεπτά.
Αν δεν έχουμε τον χρόνο ή τη δυνατότητα να βγούμε για περπάτημα μετά το φαγητό, μερικά squats στο σπίτι ή στο γραφείο ίσως είναι αρκετά για να ενεργοποιήσουν τους μυς και να βοηθήσουν τον οργανισμό μας να αξιοποιήσει καλύτερα τη γλυκόζη.
Πώς τα squats βοηθούν στη μείωση του σακχάρου
Μετά την κατανάλωση ενός γεύματος που περιέχει υδατάνθρακες, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα αυξάνονται φυσιολογικά. Όταν όμως κινούμαστε, οι μύες μας χρησιμοποιούν τη γλυκόζη ως πηγή ενέργειας, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται πιο γρήγορα από την κυκλοφορία του αίματος.
Τα squats ενεργοποιούν ταυτόχρονα μεγάλες μυϊκές ομάδες, γεγονός που αυξάνει άμεσα τις ενεργειακές ανάγκες του σώματος. Έτσι, η γλυκόζη αξιοποιείται πιο αποτελεσματικά και περιορίζονται οι απότομες αυξήσεις του σακχάρου μετά το γεύμα.
Πόσα squats αρκούν;
Τα καλά νέα είναι ότι δεν χρειάζεται να αφιερώσουμε πολύ χρόνο. Ακόμη και δύο λεπτά κίνησης μπορούν να έχουν θετική επίδραση στα επίπεδα σακχάρου. Σύμφωνα με τους ειδικούς, περίπου 10 έως 15 squats είναι αρκετά για να ενεργοποιήσουν τους μυς. Ο στόχος δεν είναι να κουραστούμε ή να κάνουμε έντονη προπόνηση, αλλά απλώς να δώσουμε στο σώμα ένα μικρό ερέθισμα αμέσως μετά το φαγητό.
Είναι καλύτερα από το περπάτημα;
Η απάντηση δεν είναι απόλυτη. Το περπάτημα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο ωφέλιμες και ασφαλείς μορφές άσκησης, αφού βελτιώνει την καρδιαγγειακή υγεία, την κυκλοφορία του αίματος και την πέψη.
Από την άλλη πλευρά, τα squats προσφέρουν ένα πιο άμεσο ερέθισμα στους μυς και μπορούν να βοηθήσουν στην ταχύτερη αξιοποίηση της γλυκόζης. Αυτό τα καθιστά ιδιαίτερα πρακτική επιλογή όταν δεν μπορούμε να βγούμε για περπάτημα, όπως κατά τη διάρκεια της εργασίας ή όταν ο χρόνος μας είναι περιορισμένος.
Στην πραγματικότητα, οι δύο μορφές άσκησης δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Αντίθετα, μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά μέσα σε μια ισορροπημένη καθημερινότητα.



