Το 8o Marie Claire Power Trip με θέμα «THE LONG RUN: Women, Better With Time», επέστρεψε στο Cape Sounio την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου. Το φετινό συνέδριο-θεσμός του Marie Claire, ένα αξέχαστο all day event που προσκαλεί ειδικούς και επιδραστικές προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, εστιάζει στη λέξη που προκαλεί μία από τις σημαντικότερες και πιο αμφιλεγόμενες συζητήσεις της εποχής μας, τη μακροβιότητα. Από την ιατρική έρευνα έως τις καταναλωτικές μας συνήθειες και το πώς επενδύουμε το χρόνο και τα χρήματά μας, όλα συγκλίνουν στο ερώτημα: πώς θα ζήσουμε περισσότερο αλλά και καλύτερα.
H Sarah Wilson είναι pολυβραβευμένη συγγραφέας από την Αυστραλία με πολλαπλούς τίτλους στη λίστα ευπώλητων των New York Times και Amazon δημοσιογράφος, social philosopher, διεθνής keynote speaker και φιλάνθρωπος. Ζει νομαδικά, με βάση ανάμεσα στο Παρίσι και το Σίδνεϊ και επίκεντρα την πεζοπορία, την περιπέτεια και τη βαθιά σύνδεση με τη φύση. Για το βιβλίο της «This One Wild and Precious Life» κέρδισε το βραβείο US Gold Nautilus Prize και για δύο συνεχόμενες χρονιές κατατάχθηκε στους 200 συγγραφείς με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως. Στο νέο της βιβλίο, «I eat the stars» (2026), επίσης best seller, βάζει σε λέξεις το αίσθημα αποπροσανατολισμού που βιώνουμε σε έναν κόσμο όπου η κλιματική αλλαγή επιταχύνει, οι δημοκρατίες καταρρέουν, η δύναμη της τεχνολογίας καλπάζει αφήνοντας πίσω της την ανθρώπινη ευφυΐα.
«Είμαι πολύ χαρούμενη που θα μιλήσουμε για πολύ ανάλαφρα θέματα όπως το τέλος του κόσμου και του πολιτισμού» ξεκίνησε, αστειευόμενη, η Galia Loupan. Η συζήτησή τους άρχισε με μια ερώτηση για το νέο βιβλίο της και το κίνητρο πίσω από αυτό.
«Ως συγγραφέας, δημοσιογράφος και, υποθέτω, ακτιβίστρια για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, έχω πάρει κυριολεκτικά εκατοντάδες συνεντεύξεις σχετικά με ό,τι αποκαλούμε κατάρρευση του πολιτισμού – συνεντεύξεις με προσωπικότητες σε think tanks, σε ιδρύματα, με ισχυρούς λευκούς άντρες που μιλούσαν μεταξύ τους αλλά όχι με τον απλό, καθημερινό άνθρωπο».
Το θέμα λοιπόν που τροφοδότησε το νέο βιβλίο της αφορά «την κατάρρευση των συστημάτων που έχουν εξασφαλίσει τη μακροβιότητα του πολιτισμού μας εδώ και σχεδόν 300 χρόνια».
Ζούμε σε μια κατάσταση πολλαπλών κρίσεων, πρόσθεσε η Wilson, η οποία στη συνέχεια αναφέρθηκε σε οικονομικές κρίσεις, κλιματικές κρίσεις, πολέμους, πολιτικά πράγματα «που ούτε καν κατανοούμε, που συμβαίνουν σε πάρα πολλές χώρες. Είναι σαν ένα domino effect που επιδεινώνεται διαρκώς. Και πολλοί γεμίζουν με άγχος γι’ αυτό. Λίγοι το βλέπουν ως μια ευκαιρία να ξαναχτίσουν κάτι καλύτερο – ανάλογα με το πού βρίσκονται στο πολιτικό φάσμα».

Η ίδια υπέφερε για πολλά χρόνια από «ακραίο άγχος». Η συγγραφή αυτού του βιβλίου «ήταν η καλύτερη θεραπευτική διαδικασία» καθώς «όποιος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο κυριεύεται από άγχος γιατί δεν κατανοεί ό,τι συμβαίνει. Καθώς λοιπόν άρχισα να μαθαίνω τα μοτίβα, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα περίπλοκα συστήματα, άρχισα να κατανοώ ό,τι είχε συμβεί σε όλους τους περίπλοκους πολιτισμούς στο παρελθόν». Όλοι εκείνοι οι πολιτισμοί κατάρρευσαν κάτω από το βάρος της περιπλοκότητάς τους, πρόσθεσε.
Όπως και τόσοι άλλοι, αισθάνεται ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε τόσο σκληρά, να επιστρέφουμε σπίτι εξαντλημένοι ενώ δύο άτομα σε ένα νοικοκυριό δεν μπορούν να βγάλουν αρκετά χρήματα για να συντηρήσουν μια οικογένεια. Δεν μπορεί το περιβάλλον να συνεχίσει να υποστηρίζει την άπειρη ανάπτυξη σε έναν πεπερασμένο πλανήτη». Οι γυναίκες, συγκεκριμένα, αισθανόμαστε αυτά τα όρια στο σώμα μας, επισήμανε, περιγράφοντας την κατάσταση που ζούμε σήμερα σαν μια ευκαιρία για επανεκκίνηση.
Η επαγγελματική διαδρομή της υπήρξε κάπως «αλλόκοτη», είπε η Wilson, περνώντας από τα media του Rupert Murdoch, την αρχισυνταξία του Cosmopolitan και τη συγγραφή μιας σειράς βιβλίων μαγειρικής. Στον τελευταίο «σταθμό», πήρε τις αποστάσεις της από τη βιομηχανία της ζάχαρης, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο μεγάλων βιομηχανιών. «Κανένας δεν ήθελε να του λένε να μην τρώει ζάχαρη».
Μετά τη ζάχαρη, άρχισε να γράφει το άγχος, παίρνοντας αυτή τη φορά τις αποστάσεις της από τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες. Και μετά άρχισε να γράφει για την κλιματική κρίση, παίρνοντας τις αποστάσεις της από τις πετρελαιοβιομηχανίες. «Επομένως, δεν ήμουν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αυστραλία και στο μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κόσμου», όπως το συνόψισε.
Το κίνητρό της για κάθε θέμα που επιλέγει είναι ο αντίκτυπος που έχει αυτό στην ανθρωπότητα. Το πόσο την πληγώνει. «Μπορώ να νιώσω τον πόνο των άλλων», τονίζει. «Ανέκαθεν με προσέλκυαν αυτά τα θέματα, κατάφερα να χτίσω μια καριέρα με το να είμαι μια “δύσκολη γυναίκα” – ένα προσόν υποτιμημένο, νομίζω. Μόνη σου φτάνεις στα 50 σου. Πέφτουν τα οιστρογόνα σου και παύεις να δίνεις δεκάρα για τα “λάθος” πράγματα. Επιλέγεις προσεκτικά τι μετράει, μετά τα 50 σου».
Είναι «προβληματικό», προσθέτει αργότερα, να πιστεύει κάποιος ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει τα πάντα. Ακόμα, για παράδειγμα, και η λεγόμενη «καθαρή ενέργεια» δεν μπορεί να σώσει το κλίμα. «Δεν είναι βιώσιμο». Όπως και το ΑΙ δεν συνιστά βιώσιμη λύση για τα πάντα, λέει. Ευχολόγια χαρακτηρίζει αυτό τον τρόπο σκέψης. «Είναι αφελές να εθιζόμαστε στην ελπίδα ότι θα μας σώσει κάποιος εκεί έξω. Το βιβλίο μου μιλάει για το πώς εμείς μπορούμε να σώσουμε την κατάσταση».
Η Wilson πιστεύει ότι μπορεί να ζούμε ήδη την κατάρρευση του πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε, η οποία «δεν είναι όπως στις ταινίες – εκτός αν χτυπήσει τον πλανήτη μας αστεροειδής, ή πατήσει ο Donald Trump το κουμπί [της μαζικής καταστροφής] ή οι μεγιστάνες της τεχνολογίας κατασκευάσουν ένα ρομπότ δολοφόνο. Η κατάρρευση μοιάζει με αυτό που ζούμε τώρα. Και θα συνεχίσει να κλιμακώνεται, στην αρχή σιγά σιγά και μετά πιο ραγδαία. Δεν είναι η δική μου άποψη αυτή. Αυτό δείχνει η μοντελοποίηση σεναρίων όπως η πληθυσμιακή κατάρρευση».
Η διαφορά μας από πολιτισμούς του παρελθόντος είναι ο παγκοσμιοποιημένος πλανήτης μας. «Δεν υπάρχει πουθενά αλλού να πάμε. Κι αυτή είναι ίσως η πιο τρομακτική πλευρά αυτής της κατάρρευσης. Ωστόσο, πιστεύω ότι μπορεί να προκύψει κάτι σπουδαίο από αυτό.
»Σε οριακές εποχές του παρελθόντος, όπως αυτή που ζούμε σήμερα -για παράδειγμα, στον Μεσοπόλεμο- άκμαζε η φιλοσοφική σκέψη. Ο κομμουνισμός, ο φασισμός, ο υπαρξισμός αναδύθηκαν από τέτοιες εποχές» τονίζει, συμπληρώνοντας ότι είναι κάτι που «πρέπει να θυμόμαστε. Ενώ λοιπόν η κατάρρευση θα συνεχίσει να κλιμακώνεται, θα δούμε ταυτόχρονα απίστευτη καινοτομία και δημιουργικότητα, που θα δημιουργήσουν τον κόσμο της μετάβασης».
Τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας; Ήδη η Δύση στοκάρει προμήθειες με βασικά αγαθά, για περιπτώσεις ανάγκης. «Αυτό κάνουν οι άνθρωποι στην Αυστραλία, την πατρίδα μου. Η απάντησή μου είναι, είμαστε καλά προετοιμασμένοι για το χειρότερο σενάριο; Για να αντιμετωπίσουμε τη βία και τα όπλα; Ή τη λιμοκτονία του πεντάχρονου παιδιού των γειτόνων μας; Τι θα κάναμε, τότε; Η προσέγγισή μας είναι υπερ-ατομικιστική. Αλλά ο υπερ-ατομικισμός μάς έφερε μέχρι εδώ».
Η συλλογικότητα μας βοήθησε να επιβιώσουμε στο παρελθόν. Η συνεργασία, η επικοινωνία, η σύσταση κοινοτήτων «των 100, 150 ατόμων περίπου. Αυτό έχει αποτέλεσμα. Τι κάνουμε λοιπόν τώρα; Χτίζουμε όλο και πιο ισχυρούς δεσμούς μεταξύ μας – εδώ στην Ελλάδα, αυτό γεννηθήκατε να κάνετε, το κάνετε πολύ καλά. Οι Έλληνες συνδέεστε με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους, μέσα από την οικογένεια και την κοινότητα και τις τελετουργίες και τις πρακτικές σας».
Σε πιο πρακτικό επίπεδο, πιστεύει ότι, με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, θα αρχίσουμε φέτος τον χειμώνα να αντιμετωπίζουμε ελλείψεις σε τρόφιμα, ενώ το κόστος των καυσίμων θα συνεχίσει να ανεβαίνει. «Πρέπει να αρχίσουμε να απλοποιούμε τη ζωή μας, επομένως. Να γίνουμε όσο πιο αναλογικοί μπορούμε. Να εξοικειώσουμε και τα παιδιά μας με τον αναλογικό κόσμο, και όχι μόνο γιατί κάνει καλό στο μυαλό τους.
»Να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε να συγκεντρώσουμε προμήθειες σε νερό και φαγητό, όπως συνέστησαν πέρυσι οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ετοιμάσουν οι πολίτες ένα κιτ επιβίωσης για τρεις μέρες. Εγώ θα συμβούλευα, για δέκα ημέρες. Γιατί θα δούμε διακοπές ρεύματος, προβλήματα στις συνδέσεις του δικτύου, στην αλυσίδα παραγωγής.
»Από την άλλη, πρέπει να μάθουμε ξανά να ζούμε στο έπακρο τη ζωή μας».
Ο τίτλος του νέου βιβλίου της είναι εμπνευσμένο από την ιστορία μιας αστρονόμου της NASA, της Rebecca Elson, που διαγνώστηκε, στα τριάντα κάτι της, με καρκίνο σε τερματικό στάδιο. Από ένα ποίημα που παραθέτει και συγκεκριμένα τον εξής στίχο: «Ως αντίδοτο στον φόβο του θανάτου, τρώω τα αστέρια [I eat the stars]. Όταν αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο του θανάτου μας, νιώθουμε ένα αίσθημα επείγοντος να ζήσουμε τη ζωή μας στο έπακρο».

Η συγγραφέας συμβουλεύει να μην περιμένουμε να έχουμε αρκετά χρήματα για να κάνουμε κάτι που επιθυμούμε. Να μην περιμένουμε να βγούμε στη σύνταξη. «Αυτό που κάνω εγώ είναι να χορεύω, παρόλο είμαι πραγματικά κακή στον χορό. Ο χορός είναι κάτι που κάναμε ανέκαθεν σε εποχές κρίσεις. Στη Μαύρη Πανώλη, όταν απέμεινε το 10% της Ευρώπης, ο κόσμος χόρευε για να αντιμετωπίσει το άγχος και το τραύμα του. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, επικράτησε μια μανία για τον χορό. Και πότε ήρθε η ντίσκο; Όταν τελείωσε ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Ήταν ένας τρόπος οι νέοι να αποδιώξουν τον τρόμο του τι είχε συμβεί».
Σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου της λέει για τη σημασία του να είμαστε όσο το δυνατόν πιο δημιουργικοί και ανθρώπινοι. «Αυτός είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος να μπορούμε να δείξουμε την αδιαφορία μας προς τους μεγιστάνες της τεχνολογίας αλλά και προς τους φασίστες. Το κεφάλαιό μου λέγεται “Στην Αποκάλυψη, πρέπει να δημιουργήσουμε τέχνη”. Οι καλλιτέχνες ανέκαθεν ήταν σε θέση να σκιαγραφούν τους σκοτεινούς καιρούς και ταυτόχρονα να βλέπουν το φως στο βάθος».
Οι γυναίκες, συγκεκριμένα, ακόμα και στη μυθολογία, είναι στην πρώτη γραμμή απέναντι στις κρίσεις. Η συγγραφέας φέρνει ως παράδειγμα τη Θεά Κάλι, από την Ινδία, «που έβγαινε μπροστά όταν οι άντρες κατέστρεφαν τη Μητέρα Φύση».
Η ίδια αναφέρεται επίσης στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. «Δεν είναι το χειρότερο περιστατικό ομαδικού βιασμού που γνωρίζω, αλλά αποκαλύφθηκε σε μια στιγμή που οι γυναίκες είναι πραγματικά έτοιμες να ταρακουνήσουν τα πράγματα. Πιστεύω λοιπόν ότι το θηλυκό έχει να παίξει έναν πολύ δυνατό ρόλο».
Στις νεότερες γυναίκες, θα έλεγε να σπουδάσουν ανθρωπιστικές επιστήμονες. «Να μελετήσουν πώς μπορούν να σκέφτονται σε βάθος. Ακόμα και οι εταιρείες τεχνολογίας μιλούν γι’ αυτό. Προσλαμβάνουν φιλοσόφους με εξαψήφιες αμοιβές γιατί αυτό το προσόν θα είναι απαραίτητο στο μέλλον. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα μπορεί να σκεφτεί τόσο αφαιρετικά και με έναν μη γραμμικό τρόπο. Οι γυναίκες ειδικά είναι πολύ καλές στο να σκέφτονται με μη γραμμικό τρόπο.
»Θα συμβούλευα λοιπόν τις γυναίκες να αγκαλιάσουν την ικανότητά τους να σκέφτονται πολλά πράγματα ταυτόχρονα, αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση δυσλειτουργικό ή προβληματικό. Να κρατηθούν από αυτή τη δύναμη, γιατί ο κόσμος σήμερα τη χρειάζεται. Όπως και την ικανότητά μας να επικοινωνούμε, να συνεργαζόμαστε, να δημιουργούμε κολεκτίβες, να λύνουμε περίπλοκα προβλήματα μαζί».
Δείτε live το συνέδριο:
Δείτε το πρόγραμμα του συνεδρίου εδώ.



