«Θυμάσαι όταν τα περιοδικά ήταν σημαντικά;» ρωτάει με φευγαλέο χιούμορ ένας χαρακτήρας στο «Ο Διάβολος Φοράει Prada 2», το πολυαναμενόμενο σίκουελ μιας από τις κλασικές κωμωδίες του 21ου αιώνα, που επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη δύο δεκαετίες αργότερα. Αυτή η ερώτηση αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα ως πυρήνας της νέας ταινίας, που βρίσκει την Μέριλ Στριπ και την Αν Χάθαγουεϊ να συμμαχούν προκειμένου να σώσουν το μέλλον της δουλειάς που αγαπούν.

Photo courtesy of 20th Century Studios. © 2026 20th Century Studios.

Το «Ο Διάβολος Φοράει Prada 2» βρίσκεται σε πλήρη συγχρονισμό με την εποχή του και αναγνωρίζει πως ούτε μια λαμπερή, ιστορική βίβλος της μόδας σαν το περιοδικό Runway δεν μπορεί να γλιτώσει από τις επιταγές της ψηφιακής μετάβασης και τις επιπόλαιες αλλά αναπόφευκτες αποφάσεις των δισεκατομμυριούχων που ελέγχουν έμμεσα ή ευθέως την καθημερινότητα όλων μας σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό.

Στο ξεκίνημά της, η ταινία παρουσιάζει ένα λυπηρό και πολύ γνώριμο (τουλάχιστον στο δημοσιογραφικό κόσμο) τοπίο, στο οποίο καταξιωμένοι ρεπόρτερ απολύονται μαζικά μέσω γραπτού μηνύματος την ώρα που παραλαμβάνουν τα βραβεία τους για την εξαιρετική αρθρογραφία τους. Ανάμεσά τους είναι και η Άντι Σακς (Χάθαγουεϊ), η έξυπνη, πολύπαθη ηρωίδα της προηγούμενης ταινίας, που έχει χτίσει μια αξιόλογη καριέρα ως σοβαρή δημοσιογράφος. Μια κρίση σε εκείνη την πρώτη της δουλειά, όμως, την τοποθετεί ξανά στην τροχιά της Μιράντα Πρίστλεϊ (Στριπ), αυτή τη φορά ως αρχισυντάκτρια που προσλαμβάνεται από τον πλούσιο ιδιοκτήτη του Runway για να επαναφέρει την αξιοπιστία του περιοδικού μετά από ένα καταστροφικό άρθρο για ένα κινέζικο εργοστάσιο παραγωγής ρούχων. Η Μιράντα επιφυλάσσει στην Άντι μια αναμενόμενα ψυχρή υποδοχή, αδιαφορώντας για την ύπαρξή της και επιμένοντας πως ούτε καν θυμάται ποια είναι. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, προς τέρψη του κοινού.

Photo courtesy of 20th Century Studios. © 2026 20th Century Studios.

Ωστόσο η Μιράντα Πρίστλεϊ αντιμετωπίζει τις δικές της κρίσεις, καθώς η επικείμενη προαγωγή της σε υπεύθυνη του παγκόσμιου περιεχομένου του εκδοτικού ομίλου δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα από τον ιδιοκτήτη (οι παραλληλισμοί με την Άννα Γουίντουρ εξακολουθούν να είναι ξεκάθαροι). Ταυτόχρονα, βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να είναι αναγκασμένη να προσαρμόσει την editorial γραμμή του περιοδικού στις απαιτήσεις μεγάλων διαφημιζόμενων, όπως ο οίκος Dior, στον οποίο εργάζεται πλέον η ταλαιπωρημένη πρώην βοηθός της, Έμιλι (Έμιλι Μπλαντ). Η Στριπ έχει αναγάγει το συγκεκριμένο ρόλο σε έναν από τους καλύτερους της καριέρας της, πετυχαίνοντας τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε ice queen και κλονισμένη οραματίστρια με μινιμαλιστική τελειότητα. Η χημεία της με την Χάθαγουεϊ, που έχει εμπλουτίσει τη φιλοδοξία της Άντι με μια πιο ώριμη αυτογνωσία, παραμένει η κινητήριος δύναμη και αυτής της ιστορίας.

Όσο παραμένει εντός των γραφείων του περιοδικού, το «Ο Διάβολος Φοράει Prada 2» διαθέτει αρκετές απολαύσεις, όπως η νέα φουρνιά βασανισμένων παρατρεχάμενων, η υποταγή της Μιράντα στους σύγχρονους εργασιακούς κανόνες (έχει καταντήσει να κρεμάει η ίδια τα παλτό της αφού της απαγόρευσαν από το HR να τα πετάει στους βοηθούς) και η διακριτικά γλυκιά σχέση της με το καλλιτεχνικό δεξί χέρι της, τον Νάιτζελ (Στάνλεϊ Τούτσι).

Photo courtesy of 20th Century Studios. © 2026 20th Century Studios.

Όταν οι εξωτερικοί παράγοντες, που εδώ έχουν τη μορφή δύο ανίδεων δισεκατομμυριούχων (Τζάστιν Θερού και Μπι Τζέι Νόβακ, που κάνει το έγκλημα να φοράει ρούχα από συνθετικά υφάσματα), απειλούν να διαταράξουν το status quo, η ταινία περιέργως χάνει την καυστικότητά της, αφήνοντας τις ολοφάνερες ομοιότητες με αμφιλεγόμενες αληθινές προσωπικότητες (όπως ο Τζεφ Μπέζος) να σηκώσουν το βάρος που η αφήγηση αδυνατεί. Παρά το glam, τα cameos από διασημότητες και τα εντυπωσιακά ρούχα, την ταινία διατρέχει μια υποβόσκουσα μελαγχολία, με την οποία θα ταυτιστεί οποιοσδήποτε δημιουργικός άνθρωπος έχει προσπαθήσει να αναμετρηθεί με corporate προσταγές. (Η ταινία αναγνωρίζει πως η κόντρα ενός πτυχίου ανθρωπιστικών σπουδών με ένα ΜΒΑ είναι εξαντλητική και μάταιη στον κόσμο των συγχωνεύσεων, των pageviews και των «συμβουλευτικών ομάδων».)

Photo by Macall Polay. © 2025 20th Century Studios

Το «Ο Διάβολος Φοράει Prada», αν και πετυχημένο στην κυκλοφορία του στις αίθουσες, εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο από μια φαινομενικά λάιτ κωμωδία για τη μόδα και πλέον χαίρει θαυμασμού από τους μιλένιαλ και την Gen Z ως μια εύστοχη αλληγορία για τη δουλειά, τη φιλοδοξία και το burnout, ως πεδίο φεμινιστικής αντιπαράθεσης γύρω από τη γυναικεία ισχύ και τα όριά της και, βεβαίως, ως ανεξάντλητη πηγή ποπ αναφορών. Ταυτόχρονα, από σατιρική ματιά στην ελιτίστικη φύση της βιομηχανίας της μόδας, έχει ενσωματωθεί σε αυτή, με τον ίδιο το χώρο να αγκαλιάζει το μύθο της ταινίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συνέχεια δεν λειτουργεί απλώς ως νοσταλγική αναβίωση, αλλά ως καθρέφτης μιας κουλτούρας που έχει αλλάξει. Παρά τις ευγενείς της προθέσεις, η ταινία αφοπλίζει την κεντρική και πιο ενδιαφέρουσα φιγούρα του τίτλου της (δεν υπάρχει τίποτα διαβολικό στην Μιράντα αυτή τη φορά), θυσιάζει τα αστεία και αναλώνεται σε μισοψημένες υποπλοκές όπως το ανιαρό ρομάντζο της Άντι με έναν αυστραλό εργολάβο (Πάτρικ Μπράμαλ). Οι 4 πρωταγωνιστές μπορούν να απογειώσουν ακόμα και το πιο πεζό υλικό, αλλά αυτή η συνέχεια είναι 50% πολυέστερ.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below