Μπορεί το προσφυγικό κύμα στην Ελλάδα να μη βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην κορύφωσή του, αλλά με πολλαπλές πολεμικές εστίες σε κοντινές περιοχές του κόσμου είναι θέμα χρόνου να γιγαντωθεί ξανά. Στο μεταξύ, σε ολόκληρο τον πλανήτη, αμέτρητοι άνθρωποι, ανάμεσά τους και οικογένειες με μικρά παιδιά, συνεχίζουν να προσπαθούν να δραπετεύσουν από συνθήκες ανέχειας και υψηλής επικινδυνότητας για να αντιμετωπίσουν, στις χώρες που γίνονται γι’ αυτούς πέρασμα, αν όχι ο προορισμός τους, ρατσιστικές διώξεις, μεταξύ άλλων δοκιμασιών.
Η ταινία μυθοπλασίας «I Was A Stranger», το σκηνοθετικό ντεμπούτο του παραγωγού και ακτιβιστή Μπραντ Άντερσεν, που αφηγείται τις ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων τους οποίους ενώνει η προσφυγιά, έκανε πρεμιέρα πριν από περίπου δύο χρόνια σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ –κερδίζοντας πάνω από πενήντα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του Amnesty International Film Prize στο Βερολίνο– είναι ακόμα πιο επίκαιρη σήμερα, λίγο πριν από την έξοδό της στις ελληνικές αίθουσες, στις 23 Απριλίου σε διανομή της TFG. Σωστότερα, είναι διαχρονική, αφού όπως επισημαίνει και ένας από τους πρωταγωνιστές, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, σε μια συνέντευξή του στο Marie Claire, «το νόημά της είναι ο ανθρωπισμός». Ο ηθοποιός, που πλαισιώνεται και από άλλους Έλληνες συναδέλφους του, όπως οι Αγγελική Παπούλια, Θάνος Τοκάκης, σε ένα διεθνές καστ με τους Ομάρ Σι («Άθικτοι», «Lupin»), Γιασμίν Αλ Μάσρι («Palestine 36», «Caramel»), Γιαχία Μαχαΐνι «(The Man Who Sold His Skin»), υποδύεται έναν Έλληνα κυβερνήτη του λιμενικού, τον Σταύρο, έναν χαρακτήρα εμπνευσμένο από αληθινό πρόσωπο: από τον λιμενικό Κυριάκο Παπαδόπουλο από τη Λέσβο, ο οποίος είχε διασώσει χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες με το πλήρωμά του και τιμήθηκε για το έργο του από την Προεδρία της Δημοκρατίας, προτού φύγει από τη ζωή πρόωρα, μόλις στα 44 χρόνια του.
Αρχικά, συγχαρητήρια για την ταινία «I was a stranger» και την ερμηνεία σας.
«Σας ευχαριστώ πολύ. Αυτό [σ.σ.: η θετική υποδοχή της ταινίας] με χαροποίησε αλλά και με εξέπληξε, με την έννοια ότι δεν ξέραμε τι να περιμένουμε από τις προβολές της. Αλλά στα φεστιβάλ αισθάνθηκα ότι οι θεατές βγήκαν συγκινημένοι από τις αίθουσες, ότι η ταινία τούς διαπέρασε».
Γιατί σας εξέπληξε η θετική υποδοχή;
«Και η κατασκευή της ταινίας ήταν δύσκολη –ο σκηνοθέτης επέλεξε να γυριστεί με ανθρώπους που έχουν σχέση με την ιστορία της, στις γλώσσες τους– και το θέμα της είναι δύσκολο. Αλλά το κοινό βλέπει ότι είναι πολύ ειλικρινής στις προθέσεις της και, κατά τη γνώμη μου, πολύ καλά φτιαγμένη».

Γνωρίζατε από πριν τον Μπραντ Άντερσεν;
«Δεν τον γνώριζα από πριν. Στην ταινία βρέθηκα μέσω ακρόασης, για την οποία είχα προετοιμαστεί γιατί ο ρόλος με ενδιέφερε πολύ από την αρχή. Στα γυρίσματά της αναπτύξαμε με τον Μπραντ μια πολύ στενή, ουσιαστική φιλία. Έκτοτε, παρά την απόσταση που μας χωρίζει, έρχεται στην Ελλάδα και κάνουμε διακοπές μαζί το καλοκαίρι».
Μέσα από ποια διαδικασία προσεγγίσατε τον ρόλο του Σταύρου;
«Υπήρχαν τρεις άξονες. Ο ένας ήταν, το 2022 που γυριζόταν η ταινία, το να μπορείς να καταλάβεις ή να θυμηθείς τι ακριβώς συνέβαινε στη χώρα μας το 2015-16, στη μεγάλη προσφυγική κρίση. Ήταν μια πολύ δύσκολη κατάσταση για όλους τους εμπλεκόμενους: πρώτα απ’ όλα για τους ανθρώπους που εκπατρίζονταν, μετά για εκείνους που έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να τους σώσουν, μετά για τις τοπικές κοινωνίες και για το κράτος που έπρεπε να χειριστεί θεσμικά ένα τόσο πολύπλοκο πρόβλημα.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης υποδύεται έναν Έλληνα κυβερνήτη του λιμενικού εμπνευσμένο από αληθινό πρόσωπο: από τον λιμενικό Κυριάκο Παπαδόπουλο από τη Λέσβο, ο οποίος είχε διασώσει χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες με το πλήρωμά του και τιμήθηκε για το έργο του από την Προεδρία της Δημοκρατίας, προτού φύγει από τη ζωή πρόωρα, μόλις στα 44 χρόνια του.
»Ο δεύτερος άξονας είχε να κάνει με το επάγγελμα του λιμενικού, με το να χειρίζεσαι ένα ταχύπλοο, να γνωρίζεις πώς είναι να περνάς τη ζωή σου μέσα στη θάλασσα, και να μπορείς να πείσεις ότι το γνωρίζεις. Σε αυτό είχα μια ευκολία, με την έννοια ότι έχω μεγάλη εξοικείωση με τη θάλασσα και τα μηχανοκίνητα σκάφη, που αγαπούσα και αγαπώ έτσι κι αλλιώς.
»Ο τρίτος και πιο βασικός άξονας ήταν η επαφή με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, που βασίστηκε σε πραγματικό πρόσωπο. Για τον Κυριάκο Παπαδόπουλο είχε γυριστεί μια ταινία μικρού μήκους, η “4.1 Miles” [ντοκιμαντέρ της Δάφνης Ματζιαράκη], η οποία έφτασε μέχρι την υποψηφιότητα για Όσκαρ. Βλέποντάς την κατάλαβα ακριβώς τι συνέβαινε, τι ήθελε ο Μπραντ και τι θα μπορούσα να πάρω από τον πραγματικό χαρακτήρα για τον δικό μου.

»Ο Σταύρος, όπως και ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, είναι λιμενικός σε ένα ελληνικό νησί – δεν μαθαίνουμε ποτέ σε ποιο, θα μπορούσε να είναι η Λέσβος, θα μπορούσε να είναι η Κως. Αρχίζει να κάνει αυτό που τον καλεί η θέση του στην υπηρεσία, να βγαίνει περιπολία, να προσπαθεί να κρατήσει όσο μπορεί τα σύνορα, να απομακρύνει πιθανούς διακινητές και να σώζει ανθρώπους. Το πολύ ενδιαφέρον, και στον πραγματικό ήρωα και στον Σταύρο, είναι ότι από κάποια στιγμή και μετά υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της υπηρεσίας του: γίνεται για τον ίδιο μια αποστολή, που έχει να κάνει με τη θέση του στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και στο σημείο του χάρτη όπου βρίσκεται. Το να βρεθείς σε μια τέτοια θέση και να κάνεις ό,τι προβλέπει η υπηρεσία σου έχει μια ποιοτική διαφορά από το να υπερβείς κάθε όριο ανθρώπινων δυνατοτήτων, αντοχών, και να μπορέσεις να σταθείς, πια, στο ύψος όχι της υπηρεσίας σου αλλά της ανθρώπινης ιδιότητας, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους και στον θάνατο. Και μάλιστα χωρίς να φέρεις τη μάσκα του ήρωα.
»Αυτό λοιπόν που προσπάθησα να κάνω, εμπνεόμενος από το πραγματικό πρόσωπο και την απλότητα με την οποία μιλούσε, ήταν να αφαιρέσω από τον χαρακτήρα κάθε στοιχείο ηρωισμού. Το ότι αυτός ο άνθρωπος δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό του σαν ήρωα αύξανε στα δικά μου μάτια την αξία της στάσης του στη ζωή.
«Αυτό που προσπάθησα να κάνω, εμπνεόμενος από το πραγματικό πρόσωπο και την απλότητα με την οποία μιλούσε, ήταν να αφαιρέσω από τον χαρακτήρα κάθε στοιχείο ηρωισμού. Το ότι αυτός ο άνθρωπος δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό του σαν ήρωα αύξανε στα δικά μου μάτια την αξία της στάσης του στη ζωή».
»Η ταινία έχει πολλή δράση – ειδικά ο ρόλος του Σταύρου, αυτό ήταν και ένα μέρος της ευχαρίστησης στην κατασκευή της. Αλλά πέρα από τις σκηνές δράσης, προσπάθησα να κρατήσω ένα βλέμμα πολύ πιο ήπιο από το βλέμμα ενός ήρωα –ας πούμε, από το βλέμμα που είχε ο Μπρους Γουίλις στις περιπέτειες– με την επιθυμία να καθρεφτίσω έναν άνθρωπο που φέρει τον σταυρό του χωρίς να τον επιδεικνύει καθόλου».

Μιλώντας για σταυρό, αναρωτιέμαι: Μπορεί η ικανοποίηση της διάσωσης κάποιων ανθρώπων να υπερισχύσει συναισθηματικά των τύψεων που βασανίζουν έναν διασώστη για τις ζωές που δεν κατάφερε να σώσει, ακόμα και αν δεν ήταν στο χέρι του να το κάνει;
«Ακριβώς με αυτό ασχολείται η ταινία στον δικό μου χαρακτήρα. Νομίζω, δυστυχώς, ότι όταν ένας άνθρωπος βάζει τον εαυτό του ασπίδα ανάμεσα σε άλλους και στον θάνατο και το κάνει με τέτοια ένταση και σε τέτοιο βαθμό, μέσα του τον στοιχειώνουν πάρα πολύ όσοι έχασε. Ότι τα συναισθήματα όταν δεν τα καταφέρνεις είναι πολύ σκληρότερα από τη χαρά που μπορεί να παίρνεις όταν τα καταφέρνεις. Κάθε άνθρωπος χαμένος είναι μια πολύ βαριά ιστορία.
»Κάποια στιγμή στην ταινία ρωτάνε τον Σταύρο πόσους ανθρώπους δεν κατάφεραν να σώσουν. Απαντάει με ένα νούμερο. Τον ξαναρωτάνε: “Τόσοι είναι;” Απαντάει: “Τόσοι ήταν όταν σταμάτησα να μετράω.” Από κάποια στιγμή και μετά δεν ασχολείται πια με τα στατιστικά ο Σταύρος αλλά ο βοηθός του –που υποδύεται ο Θάνος Τοκάκης, ένας εξαιρετικός ηθοποιός με τον οποίο είχαμε εξαιρετική συνεργασία– προφανώς γιατί είναι πάρα πολύ βαρύ για τον Σταύρο να συνεχίσει να μετράει τους ανθρώπους που έχασε».
«Νομίζω, δυστυχώς, ότι όταν ένας άνθρωπος βάζει τον εαυτό του ασπίδα ανάμεσα σε άλλους και στον θάνατο και το κάνει με τέτοια ένταση και σε τέτοιο βαθμό, μέσα του τον στοιχειώνουν πάρα πολύ όσοι έχασε».
Σε μια εποχή πόλωσης και ρατσιστικού μένους, ποιον ρόλο μπορεί να παίξει η ευαισθησία πραγματικών ανθρώπων όπως του Κυριάκου – πέρα από τον προφανή, του ότι σώζει ζωές; Και ποιον ρόλο μπορούν να παίξουν κινηματογραφικοί χαρακτήρες σαν τον Σταύρο και ταινίες όπως αυτή;
«Ένα πρόβλημα σαν το προσφυγικό είναι τόσο πολύπλοκο, που είναι εύκολο για τον καθένα να οχυρωθεί ιδεολογικά σε μία θέση. Θέλεις να το δεις σαν την πίεση συγκεκριμένων κρατών, ξέρω ‘γω της Τουρκίας, προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για κονδύλια; Μπορείς να το κάνεις. Θέλεις να το δεις ως την εγκληματική συμπεριφορά των διακινητών, που πρέπει να χτυπήσεις με κάθε τρόπο και να εξαφανίσεις; Μπορείς να το κάνεις. Ή αν θέλεις να το δεις ως ένα πραγματικό πρόβλημα διαχείρισης των ανθρώπων που φτάνουν σε μια χώρα, όπου πρέπει να βρουν τρόπο να υπάρξουν και εκείνοι και όλοι οι υπόλοιποι, μπορείς να το δεις έτσι.
»Οποιαδήποτε πλευρά του προσφυγικού κι αν κοιτάξεις, μπορείς να αισθανθείς ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα προβλήματα της ζωής που μας υπερβαίνουν: διαλέγουμε μια συγκεκριμένη οπτική, που είναι εκ των πραγμάτων κάπως πιο στενή αλλά όπου αισθανόμαστε ότι έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Στην πραγματικότητα είναι σαν να κοιτάμε μια τεράστια σφαίρα και να βλέπουμε ένα μέρος της επιφάνειάς της. Όταν λοιπόν συμβαίνει αυτό, κάποιος μπορεί να πει “διώξτε τους όλους, δεν θέλουμε κανέναν γιατί μας παίρνουν τις δουλειές” ή “ανοίξτε τα σύνορα να μπουν όλοι μέσα”. Με οποιονδήποτε τρόπο κι αν το χειριστείς ιδεολογικά, υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό: να θυμάσαι ότι μιλάμε για ανθρώπους.

»Η ταινία δεν είναι ιδεολογικά χρωματισμένη. Δεν λέει “κλείστε τα σύνορα” ή “ανοίξτε τα σύνορα”. Δεν παίρνει θέση για το τι ακριβώς θα έπρεπε να γίνει με το προσφυγικό – και κατά τη γνώμη μου κάνει καλά, γιατί θα ήταν αφελές και μονομερές να πάρει θέση για ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα. Η μόνη, αν θέλετε, καθαρή θέση που παίρνει είναι ότι παρουσιάζει πολύ αρνητικά το προηγούμενο καθεστώς της Συρίας. Τι δεν είναι όμως αφελές; Το να υπενθυμίσει, με μια μυθοπλασία που καθρεφτίζει την πραγματικότητα, ότι πίσω, ας πούμε, από κάθε νούμερο ή στατιστική ή ανάγκη για ευρωπαϊκά κονδύλια υπάρχουν ανθρώπινες ιστορίες. Ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων οι άνθρωποι που κάνουν ένα τέτοιο ταξίδι μαζί με τα παιδιά τους δεν το κάνουν αβρόχοις ποσίν, δεν το κάνουν με ευκολία. Ότι είχαν φίλους, συγγενείς, παιδιά, γονείς, ξαδέρφια, δουλειά και κάτι πολύ σημαντικό τούς ανάγκασε να φύγουν από την πατρίδα τους.
«Οποιαδήποτε πλευρά του προσφυγικού κι αν κοιτάξεις, μπορείς να αισθανθείς ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα προβλήματα της ζωής που μας υπερβαίνουν: διαλέγουμε μια συγκεκριμένη οπτική, που είναι εκ των πραγμάτων κάπως πιο στενή αλλά όπου αισθανόμαστε ότι έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Στην πραγματικότητα είναι σαν να κοιτάμε μια τεράστια σφαίρα και να βλέπουμε ένα μέρος της επιφάνειάς της».
»Ξέρετε, είμαστε σχεδόν πάντα καλοί με τους οικείους μας και όσο μεγαλώνει ο κύκλος όσων θεωρούμε οικείους, τόσο μεγαλώνει η ικανότητά μας να είμαστε καλοί και ανοιχτοί προς περισσότερους. Πολύ συχνά, οι άνθρωποι έχουν έναν πολύ μικρό κύκλο οικείων: την οικογένειά τους, άντε και τη γειτονιά τους, το κόμμα τους, την ομάδα τους ή τη χώρα τους. Οποιονδήποτε και οτιδήποτε θεωρούν ξένο, τον αρνούνται και τον φοβούνται. Ένα από τα βασικά πράγματα που κάνουν, νομίζω, η τέχνη και η καλλιέργεια είναι ότι βοηθούν να ανοίξει μέσα μας ο κύκλος των πραγμάτων και των ανθρώπων που θεωρούμε οικείους.
»Καθώς λοιπόν ανοίγει αυτός ο κύκλος, όταν φτάνεις στο μεγαλύτερο άνοιγμα, όπου κανένας δεν σου είναι ξένος, εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις πολύ περισσότερο τους ανθρώπους. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι άκριτα τις όποιες διαφορές σας και ό,τι σού κάνουν, αλλά ότι κοιτώντας τους αντιλαμβάνεσαι ότι έχετε τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες επιδιώξεις, τα ίδια όνειρα, τις ίδιες σχέσεις με παιδιά, γονείς, άλλους. Τότε, μπορείς να έρθεις πιο κοντά τους. Αυτό νομίζω ότι επιδιώκει η ταινία. Το μήνυμά της δεν είναι στενά πολιτικό αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πολιτικό».

Σε εσάς και στους άλλους Έλληνες ηθοποιούς τι έδωσε η συνθήκη της συνύπαρξης με ένα πολυπολιτισμικό καστ και συνεργείο; Και σε καλλιτεχνικό και σε ανθρώπινο επίπεδο.
«Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα συνθήκη. Για λόγους παραγωγής κάναμε το ελληνικό γύρισμα στα παράλια της Τουρκίας, όπου ήταν συγκεντρωμένοι άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, θρησκείες, background. Είχαμε Αμερικανούς εξαιρετικούς επαγγελματίες του Χόλιγουντ, πολλούς Τούρκους, Λιβανέζους, Σύριους, Παλαιστίνιους. Είχαμε επίσης βοηθητικούς ηθοποιούς που υπήρξαν πραγματικοί πρόσφυγες: που είχαν κάνει ταξίδια παρόμοια με αυτό της ταινίας, μέχρι τα παράλια της Τουρκίας. Και επειδή ήταν μια παραγωγή χαμηλού budget, όλοι έβλεπαν αυτή την ταινία ως κάτι παραπάνω από μια απλή δουλειά, θεωρούσαν ότι είχε αξία η πραγματοποίησή της.
«Η ταινία δεν είναι ιδεολογικά χρωματισμένη. Δεν λέει “κλείστε τα σύνορα” ή “ανοίξτε τα σύνορα”. Δεν παίρνει θέση για το τι ακριβώς θα έπρεπε να γίνει με το προσφυγικό – και κατά τη γνώμη μου κάνει καλά, γιατί θα ήταν αφελές και μονομερές να πάρει θέση για ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα».
»Εκεί λοιπόν, κάθε μέρα πριν από την έναρξη των γυρισμάτων, ο Μπραντ είχε καθιερώσει μια “τελετή” που αποκαλούσε “devotional” –δεν μπορώ να μεταφράσω ακριβώς τον όρο στα ελληνικά– όπου η παρουσία μας δεν ήταν υποχρεωτική αλλά συμμετείχαμε οι περισσότεροι: ένας από τους βοηθητικούς ηθοποιούς που είχε υπάρξει πρόσφυγας μας διηγείτο ζωντανά την εμπειρία του. Αυτό ήταν τρομερό, καθώς καταλαβαίναμε ότι η μυθοπλασία που φτιάχναμε καθρεφτίζει μια πραγματικότητα. Και όλη εκείνη η εμπειρία, του πολιτισμικού πλούτου, ανθρώπων ενωμένων σε έναν κοινό σκοπό, ήταν κάτι πάρα πολύ ωραίο και πάρα πολύ βαθύ, με προστιθέμενη αξία για ό,τι παίρναμε και ως άνθρωποι και ως καλλιτέχνες».

Προσωπικά πώς σας άλλαξε αυτή η εμπειρία ως άνθρωπο;
«Θέλω να πιστεύω ότι λόγω και ιδιοσυγκρασίας και ενασχόλησης έχω μια αυξημένη ευαισθησία – τυχαίνει κιόλας στην καλλιτεχνική πορεία μου να έχω βρεθεί συχνά μπροστά στον “ξένο”. Το 1997, είχα παίξει έναν Άραβα μετανάστη στη “Βρωμιά” του [Ρόμπερτ] Σνάιντερ. Πρόπερσι, είχα ερμηνεύσει τον μονόλογο ενός Ασιάτη μετανάστη στην “Αγαπημένη του κυρίου Λιν” [του Φιλίπ Κλοντέλ]. Αλλά αντιλαμβάνομαι ότι η ζωή έχει την τάση να μας κάνει πιο σκληρόπετσους. Αυτό έχει και μια αξία για την επιβίωσή μας, γιατί αν ήμασταν συνέχεια ψυχικά αντιμέτωποι με την ανθρώπινη τραγωδία, με την ποσότητα της πληροφορίας στην οποία είμαστε εκτεθειμένοι σήμερα, δεν θα μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι. Δηλαδή, βλέπουμε εικόνες πολέμου ή οποιασδήποτε καταστροφής και ενώ στην αρχή μάς σοκάρουν, μας θυμώνουν, μας στεναχωρούν, μπορεί να κλάψουμε, σιγά σιγά, καθώς περνούν οι μέρες, αυτές οι εικόνες χάνουν τη δύναμη πάνω στον ψυχισμό μας.
«Κάθε μέρα πριν από την έναρξη των γυρισμάτων, ο Μπραντ είχε καθιερώσει μια “τελετή” όπου ένας από τους βοηθητικούς ηθοποιούς που είχε υπάρξει πρόσφυγας μας διηγείτο ζωντανά την εμπειρία του. Αυτό ήταν τρομερό, καθώς καταλαβαίναμε ότι η μυθοπλασία που φτιάχναμε καθρεφτίζει μια πραγματικότητα».
»Αυτή την ανθρώπινη λειτουργία έρχεται να ταρακουνήσει λίγο η ταινία στους θεατές. Αυτό έκανε και σε εμένα: όξυνε το βλέμμα μου. Νομίζω ότι σε έναν βαθμό πέτυχε, σε εμένα τουλάχιστον, να μπορώ να ζω εδώ, στη χώρα μου, με τα δικά μου προβλήματα, τα οποία συχνά για τον καθένα μας είναι πολλά, και όταν έρθω αντιμέτωπος με έναν άλλο να μπορώ να τον δω. Να μπορώ να καταλάβω πίσω από τη ματιά του ανθρώπου που θα μου αφήσει, ξέρω ‘γω, την τσάντα με το φαγητό που παρήγγειλα, ότι υπάρχουν γονείς, παιδιά, μια δουλειά που χάθηκε, ίσως κάποιες σπουδές που δεν υλοποιήθηκαν. Δεν μιλάμε για μια αφελή συναισθηματική υποδοχή των πάντων: αντιλαμβάνομαι ότι οι πολιτισμικές διαφορές μπορεί να είναι μεγάλες και οι προθέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικές. Αλλά ειλικρινά πιστεύω ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που έχουν ζήσει ιστορίες σαν αυτές που καθρεφτίζονται στην ταινία. Το να μπορούμε λοιπόν να τους δούμε ως ανθρώπους έχει μια ωφέλεια και για εκείνους και για το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς τον κόσμο. Δηλαδή στην πραγματικότητα το νόημα της ταινίας είναι ο ανθρωπισμός».

Για την ταινία
Όταν μια Σύρια γιατρός αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Χαλέπι μαζί με τη μικρή της κόρη, μια απελπισμένη επιλογή πυροδοτεί μια αλυσίδα γεγονότων που ξεπερνά σύνορα και παρασύρει στην ίδια καταιγίδα εκείνη και τέσσερις αγνώστους: Έναν διακινητή που προσπαθεί να σώσει τον γιο του. Έναν στρατιώτη που παλεύει με τη συνείδησή του. Έναν ποιητή που αναζητά μία πατρίδα. Έναν Έλληνα κυβερνήτη του λιμενικού, διχασμένο ανάμεσα στο καθήκον και την ανθρωπιά.
Οι πορείες τους συγκρούονται μέσα σε μια νύχτα στη Μεσόγειο, εκεί όπου η επιβίωση είναι αβέβαιη και η ανθρωπιά αποκαλύπτεται στην πιο ωμή της μορφή. Μία καθηλωτική, συγκινητική, βαθιά ανθρώπινη ιστορία για τα όρια που ξεπερνά κανείς όταν προσπαθεί να προστατέψει αυτούς που αγαπά.
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο καταξιωμένος παραγωγός («Everest», «Lone Survivor») και ακτιβιστής Μπραντ Άντερσεν, ο οποίος, έχοντας εργαστεί εκτενώς με πρόσφυγες στη Συρία, την Ιορδανία και αλλού, προσδίδει στην ταινία μία αίσθηση πραγματικού βιώματος.
Η ταινία «I Was A Stranger» είναι εμπνευσμένη από την ταινία μικρού μήκους «Refugee» (2020) του Μπραντ Άντερσεν. Το Euronews μιλά για έναν σπάνιο συνδυασμό «εντυπωσιακής αυθεντικότητας και καταιγιστικής αγωνίας». Κυκλοφόρησε στην Αμερική τον Ιανουάριο του 2026.
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Μπραντ Άντερσεν. Σενάριο: Μπραντ Άντερσεν. Ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Ομάρ Σι, Αγγελική Παπούλια, Θάνος Τοκάκης, Γιασμίν Αλ Μάσρι, Γιαχία Μαχαΐνι, Ζιάντ Μπακρί, Βίκυ Παπαδοπούλου, Τζέι Αμπντο, Κωνσταντίνος Δανίκας, Γρηγορία Μεθενίτη, Ιωάννα Μελή. Παραγωγή: Μπραντ Άντερσεν, Οσάμα Μπαγουάρντι, Ράιαν Μπους, Τσάρλι Έντιν. Διεύθυνση Φωτογραφίας: Τζόναθαν Σίλα. Διάρκεια: 104’ Διανομή: The Film Group. Είδος: Δράμα. Γλώσσα: Αγγλικά, Ελληνικά, Αραβικά. Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ.
Υπό την Αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.




