Δέκα χρόνια πριν αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου και έπαιξε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο. Σήμερα, επιστρέφει εκεί πρωταγωνιστής με τις Βάκχες. Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, που ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή στην τηλεοπτική αρένα, ενώ έδωσε θαυμάσια δείγματα δουλειάς στο θέατρο, ανάμεσά τους το Brokerback Mountain για το οποίο και βραβεύτηκε, μας μιλάει για το ρόλο του στην τραγωδία του Ευριπίδη.
«Αυτό που με νοιάζει πάνω απ’ όλα είναι να ακουστεί πολύ καθαρά η ιστορία». Είναι Σαββατόβραδο, λίγο μετά το τέλος των προβών στη Σόφια όπου βρίσκεται για να προετοιμαστεί για τις «Βάκχες», τη συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, και στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ο Μιχαήλ Ταμπακάκης ακούγεται λίγο κουρασμένος, αλλά πολύ χαρούμενος. «Νομίζω ότι η παράσταση θα έχει πολύ ενδιαφέρον – και εικαστικά και δραματουργικά», λέει για τη συνεργασία του με τον Γιάβορ Γκάρντεφ. Η καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας ήταν προαπαιτούμενο, αφού η παράσταση φέρνει μαζί Έλληνες και Βούλγαρους ηθοποιούς. Μετά από αρκετά Zoom call με τον σκηνοθέτη, o Γκάρντεφ ήρθε στην Αθήνα και είδε τον Μιχαήλ στην παράσταση «Άγριοι».
«Πέρασα μια περίοδο αρκετά εφιαλτική, γιατί δεν ήξερα τι ακριβώς θα κάνω. Η πρώτη σκέψη ήταν να παίξω τον Αγγελιοφόρο. Πέρασα από πολλά στάδια μέχρι να καταλήξουμε στον Πενθέα… Είναι η πρώτη φορά που κρατάω έναν μεγάλο ρόλο σε αρχαία τραγωδία, η πρώτη φορά που παίζω στα αγγλικά, η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με ξένο σκηνοθέτη. Είναι πολλές “πρώτες φορές” μαζεμένες. Είχα βρεθεί ξανά στην Επίδαυρο, αλλά σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες (σ.σ. Δέκα χρόνια πριν, στην Άλκηστη της Κατερίνας Ευαγγελάτου). Είναι μια διαδικασία που απαιτεί τεράστια προσήλωση και εμμονή στη λεπτομέρεια».

Είσαι ένας Έλληνας ηθοποιός που δουλεύει με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας. Κουβαλάς μια συγκεκριμένη θεατρική παράδοση. Προσπαθείς να το αφήσεις στην άκρη και να προσαρμοστείς σε αυτό που ζητά ο σκηνοθέτης;
Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, την οποία, προς τιμήν του, έχει ανοίξει ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Είναι πολύ καλός άνθρωπος και σπουδαίος καλλιτέχνης. Αυτό που μου αρέσει είναι ότι δεν προσπαθεί να καπελώσει το έργο. Έχουμε δει πολλές φορές -και στην Επίδαυρο και αλλού- σκηνοθέτες που μοιάζουν να θέλουν να ξεπεράσουν το ίδιο το έργο, επιβάλλοντας τη δική τους ιδέα. Ο Γιάβορ δεν λειτουργεί έτσι. Δεν πρόκειται για μια αρχαιολατρική προσέγγιση -ούτε εμένα μου αρέσει αυτό-, αλλά υπάρχει ένας ουσιαστικός σεβασμός απέναντι στο κείμενο. Η αφετηρία είναι ότι θέλουμε να αφηγηθούμε την ιστορία που έγραψε ο Ευριπίδης πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χωρίς να χαθεί κάτω από μια σκηνοθετική επίδειξη. Το πολύ ωραίο είναι ότι ζητά συνεχώς τη γνώμη μας και αυτό είναι αρκετά σπάνιο.
Ο Πενθέας έχει εμμονή με όσα συμβαίνουν στον Κιθαιρώνα, με τις Βάκχες, επειδή στην πραγματικότητα θέλει να βρίσκεται εκεί. Θέλει να ντυθεί γυναίκα. Θέλει να φορέσει περούκα. Θέλει να συμμετάσχει στη γιορτή, να χορέψει μαζί τους.
Ο Πενθέας παρουσιάζεται συχνά ως ο «κακός» της ιστορίας. Εσύ πώς τον αντιμετωπίζεις;
Με απασχόλησε πάρα πολύ. Ο Πενθέας είναι πράγματι γραμμένος έτσι ώστε, με μια πρώτη ανάγνωση, να φαίνεται σχεδόν ο απόλυτος κακός. Δεν έχει κάποιο προφανές «ψεγάδι» που να σε κάνει να πεις «τον καταλαβαίνω». Μπαίνει μέσα, δεν ακούει κανέναν, θέλει να επιβάλει τη δική του τάξη. Γι’ αυτό κι εγώ προσπαθώ, με νύχια και με δόντια, να μη μείνει μόνο εκεί. Ο τρόπος που έχει προσεγγίσει τον ρόλο ο Γιάβορ, αλλά και ο τρόπος που προσπαθώ κι εγώ να τον καταλάβω, βάζει μέσα ένα στοιχείο πολύ σύγχρονο: την καταπίεση. Έναν άνθρωπο που βαθιά μέσα του θέλει να πάει προς αυτό που πολεμά. Βλέπεις κάποιον που προσπαθεί να πλησιάσει κάτι που βράζει μέσα του και ταυτόχρονα κάνει τα πάντα για να το καταστείλει. Είναι σαν τις περιπτώσεις ανθρώπων που στρέφονται με μανία εναντίον μιας ομάδας, ενώ στην πραγματικότητα πολεμούν κάτι που υπάρχει μέσα τους. Ένας καταπιεσμένος μπορεί να γίνει ο πιο ακραίος διώκτης όσων τολμούν να ζήσουν ελεύθερα αυτό που ο ίδιος δεν μπορεί να αποδεχτεί για τον εαυτό του. Αυτή η ανάγνωση, για μένα, δικαιώνει τον χαρακτήρα – το λέω με πάρα πολλά εισαγωγικά. Γιατί απέναντί του υπάρχει ο Διόνυσος, ένας θεός απόλυτος τιμωρός. Είναι σαν ένα παιχνίδι εκδίκησης: «Α, μου κάνεις αυτό; Ωραία, θα σου κάνω χειρότερο». Και αυτό κλιμακώνεται μέχρι το τέλος.
Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μεγαλύτερο λάθος του Πενθέα;
Υπάρχει μια στιγμή στο έργο που με απασχολεί πάρα πολύ. Νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι, όταν βρεθούμε σε μια αντιπαράθεση, υπερασπιζόμαστε τη θέση μας μέχρι που κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι ο άλλος ίσως έχει δίκιο. Εκεί ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο. Από εγωισμό, από αλαζονεία, επιλέγουμε να μη ζητήσουμε συγγνώμη, να μην κάνουμε πίσω. Συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε κάτι που βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι είναι λάθος. Ο Πενθέας έχει ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Καταλαβαίνει ότι εδώ πια υπάρχει κάτι που ξεπερνά το ανθρώπινο, ότι αγγίζει το θεϊκό στοιχείο. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει. Και νομίζω ότι συνεχίζει σχεδόν αυτοκαταστροφικά. Σαν να ξέρει ήδη τι θα συμβεί κι όμως, πηγαίνει προς τα εκεί. Είναι το κλασικό σχήμα της ύβρεως. Αλλά ακόμη κι έτσι, πιστεύω ότι όλη αυτή η πορεία ξεκινά από μια βαθιά επιθυμία του ίδιου. Ο Πενθέας έχει εμμονή με όσα συμβαίνουν στον Κιθαιρώνα, με τις Βάκχες, επειδή στην πραγματικότητα θέλει να βρίσκεται εκεί. Θέλει να ντυθεί γυναίκα. Θέλει να φορέσει περούκα. Θέλει να συμμετάσχει στη γιορτή, να χορέψει μαζί τους. Απλώς δεν μπορεί να το επιτρέψει στον εαυτό του. Κι έτσι, ό,τι δεν μπορεί να αποδεχτεί, το καταπιέζει και τελικά προσπαθεί να το καταστρέψει.

Στις «Βάκχες» συγκρούονται λογική και ένστικτο, εξουσία και ελευθερία, Θεός και άνθρωπος. Ποιο δίπολο σε απασχολεί περισσότερο;
Νομίζω πως όλα συνδέονται. Αν έπρεπε όμως να ξεχωρίσω κάτι, αυτό θα ήταν η αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί το διαφορετικό από τον ίδιο. Οτιδήποτε δεν μπορώ να καταλάβω, οτιδήποτε δεν χωράει στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, έχω την τάση να το απορρίπτω, να το απαξιώνω, να το συντρίβω.
Είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα γύρω μας στον πλανήτη;
Ακριβώς. Έρχεται ένας ξένος. Και, ειλικρινά, δεν με ενδιαφέρει καν από πού είναι ή ποιος είναι. Δεν κάθομαι να τον γνωρίσω. Είναι διαφορετικός από μένα, άρα τον απορρίπτω. Είναι κάτι που βλέπουμε διαρκώς. Το βλέπουμε απέναντι στους μετανάστες, στους πρόσφυγες, σε οποιονδήποτε θεωρείται «άλλος». Και από εκεί περνάμε εύκολα στην εξουσία. Στον Τραμπ, στους πολέμους που γίνονται αυτή τη στιγμή, σε αυτό το διαρκές παιχνίδι ισχύος. Ζούμε πραγματικά μέσα σε ένα power game. Είμαστε έρμαια ανθρώπων που βρίσκονται σε ισχυρές θέσεις και κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ εμείς παρακολουθούμε αμήχανοι. Αυτό ακριβώς είναι και το έργο. Δύο εξουσίες συγκρούονται: η εξουσία των θεών και η εξουσία των ανθρώπων. Και γύρω τους υπάρχουν οι ακόλουθοι του Διονύσου, που ο Ευριπίδης επιλέγει να βάλει στο κέντρο της ιστορίας αντί για τους πολίτες της Θήβας. Παρακολουθούμε δύο ισχυρές δυνάμεις να συγκρούονται μέχρι τέλους.
(Ο Πενθέας) Είναι σαν τις περιπτώσεις ανθρώπων που στρέφονται με μανία εναντίον μιας ομάδας, ενώ στην πραγματικότητα πολεμούν κάτι που υπάρχει μέσα τους. Ένας καταπιεσμένος μπορεί να γίνει ο πιο ακραίος διώκτης όσων τολμούν να ζήσουν ελεύθερα αυτό που ο ίδιος δεν μπορεί να αποδεχτεί για τον εαυτό του.
Τη μουσική της παράστασης υπογράφουν οι Tiger Lillies. Πώς λειτουργεί αυτή η συνεργασία;
Δυστυχώς δεν έχουμε γνωριστεί ακόμη. Όταν έφτασα στη Σόφια, εκείνοι μόλις έφευγαν. Υπάρχουν κομμάτια τους που είναι συγκλονιστικά. Η δράση συνεχίζεται μέσα στη μουσική και αυτή εντείνει ακόμη περισσότερο τη θεματολογία του έργου. Στη σκηνή της μεταμόρφωσης του Πενθέα συμβαίνει κάτι που δεν είναι ακριβώς ένα ξέφρενο γλέντι· είναι κάτι πολύ πιο βασανιστικό και σκοτεινό.

Μιλώντας για Βάκχες και ξέφρενο γλέντι, ποιο κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής θα έβαζες σε ένα πάρτι για να χορέψουν οι Μαινάδες;
Σίγουρα κάτι από ηλεκτρονική μουσική. Στο μυαλό μου παίζει δυνατά το Psychedelic Doctor των Stryker & Javier Bussola.
Όταν πέσει η αυλαία, τι θα ήθελες να νιώσει ο θεατής; Πώς ελπίζεις να τον έχει μετακινήσει αυτή η παράσταση;
Οι «Βάκχες» είναι γραμμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε στο τέλος πραγματικά δεν ξέρεις τι πρέπει να νιώσεις. Έρχεται ένας θεός, τιμωρεί έναν άνθρωπο που υπήρξε αλαζόνας, αλλά το κάνει με έναν τρόπο ακόμα πιο ακραίο. Τον διαμελίζει. Η μητέρα του τον σκοτώνει χωρίς να το γνωρίζει. Ολόκληρη η οικογένεια καταστρέφεται. Στο τέλος μένει μόνο ένα κατακρεουργημένο σώμα πάνω στη σκηνή. Και λες: «Τι ακριβώς πρέπει να καταλάβω από όλο αυτό;» Δεν υπάρχει λύτρωση. Μόνο σκοτάδι. Ως αναγνώστης του έργου, αυτό βλέπω. . Δεν μπορείς να πεις «καλά να πάθει» ένας άνθρωπος που υφίσταται μια τόσο φρικτή εκδίκηση επειδή δεν αναγνώρισε τη θεϊκή υπόσταση. Ξεκινάμε τη συζήτηση θεωρώντας ότι ο ένας είναι ο θύτης και ο άλλος το θύμα. Και στο τέλος οι ρόλοι αντιστρέφονται. Εκείνος που ξεκίνησε ως θύτης γίνεται θύμα, ενώ ο θεός μετατρέπεται σε τιμωρό.
Μήπως, όμως, μέσα από αυτή την ακραία εκδικητικότητα του Διονύσου, ο Ευριπίδης θέλει τελικά να μας πει κάτι;
Δεν ξέρω. Εγώ αυτό που κρατάω είναι ότι, όταν βλέπεις μια τέτοια καταστροφή, πρέπει πάντα να κάνεις ένα βήμα πίσω και να αναρωτηθείς από πού ξεκίνησαν όλα. Μήπως, τελικά, αν είχε υπάρξει διάλογος αντί για μια διαρκή σύγκρουση εξουσίας, τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί; Για μένα η λύση είναι ο διάλογος. Και η αποδοχή. Αν έχεις τη διάθεση να αποδεχτείς τον άλλον, αντί να τον απορρίψεις μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικός, ίσως να γλιτώσεις όλη αυτή την καταστροφή.

Μιλάς για αποδοχή, διάλογο και σεβασμό στη διαφορετικότητα και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ και να σου σχολιάσω ότι σήμερα ήταν το Pride στην Αθήνα.
Το ξέρω. Άκου τι ζήσαμε σήμερα εδώ, στη Σόφια. Περνούσε από δίπλα μας μια μεγάλη πορεία. Βγάζαμε βίντεο με τη Λουκία (σ.σ.: Μιχαλοπούλου, συμπρωταγωνίστριά του στην παράσταση) και γελούσαμε χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Βλέπαμε εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, σημαίες… Τελικά ήταν μια αντι-Pride πορεία. Μια πορεία «υπέρ της παραδοσιακής οικογένειας», με τον άντρα, τη γυναίκα και τα δύο παιδιά. Εκεί που λες κοίτα πόσο έχουμε προχωρήσει, ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι, τελικά, δεν έχουμε προχωρήσει όσο πιστεύαμε. Δεν ξέρω πώς ακριβώς είναι η κατάσταση εδώ στη Βουλγαρία, γιατί φυσικά δεν ζω εδώ. Απ’ όσα έχω δει όμως, υπάρχει πολύς κόσμος που συμμερίζεται αυτές τις αντιλήψεις. Και θα σου πω και κάτι αστείο. Από τη στιγμή που έβαψα τα μαλλιά μου πλατινέ για την παράσταση, νιώθω ότι είμαι… άλλος άνθρωπος. Ο κόσμος με κοιτάζει συνεχώς στον δρόμο. Στην Αθήνα δεν θα συνέβαινε αυτό. Ούτε στο Μιλάνο. Εδώ όμως το αισθάνεσαι. Και, κατά κάποιον τρόπο, έχει ενδιαφέρον, γιατί νιώθεις ότι μόνο και μόνο με την εικόνα σου υπερασπίζεσαι κάτι διαφορετικό. Δεν έχω δει σχεδόν κανέναν άνθρωπο που να μοιάζει queer στο δρόμο. Τα πράγματα εδώ είναι πολύ πιο αυστηρά διαχωρισμένα. Υπάρχει μια πολύ έντονη εικόνα αρρενωπότητας και, αντίστοιχα, μια υπερβολικά θηλυκοποιημένη εικόνα για τις γυναίκες. Οι άντρες είναι όλοι υπερβολικά γυμνασμένοι, πολύ μάτσο. Οι γυναίκες επίσης ακολουθούν ένα πολύ συγκεκριμένο πρότυπο. Είναι σαν να βλέπεις τα στερεότυπα στην πιο ακραία εκδοχή τους.
Έχεις κάποια εξήγηση γι’ αυτό;
Προσπαθώ να την καταλάβω όσο είμαι εδώ. Δεν μπορώ να πω ότι το βλέπω στους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύουμε. Στο θέατρο συνεργάζομαι με υπέροχους ανθρώπους. Στην καθημερινότητα, όμως, στο ξενοδοχείο, στα μαγαζιά, στο δρόμο, υπάρχει μια ένταση. Οι άνθρωποι είναι πολύ κλειστοί. Δεν γελάει κανείς. Στο γυμναστήριο, για παράδειγμα, νιώθω λες και κάποιος θέλει να με σκοτώσει. Το λέω γελώντας, αλλά πραγματικά είναι μια πολύ διαφορετική ενέργεια.
Αν έβαζα μουσική σε ένα πάρτι με Μαινάδες θα έπαιζα το Psychedelic Doctor των Stryker & Javier Bussola.
Ανήκεις σε μια γενιά ηθοποιών που είναι πολύ ορατή στα social media. Σε ενδιαφέρει να ελέγχεις το αφήγημα;
Είχα Instagram πολύ πριν γίνω γνωστός. Οπότε ο τρόπος που το χρησιμοποιώ δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Δεν μπήκα ποτέ στη διαδικασία να λογοκρίνω τον εαυτό μου. Ανεβάζω ό,τι μου αρέσει. Βέβαια, αν με ρωτήσεις γιατί έχουμε όλοι social media, δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να σου απαντήσω. Έχουν όμως κάποια χρησιμότητα. Από το πιο απλό -να βοηθήσεις να βρεθεί ένας χαμένος σκύλος- μέχρι το να αναδείξεις ένα θέμα που θεωρείς σημαντικό. Εγώ, επίσης, ακολουθώ πολλά ξένα προφίλ από τα οποία εμπνέομαι. Όπως όλα όμως, έτσι κι αυτό είναι θέμα ορίου. Το σημαντικότερο είναι να μη σου τρώει χρόνο από τη ζωή σου. Να μη λειτουργεί σαν εξάρτηση, σαν κάτι που σε απορροφά χωρίς να το καταλαβαίνεις και χαλάει το πρόγραμμά σου.

Είσαι άνθρωπος της οργάνωσης;
Έχω μεγάλο θέμα με τη συνέπεια και την οργάνωση. Προσπαθώ να μη με καταβάλλει το άγχος, αλλά είναι και ζήτημα χαρακτήρα, ίσως και DNA. H σημασία της καλής οργάνωσης είναι κάτι που μου κληροδότησαν οι γονείς μου. Όλα ήταν σε τάξη. Νιώθω ότι πολλά από όσα είμαι σήμερα οφείλονται σε εκείνους.
Αν έπρεπε να πεις σε κάποιον μέσα σε δύο προτάσεις, ποιος είναι ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, τι θα ήθελες να ξέρει για σένα;
Ότι μαζί μου θα περάσει πολύ ωραία. Αυτό μου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να πει κάποιος αν είμαι καλός ηθοποιός, αλλά ότι συνεργαστήκαμε υπέροχα, ότι υπήρχε χαρά στη διαδικασία. Νομίζω πως αυτό το έχω καταφέρει.
Μόλις ολοκλήρωσες τα γυρίσματα της σειράς «Να μ’ αγαπάς». Υπάρχει ήδη κάτι που σε περιμένει την επόμενη σεζόν;
Τον χειμώνα θα είμαι στο Εθνικό Θέατρο, στο «Πολύ κακό για το τίποτα» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου. Θα υποδυθώ τον Κλαύδιο. Χαίρομαι πάρα πολύ γιατί ήθελα απεγνωσμένα να κάνω κωμωδία. Χαίρομαι που θα ξαναδουλέψω με τον Κωνσταντίνο. Τον εκτιμώ απεριόριστα και θεωρώ ότι έχει αδιανόητο ταλέντο. Ένας λόγος που με συγκινεί αυτή η δουλειά είναι ότι θα εγκαινιάσουμε τη νέα σκηνή του Rex… Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, όλη μου η προσοχή είναι στις «Βάκχες» αυτή τη στιγμή. Είναι σαν να τρέχω έναν μαραθώνιο μέχρι την Επίδαυρο. Οπότε προσπαθώ να κρατάω δυνάμεις.
Βάκχες του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» – Javor Gardev, με τους The Tiger Lillies, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 10 και 11 Ιουλίου 2026.



