Η Θεοδώρα Μπάκα, μονωδός και μεσόφωνος, ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία από την πόλη καταγωγής της, τη Λάρισα, και πλεόν έχει χαράξει τον δικό της μοναδικό δρόμο στον χώρο της μουσικής, συνδυάζοντας παλαιά ακούσματα, την όπερα και το ελληνικό παραδοσιακό και ρεμπέτικο τραγούδι.
Με σημαντικές συνεργασίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό και σταθερή παρουσία στη σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή, συμμετέχει στις 12 Ιουνίου στην παράσταση «Μπαρόκ: Η χρυσόσκονη μιας κρίσης και η ηχώ μιας υπόσχεσης» στο Ωδείο Αθηνών, μαζί με τον Γιώργο Πατεράκη, το σύνολο String Theory και το Ex Silentio.
Με αφορμή αυτή την εμφάνιση, μιλά στο Marie Claire για τη μουσική ως πολιτική πράξη, για τα έργα που τη συγκινούν βαθύτερα αλλά και για το πώς διατηρεί τη δική της καλλιτεχνική ταυτότητα μέσα σε ένα τόσο ευρύ ρεπερτόριο.
Στις 12 Ιουνίου στο Ωδείο Αθηνών συμμετέχετε σε μια υπέροχη μουσική παράσταση. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον Γιώργο Πατεράκη και τη String Theory για αυτή την παράσταση και τι ήταν εκείνο που σας έπεισε να συμμετάσχετε;
Από την πρώτη επικοινωνία μας με τον Γ. Πατεράκη αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για έναν καλλιτέχνη που εκτός από ταλέντο και βαθιά γνώση της μουσικής, διαθέτει μια – σπάνια για τον χώρο μας- ικανότητα να «στήνει» μουσικά προγράμματα όπου η απόλαυση της μουσικής συνυπάρχει με την διέγερση του μυαλού γύρω από φιλοσοφικά, κοινωνικά, πολιτικά, επιστημονικά ζητήματα.
Κι όλο αυτό γίνεται χωρίς καμία σοβαροφάνεια, αλλά μία ανατρεπτική διάθεση που όχι μόνο δεν αντιμάχεται τη μουσική αλλά κάνει την εμπειρία της ακρόασης της ακόμα πιο ουσιαστική και συγκινητική. Για την συγκεκριμένη παράσταση ο Γιώργος Πατεράκης ζήτησε την σύμπραξη του Δημήτρη Κούντουρα, και του συνόλου Παλαιάς Μουσικής Ex Silentio, του οποίου είμαι σταθερή συνεργάτης εδώ και 20 χρόνια περίπου. Ο συνδυασμός αυτών των καλλιτεχνών αποτέλεσε για μένα εγγύηση για ένα, σίγουρα, άκρως ενδιαφέρον μουσικό εγχείρημα.
Η παράσταση συνδυάζει τη μουσική και με πολιτικό σχόλιο – πώς βιώνετε εσείς αυτή τη σύνθεση ως ερμηνεύτρια;
Το να κάνεις τέχνη είναι ούτως ή άλλως μια πολιτική πράξη. Ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης παράστασης όμως, θεωρώ ότι μου δίνει το βήμα για ένα πιο στοχευμένο, ενδεχομένως και πιο εποικοδομητικό σχόλιο σ’ αυτά που συμβαίνουν τώρα στον πλανήτη.

Ποιο κομμάτι του προγράμματος σας συγκινεί περισσότερο και γιατί;
Σίγουρα ο θρήνος της τραγικής βασίλισσας Διδώς από την όπερα του H. Purcell «Διδώ και Αινείας». Είναι από τα πιο συγκινητικά κομμάτια.
Τι πιστεύετε ότι θα πάρει μαζί του το κοινό όταν φύγει από αυτή την παράσταση;
Ιδανικά, ελπίζω να πάρει κουράγιο και κάποια αισιοδοξία, ό,τι δηλαδή του στερεί ο καταιγισμός των πολιτικών ειδήσεων.
Το ρεπερτόριό σας εκτείνεται από την παλαιά μουσική ως το παραδοσιακό τραγούδι — πώς διατηρείτε μια ενιαία καλλιτεχνική ταυτότητα μέσα σε τόση ποικιλία;
Είτε τραγουδώ κάτι μεσαιωνικό, ένα προπολεμικό ρεμπέτικο, μια άρια του Μότσαρτ ή ένα τραγούδι του Θεοδωράκη, προσπαθώ πάντα να αφουγκράζομαι το βίωμα του δημιουργού όπως προκύπτει από το ιστορικό/κοινωνικό/γεωγραφικό/γλωσσολογικό πλαίσιο. Η φωνή καταφέρνει έτσι να μεταμορφώνεται ενώ η ματιά στα πράγματα ανήκει στο ίδιο άτομο και εξαρτάται από την δική του προσωπικότητα και τα βιώματα. Θα έλεγα λοιπόν ότι η «ενιαία καλλιτεχνική ταυτότητα» διατηρείται λόγω της ανάγκης μου να ασχοληθώ με μουσικές που αγαπώ. Φοβάμαι όμως ότι το κοινό νιώθει πιο άνετα όταν μπορεί να κατηγοριοποιήσει τα πράγματα.
Πώς είναι να είσαι γυναίκα σε έναν χώρο – αυτόν της κλασικής και παλαιάς μουσικής – που παραδοσιακά κυριαρχείται από άνδρες μαέστρους και διευθυντές;
Δεν έχω βιώσει κάποιον αρνητικό διαχωρισμό στον χώρο μας ως γυναίκα τραγουδίστρια. Ίσως για τις μαέστρους να ισχύει -ή τουλάχιστον να ίσχυε παλαιότερα κάτι τέτοιο.

Μπαρόκ: η χρυσόσκονη μιας κρίσης και η ηχώ μιας υπόσχεσης
Μουσική παράσταση στις 12 Ιουνίου 2026. ‘Εναρξη στις 21:00
Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο Ιωάννης Δεσποτόπουλος



