Μόλις τον περασμένο Φεβρουάριο η Duffy αποκάλυψε μέσω των social media το σοκαριστικό λόγο της εξαφάνισής της από τη δημοσιότητα την τελευταία δεκαετία. Οι περισσότεροι είχαν συμπεράνει ότι πρόκειται για έναν ακόμη διάττοντα αστέρα του μουσικού στερεώματος που μετά τη σαρωτική του επιτυχία το 2008, έσβησε λίγα χρόνια μετά.

Παρόλα αυτά, η Ουαλή τραγουδίστρια έσπασε τη σιωπή της, εξηγώντας πως παράτησε την καριέρα της γιατί είχε πέσει θύμα απαγωγής και βιασμού κατ’ εξακολούθηση χωρίς να επεκταθεί παραπάνω. Τώρα, μέσα από ένα κείμενο 3.600 λέξεων που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της εξηγεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όλα όσα της συνέβησαν, όπως επίσης μιλά και για το μακρύ χρονικό διάστημα που χρειάστηκε να περάσει απομονωμένη για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το τεράστιο ψυχολογικό τραύμα που έφερε.

«Ήταν στα γενέθλιά μου, με νάρκωσαν σε ένα εστιατόριο, ήμουν ναρκωμένη επί 4 εβδομάδες και ταξίδεψα σε ξένη χώρα», γράφει. Στο μεταξύ, ο δράστης, του οποίου το όνομα δεν αποκαλύπτει άφηνε υπονοούμενα ότι ήθελε να τη σκοτώσει.

Το συγκλονιστικό απόσπασμα:
«Ήταν τα γενέθλιά μου. Με νάρκωσαν σε ένα εστιατόριο, με νάρκωναν επί τέσσερις εβδομάδες και ταξίδεψα σε μια ξένη χώρα. Δεν θυμάμαι να μπαίνω στο αεροπλάνο και ανέκτησα τις αισθήσεις μου ενώ βρισκόμουν στο πίσω κάθισμα ενός οχήματος εν κινήσει. Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και ο δράστης επέστρεψε και με βίασε. Θυμάμαι τον πόνο και την προσπάθεια να διατηρήσω τις αισθήσεις μου στο δωμάτιο αφού συνέβη.

Ήμουν κλεισμένη μαζί του για μία ακόμη μέρα. Δεν με κοιτούσε, έπρεπε να περπατάω πίσω του, είχα μερική συνείδηση για το τι μου συνέβαινε αλλά ήμουν χαμένη. Θα μπορούσε να με είχε ξεφορτωθεί. Σκέφτηκα το ενδεχόμενο να το σκάσω για τη γειτονική πόλη ενώ κοιμόταν, αλλά δεν είχα χρήματα και φοβόμουν ότι θα καλούσε την αστυνομία μετά την απόδρασή μου, και ότι ίσως με εντόπιζαν ως αγνοούμενο άτομο. Δεν ξέρω πού βρήκα τη δύναμη να αντέξω εκείνες τις ημέρες, αισθανόμουν όμως μια παρουσία που με βοήθησε να παραμείνω ζωντανή.

Γύρισα πίσω αεροπορικώς μαζί του. Παρέμενα ήρεμη και όσο φυσιολογική μπορούσα να είμαι υπό αυτές τις συνθήκες. Όταν γύρισα σπίτι, κάθισα, ζαλισμένη, σαν ζόμπι.
Ήξερα ότι η ζωή μου κινδύνευε άμεσα, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ήθελε να με σκοτώσει. Με την ελάχιστη δύναμη που μου είχε απομείνει, το ένστικτό μου μού έλεγε να τρέξω, να το σκάσω και να βρω κάπου να ζήσω που δεν θα μπορούσε να με εντοπίσει. Ο δράστης με κρατούσε ναρκωμένη σπίτι μου τέσσερις εβδομάδες. Δεν ξέρω αν με βίασε εκεί, μέσα σε αυτό το διάστημα, θυμάμαι μόνο να συνέρχομαι στο αυτοκίνητο στην ξένη χώρα και την απόδρασή μου, η οποία θα συνέβαινε τις επόμενες ημέρες.

Δεν ξέρω γιατί δεν με νάρκωσε στο εξωτερικό. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι μου χορηγούσε ένα σκληρό ναρκωτικό, και ότι δεν μπορούσε να το πάρει μαζί του στο αεροπλάνο. Αφού συνέβη, κάποιος που ήξερα πέρασε από το σπίτι μου και με είδε στο μπαλκόνι να κοιτάζω το κενό, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Δεν θυμάμαι να γυρίζω σπίτι. Το άτομο αυτό είπε ότι ήμουν κατακρίτρινη και έμοιαζα με νεκρή. Προφανώς φοβήθηκε για εμένα αλλά δεν ήθελε να ανακατευτεί, δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Μετά από όλα αυτά, δεν αισθανόμουν ασφαλής να πάω στην αστυνομία. Ένιωθα πως αν πήγαινε κάτι λάθος, θα ήμουν νεκρή, θα με είχε σκοτώσει. Δε μπορούσα να ρισκάρω το ενδεχόμενο ενός κακού χειρισμού ή ότι θα διέρρεε στη δημοσιότητα ενόσω κινδύνευα. Έπρεπε να ακολουθήσω τα ένστικτά μου. Το είπα σε δύο γυναίκες αστυνομικούς σε δύο άλλες απειλητικές περιστάσεις μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια και έχει καταγραφεί.

Κάποιος με εκβίασε ότι θα αποκαλύψει την ιστορία και έπρεπε να πω στη μία αστυνομικό τις πληροφορίες που είχε για μένα και γιατί ο εκβιασμός ήταν τόσο τρομακτικός. Το δεύτερο περιστατικό ήταν όταν τρεις άνδρες προσπάθησαν να διαρρήξουν το σπίτι μου και τότε είπα στη δεύτερη αστυνομικό για τον βιασμό.Την ταυτότητα του βιαστή θα πρέπει να διαχειριστεί μόνο η αστυνομία, και αυτό είναι μεταξύ εμού και αυτών».

Η Duffy σε κάποιο σημείο επισημαίνει ότι σκέφτηκε να αλλάξει το όνομά της «για να εξαφανιστεί σε μια άλλη χώρα και να γίνει ίσως ανθοπώλης ή κάτι τέτοιο, έτσι ώστε να μπορέσει να βάλει πίσω το παρελθόν, να ξεκινήσει μια νέα ζωή και να μην προβληματίζει κάποιον άλλο με αυτό, να το κουβαλάει μόνη της». Το τραύμα της εμπειρίας της προφανώς έβλαψε και την ερωτική της ζωή: «Ο καθένας θα με βομβάρδιζε με την αγάπη του και θα ήθελε το πρόσωπο στο εξώφυλλο του άλμπουμ, ενώ εγώ ήμουν μόνο ένα πληγωμένο άτομο. Ήταν μάταιο».

Η απομόνωση της τρέχουσας πανδημίας του κορωνοϊού, μαζί με την εκτεταμένη ψυχοθεραπεία που έκανε λειτούργησαν καταλυτικά στην απόφασή της να δημοσιοποιήσει την ιστορία της. «Θρηνούσα ευχόμενη να είχε συμβεί κάτι άλλο, αλλά συνέβη και έπρεπε να το αντιμετωπίσω. [..] Το κάνω αυτό για να ελευθερωθώ, για να ελευθερωθεί ολόκληρος ο εαυτός μου. Μένει να δούμε τι θα ακολουθήσει. […] Σήμερα, γράφει: “Μπορώ τώρα να αφήσω αυτή τη δεκαετία πίσω. Όπου ανήκει το παρελθόν. Ας ελπίσουμε ότι δε θα υπάρχουν άλλες ερωτήσεις “τι συνέβη στη Duffy”, τώρα ξέρετε … και είμαι ελεύθερη».

Ολόκληρο το κείμενο της Duffy, το διαβάζεις εδώ.