Από τη Σοφία Μανδηλαρά, Φωτογράφος: Κέλλυ Φίλιου
Από το 1989, όταν η Μαρία Καρχιλάκη ξεκίνησε την πορεία της στο διεθνές δελτίο, μέχρι σήμερα οι διεθνείς συγκρούσεις φαίνεται να κάνουν έναν ατελείωτο κύκλο. Έχει καλύψει από την πρώτη γραμμή την Παλαιστινιακή Ιντιφάντα, τους πολέμους στη Βοσνία, στο Ιράκ και τον Λίβανο, τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στο Βελιγράδι και τη σύγκρουση στο Κόσοβο, τις επαναστάσεις στο Κάιρο και τη Λιβύη – και συνεχίζει. Γιατί η Γη ακόμα φλέγεται, οι έρευνες των δημοσιογράφων στρέφονται ξανά και ξανά στις ίδιες ταλαιπωρημένες περιοχές. «Διότι τα βασικά προβλήματα δεν αντιμετωπίστηκαν σε βάθος. Είτε πάγωσαν, είτε κουκουλώθηκαν, είτε μετατέθηκαν για αργότερα» λέει στο Marie Claire η Μαρία Καρχιλάκη.
Αναλύοντας την κατάσταση στη Γάζα, την οποία έχει επανειλημμένα καλύψει και από το πεδίο σε προηγούμενες φάσεις της σύγκρουσης, σημειώνει ότι «δεν ξέσπασε ξαφνικά. Είναι μια ανοιχτή πληγή δεκαετιών, με ανθρώπους εγκλωβισμένους σε συνθήκες που διαχρονικά γεννούν απόγνωση, θυμό και βία. Όταν μεγαλώνεις χωρίς προοπτική, χωρίς κανονικότητα, χωρίς αίσθηση μέλλοντος, η βία συχνά προκύπτει ως αποτέλεσμα». Όπως σημειώνει η ίδια, «προφανώς το Ισραήλ έχει δικαίωμα στην ασφάλεια των πολιτών του. Αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Ζει εδώ και δεκαετίες με μια πραγματική, υπαρξιακή απειλή». Όμως, «το πρόβλημα ξεκινά όταν το δικαίωμα στην ασφάλεια δεν συνοδεύεται από πολιτική προοπτική και αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός. Επίσης, όταν οι ηγεσίες -και αναφέρομαι στις ηγεσίες που εκπροσωπούν σήμερα τις δύο πλευρές του συγκρουσιακού πλαισίου- δεν λειτουργούν ως φορείς πολιτικής λύσης, αλλά ως διαχειριστές μιας μόνιμης σύγκρουσης, τότε ο κύκλος δεν κλείνει. Η σύγκρουση αυτοτροφοδοτείται».
Η σύγκρουση στη Γάζα, όπως και ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στο Ιράν επανέρχονται στην επικαιρότητα με όλο και μεγαλύτερη ανασφάλεια σχετικά με την αξιοπιστία των ειδήσεων. Η κατασκευή εικόνας και ψευδών πληροφοριών είναι πλέον τόσο εύκολη που η αλήθεια γίνεται δυσδιάκριτη, ειδικά όταν υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να είναι πεντακάθαρη. «Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος», λέει η Μαρία Καρχιλάκη. Κι εκεί έρχεται ο ρόλος του έμπειρου δημοσιογράφου, του επίμονου ανταποκριτή που κάνει τη διαφορά. «Η αλήθεια ξεχωρίζει με πολλή δουλειά. Με διάβασμα, με βαθιά γνώση των αιτιών κάθε σύγκρουσης, με συνεχή παρατήρηση και επιτόπιο ρεπορτάζ. Και, κυρίως, με κουβέντα με τους ανθρώπους που ζουν τον πόλεμο. Εκεί καταλαβαίνεις τι γεννά τη δυσανεξία προς τον “απέναντι”». Η ίδια άντλησε γνώσεις από την Κοινωνιολογία και την Κοινωνική Ψυχολογία τις οποίες μελέτησε, αλλά όπως εξηγεί, «όσο μεγαλώνεις, ερμηνεύεις καλύτερα. Δεν εντυπωσιάζεσαι εύκολα, δεν παρασύρεσαι και μαθαίνεις να ακούς και όσα δεν λέγονται».
«Η αλήθεια ξεχωρίζει με πολλή δουλειά. Με διάβασμα, με βαθιά γνώση των αιτιών κάθε σύγκρουσης, με συνεχή παρατήρηση και επιτόπιο ρεπορτάζ. Και, κυρίως, με κουβέντα με τους ανθρώπους που ζουν τον πόλεμο. Εκεί καταλαβαίνεις τι γεννά τη δυσανεξία προς τον “απέναντι”»
Μέσα σε όλα τα άλλα, ο πόλεμος, οι φυσικές καταστροφές, οι υγειονομικοί συναγερμοί κ.λπ. προβάλλονται πλέον σαν ταινίες μικρού μήκους. Με υποβλητική μουσική και αφηγήσεις που έχουν ως στόχο να συγκινήσουν ή με λεξιλόγιο βαθιά συναισθηματικό για να πετύχουν περισσότερα κλικ και shares, οι ειδήσεις χάνονται υπό το βάρος της αισθητικοποίησής τους, όπως ονομάζεται το φαινόμενο. Ωστόσο, η Μ. Καρχιλάκη θεωρεί ότι αυτό «με τον έναν ή τον άλλον τρόπο υπήρχε πάντα». Για εκείνη «η μεγάλη αλλαγή είναι ότι ο πόλεμος μετακόμισε στο feed και στο σκρολάρισμα. Στο ίδιο λεπτό μπορεί να δεις ένα στιγμιότυπο καταστολής από το Ιράν και αμέσως μετά έναν σεφ να σου προτείνει japanese cheesecake. Όλα μπαίνουν στην ίδια μαρμίτα και ισοπεδώνονται ως περιεχόμενο». Όπως τονίζει χαρακτηριστικά: «Παλιά υπήρχε πλαίσιο. Άνοιγες εφημερίδα, έβλεπες δελτίο, ήξερες ότι τώρα μπαίνεις σε ζώνη ειδήσεων. Σήμερα το πλαίσιο σπάει. Η πληροφορία έρχεται σε μικρά κομμάτια, με τεράστια ταχύτητα και συχνά εξατομικευμένα από αλγόριθμους που ανταμείβουν το σοκ και όχι την κατανόηση». Ωστόσο, «αυτό δεν σημαίνει ότι φταίνε οι χρήστες. Είναι ο τρόπος που είναι δομημένο το περιβάλλον. Το κοινό έτσι είτε παρασύρεται από το πιο δυνατό στιγμιότυπο, είτε μουδιάζει και αποσύρεται. Ακόμη και όταν κινητοποιείται, συχνά είναι για λίγο».
«Παλιά υπήρχε πλαίσιο. Άνοιγες εφημερίδα, έβλεπες δελτίο, ήξερες ότι τώρα μπαίνεις σε ζώνη ειδήσεων. Σήμερα το πλαίσιο σπάει. Η πληροφορία έρχεται σε μικρά κομμάτια, με τεράστια ταχύτητα και συχνά εξατομικευμένα από αλγόριθμους που ανταμείβουν το σοκ και όχι την κατανόηση».
Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, πώς αποφασίζει ο υπεύθυνος για τη μετάδοση της είδησης σε ποιον βαθμό θα εκθέσει το κοινό στη βαρβαρότητα; Υπάρχουν πλάνα, φωτογραφίες, στιγμές που δεν χωράνε σε λέξεις. Εχει όμως νόημα για τον άνθρωπο που βρίσκεται στο σαλόνι του να δει την πλήρη έκταση του ερέβους; «Το κριτήριο για μένα είναι ένα. Βοηθά το οπτικό υλικό τον κόσμο να καταλάβει τι συμβαίνει ή απλώς σοκάρει; Δεν μ’ ενδιαφέρει η ένταση της εικόνας, με ενδιαφέρει αν προσθέτει κατανόηση. Αν πρέπει να μιλήσω για ένα νεκρό ή να περιγράψω μια σκηνή ακραίας βίας, θα το κάνω με ακρίβεια και μέτρο. Το πλαίσιο θα δώσω, όχι την ωμότητα για την ωμότητα. Γι’ αυτό και λέω συνέχεια -και στον εαυτό μου και στους συνεργάτες μου- ότι η δημοσιογραφία έχει πάντα ηθικό βάρος. Στον πόλεμο όμως το κουβαλάς κάθε λεπτό», υπογραμμίζει. Φυσικά, το ερώτημα που ακολουθεί είναι τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι μπροστά στην αδικία. Με την εμπειρία δεκαετιών στα μέτωπα της μεγαλύτερης ανθρώπινης απελπισίας, η Μαρία Καρχιλάκη θεωρεί ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. «Έχω προβληματιστεί πολύ μ’ αυτό. Αλλά το να μη συνηθίζεις το ψέμα, να προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει και να κρατάς την ανθρωπιά σου, δεν είναι αμελητέο. Είναι πράξη αντίστασης».

Όμως αυτή την πράξη αντίστασης, δηλαδή το να μη στρέφει κανείς το βλέμμα αλλού, να κρατάει την εγρήγορσή του απέναντι στα γεγονότα, σύμφωνα με έρευνες όλο και περισσότεροι άνθρωποι την εγκαταλείπουν, καθώς καταγράφεται διεθνώς μια τάση αποφυγής της ενημέρωσης άνευ προηγουμένου. «Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι απλώς δεν αντέχουν άλλο βάρος», σημειώνει η Μ. Καρχιλάκη. «Η καθημερινότητα είναι ήδη δύσκολη. Οι ειδήσεις προσθέτουν συχνά μια αίσθηση αδιεξόδου. Είναι απολύτως ανθρώπινο. Το αντίδοτο, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι να ελαφρύνουμε την πραγματικότητα, αλλά να ασχολούμαστε με όσα έχουν πραγματική σημασία για τη ζωή των ανθρώπων. Να εξηγούμε τι συμβαίνει, γιατί συμβαίνει και ποιες είναι οι συνέπειες. Και όπου υπάρχει δυνατότητα, να φωτίζουμε και το πώς αντιμετωπίστηκε ένα πρόβλημα, τι λειτούργησε, τι όχι».
«Η καθημερινότητα είναι ήδη δύσκολη. Οι ειδήσεις προσθέτουν συχνά μια αίσθηση αδιεξόδου. Είναι απολύτως ανθρώπινο. Το αντίδοτο, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι να ελαφρύνουμε την πραγματικότητα, αλλά να ασχολούμαστε με όσα έχουν πραγματική σημασία για τη ζωή των ανθρώπων».
Οι άνθρωποι λοιπόν νιώθουν να πνίγονται και αποφεύγουν να εκτίθενται σε περισσότερη πληροφορία περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Όμως, για τη Μαρία Καρχιλάκη «η βαρβαρότητα ήταν πάντα η ίδια». Τονίζει ότι η διαφορά δεν είναι στην ένταση της βίας, αλλά «στην αδιάκοπη έκθεσή μας σε αυτήν. Αυτό από μόνο του αλλάζει την εμπειρία του πολέμου για τον θεατή και τον πολίτη. Δεν προλαβαίνεις να αποστασιοποιηθείς, να επεξεργαστείς, να καταλάβεις. Η εικόνα σε κατακλύζει. Επιπροσθέτως, ο πόλεμος δεν περιορίζεται πια μόνο στο πεδίο της μάχης. Απλώνεται στην πληροφορία/παραπληροφόρηση, στην οικονομία, στην καθημερινότητα. Οι κοινωνίες ζουν μέσα στη σύγκρουση ακόμη και όταν δεν πέφτουν βόμβες. Και πολλές συγκρούσεις δεν τελειώνουν καθαρά. Δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο τέλος, ένας κύκλος που κλείνει. Υπάρχουν παρατεταμένες καταστάσεις αστάθειας, με εξάρσεις και υφέσεις, που κρατούν τους ανθρώπους σε μόνιμη ανασφάλεια».
«Οι κοινωνίες ζουν μέσα στη σύγκρουση ακόμη και όταν δεν πέφτουν βόμβες. Και πολλές συγκρούσεις δεν τελειώνουν καθαρά. Δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο τέλος, ένας κύκλος που κλείνει. Υπάρχουν παρατεταμένες καταστάσεις αστάθειας, με εξάρσεις και υφέσεις, που κρατούν τους ανθρώπους σε μόνιμη ανασφάλεια».
Μια ζωή γεμάτη ιστορικές στιγμές
Βρέθηκε στη δημοσιογραφία «τυχαία», όπως λέει, όταν το Πάντειο Πανεπιστήμιο οργάνωσε τα πρώτα μεταπτυχιακά σεμινάρια για τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. «Ήταν μια μεταβατική περίοδος τότε. Τα πρώτα μη κρατικά μέσα έκαναν την εμφάνισή τους, κυρίως η δημοτική ραδιοφωνία, και υπήρχε έντονο ακαδημαϊκό και κοινωνικό ενδιαφέρον γύρω από το πώς αλλάζει η ενημέρωση. Για τις ανάγκες της πρακτικής μου βρέθηκα στον Δίαυλο 10, το διαδημοτικό ραδιόφωνο της Δυτικής Αττικής. Μπορεί να μη μακροημέρευσα εκεί, αλλά κάπως έτσι άνοιξε ένας δρόμος που τελικά αποδείχθηκε μακρύς». Η πολεμική ανταπόκριση ήταν για εκείνη σχεδόν «φυσική συνέχεια». «Πέρα από το ότι μπορώ να την κάνω χωρίς να με καταβάλλει, για μένα είναι η δημοσιογραφία με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Όπως τη φαντάζεται κάθε δημοσιογράφος στον ξύπνιο και στον ύπνο του. Είναι προνόμιο να είσαι μάρτυρας Ιστορίας. Να αναμετράσαι διαρκώς με τον εαυτό σου, όχι με το μπόι σου. Και πάνω απ’ όλα, να είσαι πραγματικά χρήσιμος – ένας ειλικρινής αγγελιαφόρος όχι μόνο για όσους δεν είναι εκεί, αλλά και εκείνους που είναι εκεί και χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς», λέει χαρακτηριστικά.
«Είναι προνόμιο να είσαι μάρτυρας Ιστορίας. Να αναμετράσαι διαρκώς με τον εαυτό σου, όχι με το μπόι σου. Και πάνω απ’ όλα, να είσαι πραγματικά χρήσιμος – ένας ειλικρινής αγγελιαφόρος όχι μόνο για όσους δεν είναι εκεί, αλλά και εκείνους που είναι εκεί και χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς»
Η δημοσιογραφία κρίσεων, όπως ονομάζεται πλέον ο κλάδος όσων τρέχουν προς τα εκεί από όπου όλοι οι υπόλοιποι φεύγουν, καλύπτει και τις φυσικές καταστροφές. Η Μαρία Καρχιλάκη από τη διαδρομή της δεν ξεχωρίζει κάποια πολεμική σύγκρουση, αλλά τους σεισμούς του 1999 στην Τουρκία. «Ισοπεδώθηκαν ολόκληρες γειτονιές. Πολυκατοικίες, και μαζί τους οι άνθρωποι που έμεναν εκεί έγιναν σκόνη. Διότι ο Εγκέλαδος χτύπησε ξημερώματα και οι άνθρωποι κοιμόντουσαν. Ελάχιστοι γλίτωσαν. Τους νεκρούς τους έθαβαν μαζικά σε τάφους που άνοιγαν μπουλντόζες σε λόφους. Σε κάθε πολυκατοικία αντιστοιχούσε ένας ομαδικός τάφος. Δεν υπήρχαν ονόματα, μόνο μια πρόχειρη πινακίδα με τον δρόμο και τον αριθμό. Αυτόν τον απόλυτο αφανισμό της ταυτότητας θα τον θυμάμαι όσο ζω».
Από την άλλη, η πιο τρομακτική στιγμή που έχει ζήσει ήταν στο Κόσοβο, επίσης το 1999. «Πρίστινα. Πρώτο βράδυ των νατοϊκών βομβαρδισμών. Μέναμε στο ξενοδοχείο των δημοσιογράφων. Κάποια στιγμή μπαίνουν μέσα αστυνομικοί του Μιλόσεβιτς. Μας βγάζουν με τη βία από τα δωμάτια επειδή κινηματογραφούσαμε απ’ τα παράθυρα τα σερβικά αντίποινα κατά των αλβανοφώνων. Φωνές, βρισιές, απειλές. Εσπαγαν κάμερες. “Pusti kamerou” -που στα σέρβικα σημαίνει “άσε την κάμερα κάτω”- ουρλιάζει ένας απ’ αυτούς στον οπερατέρ μου, τον Μανόλη Δημελά, και πριν προλάβω να μεταφράσω, πυροβολεί. Δεν ξέρω αν αστόχησε ή αν δεν ήθελε να σκοτώσει. Ξέρω μόνο ότι η σφαίρα καρφώθηκε στο διακοσμητικό τζάμι, ακριβώς πάνω απ’ το σημείο που στεκόμασταν. Το είδα την επόμενη μέρα. Και ξανά μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, όταν επέστρεψα στην Πρίστινα για ρεπορτάζ. Όσο για το καλό, δεν ξέρω. Δεν νομίζω ότι κερδίζει. Ή, τουλάχιστον, δεν μου ’χει τύχει εμένα. Και ξέρετε τι με βαραίνει πιο πολύ; Οι ηλικιωμένοι πρόσφυγες. Η θωριά τους. Οι ιστορίες τους. Ο τρόπος που μιλούν για σπίτια, χωριά, ζωές που χάθηκαν, χωρίς θυμό. Μόνο με κούραση».

Έχοντας ταξιδέψει σε τόσο διαφορετικά σημεία, τόσο διαφορετικές περιόδους, έχει πλέον την οξύνοια να διακρίνει τα προειδοποιητικά σημάδια προτού σπάσει μια κοινωνία. «Και σημάδια υπάρχουν και μοτίβο. Συνήθως οι πρώτοι που διαβάζουν τι έρχεται είναι οι έμποροι. Μεταφέρουν το εμπόρευμά τους και κλειδώνουν τα μαγαζιά τους. Μετά, όσοι έχουν τη δυνατότητα εγκαταλείπουν την πόλη ή τη χώρα. Στο επόμενο στάδιο εμφανίζονται ένοπλες ομάδες, πλιάτσικο, κατάρρευση της καθημερινής τάξης. Όταν χαθεί η κανονικότητα, η βία έχει ήδη ξεκινήσει».
Ενώ διαπιστώνει κοινά σημεία μεταξύ της βίας που εκδηλώνεται στις διεθνείς κρίσεις, θεωρεί ότι η διαφορά έγκειται στην αφετηρία. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο Σουδάν ή στο Ιράν, οι εντάσεις έχουν ισχυρές εσωτερικές ρίζες, δηλαδή κοινωνικές ανισότητες, πολιτικό αποκλεισμό, χρόνια συσσωρευμένη πίεση. Σε άλλες, όπως στη Γάζα, αυτές οι εσωτερικές δυναμικές συνυπάρχουν με ένα ασφυκτικό εξωτερικό πλαίσιο, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η Ουκρανία αποτελεί μια διαφορετική περίπτωση, με την έννοια ότι η σύγκρουση εντάσσεται πρωτίστως σε μια ευρύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση, η οποία μεταφέρεται στο έδαφος μιας χώρας και ανατρέπει βίαια μια κοινωνία που μέχρι τότε λειτουργούσε. Εκείνο όμως που επαναλαμβάνεται είναι το ανθρώπινο αποτύπωμα της βίας – η απώλεια, ο φόβος, ο ξεριζωμός, η καθημερινότητα που διαλύεται».
«Συνήθως οι πρώτοι που διαβάζουν τι έρχεται είναι οι έμποροι. Μεταφέρουν το εμπόρευμά τους και κλειδώνουν τα μαγαζιά τους. Μετά, όσοι έχουν τη δυνατότητα εγκαταλείπουν την πόλη ή τη χώρα. Στο επόμενο στάδιο εμφανίζονται ένοπλες ομάδες, πλιάτσικο, κατάρρευση της καθημερινής τάξης».
Παρ’ όλα αυτά, εκείνη κρατάει το βλέμμα και το μυαλό της καθαρό, ανοιχτά στο αύριο. «Είμαι αισιόδοξη από γεννησιμιού μου. Βλέπω, και μου αρέσει να βλέπω, το ποτήρι μισογεμάτο. Γι’ αυτό και μου ταιριάζει πολύ αυτό που έλεγε ο Γκράμσι: “Απαισιοδοξία της νόησης, αισιοδοξία της βούλησης”. Να ξέρεις πόσο άσχημα είναι τα πράγματα και παρ’ όλα αυτά να μη σταματάς να προσπαθείς. Για μένα αυτή είναι η μόνη αισιοδοξία που έχει νόημα. Αν τη χάσω, χάνω και τον λόγο που κάνω αυτή τη δουλειά». Όπως σημειώνει, θεωρεί ότι πρόκειται σε κάποιο βαθμό και για «εσωτερικό μηχανισμό αντοχής». Για όσους κάνουν αυτή τη δουλειά, «είναι η ικανότητα να στεκόμαστε μέσα σε ακραίες καταστάσεις χωρίς να παραλύουμε. Υπάρχει μεγαλύτερη αντοχή στο στρες και μια φυσική τάση να βάζεις ένα εσωτερικό όριο ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπεις και σ’ αυτό που σε κατακλύζει. Αυτό δεν σημαίνει ψυχρότητα, ούτε απουσία ενσυναίσθησης. Σημαίνει ότι μπορείς να παραμείνεις λειτουργικός μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κόστος. Σε αρκετούς συναδέλφους τα τραύματα εμφανίζονται εκ των υστέρων με τη μορφή μετατραυματικού στρες. Όταν επιστρέφεις και πέφτει η ένταση. Γι’ αυτό και η επιστροφή από ένα μέτωπο είναι εξίσου κρίσιμη με την παρουσία σε αυτό. Χρειάζεται χρόνος, απόσταση, επαναφορά στην κανονικότητα και όπου είναι αναγκαίο, επαγγελματική υποστήριξη. Στην πράξη, αυτό το τελευταίο δεν είναι πάντα δεδομένο. Στη χώρα μας, τουλάχιστον, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ατομική υπόθεση του κάθε δημοσιογράφου».
«Σε αρκετούς συναδέλφους τα τραύματα εμφανίζονται εκ των υστέρων με τη μορφή μετατραυματικού στρες. Όταν επιστρέφεις και πέφτει η ένταση. Γι’ αυτό και η επιστροφή από ένα μέτωπο είναι εξίσου κρίσιμη με την παρουσία σε αυτό. Χρειάζεται χρόνος, απόσταση, επαναφορά στην κανονικότητα και όπου είναι αναγκαίο, επαγγελματική υποστήριξη».
Υπάρχει μάθημα έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στη δημοσιογραφία της πρώτης γραμμής; «Αν υπάρχει κάτι που έμαθα με τον δύσκολο τρόπο, είναι ότι αυτή η δουλειά δεν συγχωρεί την ευκολία. Ούτε τη βιασύνη να έχεις άποψη, ούτε την ανάγκη να φαίνεσαι. Αν δεν ξέρεις, καλύτερα να το πεις. Αν δεν καταλαβαίνεις ακόμη, περίμενε. Έμαθα επίσης ότι η δημοσιογραφία δεν είναι για να επιβεβαιώνεις τον εαυτό σου, αλλά για να τον ελέγχεις συνεχώς. Να αμφιβάλλεις και να επιστρέφεις -πάντα- στα γεγονότα. Κι αν θα έλεγα κάτι σε κάποιον που ξεκινά τώρα, αυτό είναι να μη βιαστεί να γίνει κάτι. Να μάθει πρώτα να βλέπει, να ακούει και να αντέχει την πολυπλοκότητα. Τα υπόλοιπα, αν είναι να ’ρθουν, θα ’ρθουν».
Κεντρική φωτογραφία: Αριστερά, Κασμιρένιο πουλόβερ, λινό-βαμβακερό Τ-shirt και μάλλινο παντελόνι, όλα Falconeri. Βραχιόλια από ασήμι 925, Minas. Δεξιά, Δερμάτινο τζάκετ από προσωπική συλλογή. Λινό-βαμβακερό Τ-shirt και μάλλινο παντελόνι, Falconeri. Βραχιόλια από ασήμι 925.
Επιμέλεια: Σίλια Παπαλάμπτρου, Χτένισμα-Μακιγιάζ: Μόρφη Μενεμενόγλου



