Νόμιζα ότι ήμουν πολύ επαναστάτρια όταν συνειδητοποίησα πόσο άδικα κρίνει η κοινωνία τις ρυτίδες και τα αραιά μαλλιά στις γυναίκες που μεγαλώνουν σε σύγκριση με τους άνδρες, μέχρι που μελέτησα τη Σούζαν Σόνταγκ, την εμβληματική διανοούμενη την οποία θα υποδυθεί η Κρίστεν Στιούαρτ στο «Project Sontag». Το 1972 στο δοκίμιο The Double Standard of Aging, η συγγραφέας έδωσε για πρώτη φορά όνομα στην καθημερινή απαξίωση που βιώνει το φύλο μας και από τότε η φράση καταγράφηκε στο φεμινιστικό και ακαδημαϊκό λεξιλόγιο για να περιγράψει αυτή την άνιση μοίρα.

Η πρωτεργάτρια, που έφερε τη φεμινιστική σκέψη στην ποπ κουλτούρα, ήταν η πιο αναγνωρίσιμη μορφή της αμερικανικής διανόησης του 20ού αιώνα.

Γιατί, αντίθετα με τους ακαδημαϊκούς που έχουν ένα φημισμένο όνομα και μία αόριστη μορφή, η Σόνταγκ είχε εικόνα. Μαύρα ρούχα, λευκή τούφα, αυστηρό βλέμμα, σταθερή αισθητική στο χρόνο, θεατρικό παράστημα. Ως συγγραφέας έχει υπογράψει 11 βιβλία με δοκίμια, 6 μυθιστορήματα, 4 ταινίες, 3 θεατρικά έργα και άρθρα σε όλα τα αμερικανικά έντυπα με γόητρο, όπως The New Yorker, The New York Times, Vanity Fair.

Ανάμεσα στις έννοιες που εισήγαγε στο λεξιλόγιο ήταν το «Camp», ένας όρος με τον οποίο περιέγραψε την κουλτούρα του επιτηδευμένου κιτς και της υπερβολής. Το «Camp» αποτέλεσε την κεντρική ιδέα του Met Gala το 2019, μισό αιώνα μετά την πρώτη δημοσίευση του ομώνυμου δοκιμίου. Στα γραπτά της ανέλυσε την αναισθητοποίηση μπροστά στις εικόνες μαζικού πόνου, τις πνευματικές διαστάσεις της ποπ κουλτούρας, τη φωτογραφία ως μέσο για να οικειοποιούμαστε τον κόσμο, την ασθένεια απαλλαγμένη από την ντροπή και το στίγμα (στην εποχή του AIDS).

Το οξύμωρο είναι ότι ενώ υπήρξε η μεγάλη ανατόμος της εικόνας, ταυτόχρονα έχτισε τη δική της εικόνα. Έγραψε για τη δύναμη της φωτογραφίας, για το πώς το βλέμμα κατέχει, ταξινομεί και μυθοποιεί το πρόσωπο που κοιτάζει και την ίδια στιγμή καλλιέργησε τον δικό της μύθο με μία λαμπερή κοινωνική ζωή γεμάτη πρεμιέρες, πάρτυ, δημόσιες εμφανίσεις, διάσημους συντρόφους και έναν μεγάλο έρωτα με την κατεξοχήν θεραπαινίδα της εικόνας, τη φωτογράφο Ανι Λίμποβιτς.

Η συγγραφέας τη δεκαετία του 2000 – Getty Images

Για να τα προλάβει όλα, η ζωή της ξεκίνησε από πολύ νωρίς, από τα 15 της που αποφοίτησε από το σχολείο για να φύγει για σπουδές. Το όνειρό της ήταν να γίνει συγγραφέας και να κερδίσει το Νόμπελ. «Δεν μου είχε περάσει καν από το μυαλό ότι θα μπορούσε να μου απαγορευτεί να κυνηγήσω τους στόχους μου επειδή γεννήθηκα γυναίκα το 1933». Στα 17 παντρεύτηκε τον καθηγητή της στην Κοινωνιολογία Φίλιπ Ριφ, στα 18 τελείωσε το πρώτο της πτυχίο στη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, στα 19 έκανε το μοναδικό της παιδί, τον σημερινό συγγραφέα Ντέιβιντ Ριφ. Ακολούθησαν πολλές μεταπτυχιακές σπουδές και το πρώτο της βιβλίο.

Ήταν μία μεγάλη πραγματεία πάνω στον Φρόιντ που κυκλοφόρησε το 1959 με την υπογραφή του συζύγου της, ενώ στην πραγματικότητα το είχε γράψει εκείνη, όπως αποδεικνύει ο βιογράφος της Μπέντζαμιν Μόζερ στη βραβευμένη με Πούλιτζερ βιογραφία της. Σύμφωνα με αυτόν, η Σόνταγκ έκανε «μια θυσία αίματος». Ηταν 26 ετών και βρισκόταν στη δίνη ενός πικρού διαζυγίου όπου ο Ριφ χρησιμοποίησε την queer ταυτότητά της για να την πλήξει, αναγκάζοντάς την να επιλέξει ανάμεσα στην επιμέλεια του γιου της και τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου. Εκείνη διάλεξε τον γιο της.

Ο εκβιασμός που υπέστη, ένα είδος βίας πολύ οικείο και αναγνωρίσιμο στις περισσότερες γυναίκες, βρήκε τη θέση του αργότερα στο συγγραφικό της έργο ως «ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία περιορίζει την ελευθερία των γυναικών να οραματίζονται τον εαυτό τους».

Με τον γιο της την ημέρα που εκδικαζόταν η υπόθεση της κηδεμονίας του

Η λύση που προτείνει ως διανοούμενη είναι η κατάργηση του φύλου στους κοινωνικούς ρόλους. Στο δοκίμιο The Third World of Women το 1973 αναπτύσσει συλλογισμούς που μέχρι σήμερα ακούγονται υπερβολικά προχωρημένοι: «Μια μη καταπιεστική κοινωνία, μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες είναι υποκειμενικά και αντικειμενικά οι πραγματικές ίσες των ανδρών, θα είναι αναγκαστικά μια ανδρόγυνη κοινωνία». Πρόκειται για μια ευθεία επίθεση στην επιχειρηματολογία περί των βιολογικών διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα, διαφορές που δεν επαρκούν ώστε να καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται μεταξύ τους.

Την ίδια τη σύλληψη του φύλου, την απόδοση του θηλυκού στον έναν και του αρσενικού στον άλλον, η Σόνταγκ τη θεωρεί «ηθικά ελαττωματική και ιστορικά παρωχημένη», γεννημένη από εκείνες τις παρερμηνευμένες διαφορές πάνω στις οποίες οι γυναίκες κρίνονται ως κατώτερες. Υποστηρίζει μάλιστα ότι αυτά τα στερεότυπα πρέπει να εξαλειφθούν από τον χώρο εργασίας, από τις σεξουαλικές σχέσεις, από την ιδέα της οικογενειακής ζωής, από όλες τις μορφές των μέσων ενημέρωσης, φυσικά και από τη γραμματική. Ακόμη και η αποκλειστική σεξουαλικότητα, τόσο η ομοφυλοφιλία όσο και η ετεροφυλοφιλία, πρέπει να ξεπεραστεί.

Πολύ άκαμπτη για να γίνει pop icon, πολύ εμβληματική για να μείνει μόνο συγγραφέας, πολύ δύσκολη για να χωρέσει άνετα στο φεμινισμό, πολύ φεμινίστρια για να αγνοηθεί από αυτόν. Ηταν η γυναίκα που έδειξε ότι η ομορφιά είναι μηχανισμός ελέγχου, ότι η εικόνα είναι εξουσία, ότι η αρρώστια δεν χρειάζεται ηθική, ότι ο πόνος των άλλων απαιτεί αντίδραση και ότι η σκέψη, όταν έχει στυλ και θάρρος, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Η δική της ερωτική ζωή είχε καταργήσει τους διαχωρισμούς στη σεξουαλικότητα από την εφηβεία της. Στα 16 της είχε την πρώτη της επαφή με γυναίκα, τη μετέπειτα συγγραφέα Χάριετ Σόμερς Ζβέρλινγκ, με την οποία γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο. Ξαναβρέθηκαν στο Παρίσι, όπου πήγε για σπουδές η Σόνταγκ μετά το διαζύγιό της και έμειναν μαζί ένα χρόνο. Στη φάση της ζωής της που είχε απελευθερωθεί από το γάμο και την ακαδημαϊκή φυλακή του Ριφ και άρχισε να χτίζει τον εαυτό της ως συγγραφέα, μπήκε σε μία μακροχρόνια σχέση με την Κουβανή θεατρική συγγραφέα Μαρία Ιρένε Φορμές. Μετά τον χωρισμό τους, συνδέθηκε με την Ιταλίδα αριστοκράτισσα Καρλότα ντελ Πέτσο, την καθηγήτρια Εύα Μαρία Κόλις που ίδρυσε το Τμήμα Γυναικείων Σπουδών στο Sarah Lawrence College, και τους εικαστικούς καλλιτέχνες Τζάσπερ Τζονς και Πολ Τεκ. Στη δεκαετία του ’70 ζούσε μαζί με τη Νικόλ Στεφάν, κληρονόμο της οικογένειας τραπεζιτών Ρότσιλντ, ηθοποιό και πρωταγωνίστρια της ταινίας «Τα Τρομερά Παιδιά» (1950). Αργότερα είχε σχέσεις με τη Λουσίντα Τσάιλντς, χορογράφο του Φίλιπ Γκλας, και τον Σοβιετικό αντιφρονούντα εξόριστο ποιητή Τζόζεφ Μπρόντσκι, ο οποίος την ευαισθητοποίησε απέναντι στα θύματα των κομμουνιστικών διώξεων.

Οι έρωτές της, εκτός από την ιδιωτική μυθολογία της, συνθέτουν το χάρτη της αμερικανικής και της παγκόσμιας κουλτούρας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, από το μποέμ Παρίσι και τη νεοϋορκέζικη avant-garde μέχρι το πειραματικό θέατρο, τον σύγχρονο χορό και την αντισοβιετική διανόηση.

Η τελευταία και πιο καθοριστική φιγούρα σε αυτόν τον αστερισμό υπήρξε η Ανι Λίμποβιτς, η κορυφαία πορτρετίστα της εποχής μας. Γνωρίστηκαν το 1988, όταν η Λίμποβιτς τη φωτογράφισε για το βιβλίο AIDS and Ιts Metaphors. Η φωτογράφος ήταν 39 ετών και η συγγραφέας 55, με την πρώτη να δηλώνει αργότερα ότι η Σόνταγκ ήταν «ακριβώς ο άνθρωπος που ήθελε να συναντήσει εκείνη τη στιγμή».

Η ιστορία τους διήρκησε περίπου 15 χρόνια, μέχρι τον θάνατο της συγγραφέως το 2004, με πολλά διαλείμματα, αποστάσεις, εντάσεις, επανασυνδέσεις, αλλά και μια βαθιά αλληλεξάρτηση.

Ζούσαν σε ξεχωριστά διαμερίσματα, τα οποία όμως είχαν οπτική επαφή μεταξύ τους. Στις δημόσιες τοποθετήσεις τους απέφευγαν να ορίσουν τη σχέση τους με σαφείς λέξεις όπως «ζευγάρι» ή «σύντροφοι» και μόνο μετά το τέλος της ζωής της διανοούμενης, η Λίμποβιτς αναφέρθηκε στην «ιστορία αγάπης που έζησε με τη Σούζαν». Μαζί δημιούργησαν το Πρότζεκτ Women, που κυκλοφόρησε το 1999 με φωτογραφίες της μιας και κείμενα της άλλης. Κάτι παραπάνω από ένα απλό λεύκωμα, η έκδοση αυτή εικονογραφούσε τη γυναικεία παρουσία στην αλλαγή της χιλιετίας παρουσιάζοντας πρόσωπα από διάφορους χώρους: ηθοποιούς, συγγραφείς, πολιτικούς, δικαστικούς, αθλήτριες, καλλιτέχνιδες, επιστήμονες, στρατιωτικούς, εργάτριες, αγρότισσες, μητέρες, χορεύτριες, ακτιβίστριες.

Zuma press, AFP/Visual Ellas.gr/ Getty Images/ Ideal Images

Η Σούζαν Σόνταγκ δεν ήθελε απλώς να γράφει. Ήθελε να ζει σαν τον στοχαστή που έχει αναλάβει την αποστολή να σκέφτεται πιο δυνατά από τους άλλους. Δεν θα μπορούσε να έχει έναν βολικό χαρακτήρα. Οι βιογράφοι και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός της έχουν μιλήσει για την αλαζονεία, τη σκληρότητα, την ανάγκη της να βρίσκεται στο κέντρο της πνευματικής σκηνής. Αλλά αυτή η ένταση ήταν μέρος του φαινομένου Σόνταγκ. Πολύ άκαμπτη για να γίνει pop icon, πολύ εμβληματική για να μείνει μόνο συγγραφέας, πολύ δύσκολη για να χωρέσει άνετα στο φεμινισμό, πολύ φεμινίστρια για να αγνοηθεί από αυτόν. Ήταν η γυναίκα που έδειξε ότι η ομορφιά είναι μηχανισμός ελέγχου, ότι η εικόνα είναι εξουσία, ότι η αρρώστια δεν χρειάζεται ηθική, ότι ο πόνος των άλλων απαιτεί αντίδραση και ότι η σκέψη, όταν έχει στυλ και θάρρος, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below