Η προγιαγιά της Άννας Ρεζάν ήταν ανάμεσα στους Έλληνες Εβραίους που, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξαναγκάστηκαν να μπουν σε ένα τρένο προς το άγνωστο και δεν επέστρεψαν. Οι αγαπημένοι της έχασαν για πάντα τα ίχνη της. Όταν, αργότερα, θα γινόταν γνωστή η αληθινή λειτουργία των στρατοπέδων θανάτου, μόνο να υποψιαστούν μπορούσαν τη φρίκη με την οποία είχε έρθει αντιμέτωπη τις τελευταίες μέρες της ζωής της.

Επτά περίπου δεκαετίες αργότερα, η Άννα απέτισε έναν συγκινητικό φόρο τιμής σε εκείνη την πρόγονο που δεν γνώρισε ποτέ και σε όλους τους Έλληνες Εβραίους που έζησαν το Ολοκαύτωμα. Δημιούργησε το ντοκιμαντέρ «Οι δικοί μού άνθρωποι» («My People») με μαρτυρίες επιζώντων και σπάνια ιστορικά ντοκουμέντα, που τιμάει τη μνήμη τους ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει άγνωστα γεγονότα της Κατοχής, της ελληνικής Αντίστασης, αλλά και τον σωτήριο ρόλο που είχε παίξει η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. μετά την προβολή και τις διακρίσεις του σε διεθνή φεστιβάλ έρχεται στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 22 Ιανουαρίου, λίγες ημέρες πριν από τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος (27/01), σε διανομή της The Film Group.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Άννας, απογόνου του Κωνσταντίνου Καβάφη και της δημοσιογράφου Μαρίας Ρεζάν, αποτελεί ένα μικρό μέρος από μια πλούσια και ποικιλόμορφη καλλιτεχνική διαδρομή. Η ηθοποιός, μοντέλο, μουσικός και σκηνοθέτρια όχι απλώς δεν επαναπαύτηκε στην ομορφιά της αλλά από πολύ νεαρή ηλικία επιδίωξε να δοκιμαστεί σε διαφορετικούς ρόλους και καλλιτεχνικά πρότζεκτ.

Η προγιαγιά της Άννας Ρεζάν ήταν ανάμεσα στους Έλληνες Εβραίους που, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξαναγκάστηκαν να μπουν σε ένα τρένο προς το άγνωστο και δεν επέστρεψαν. Οι αγαπημένοι της έχασαν για πάντα τα ίχνη της. Όταν, αργότερα, θα γινόταν γνωστή η αληθινή λειτουργία των στρατοπέδων θανάτου, μόνο να υποψιαστούν μπορούσαν τη φρίκη με την οποία είχε έρθει αντιμέτωπη τις τελευταίες μέρες της ζωής της.

Ξεκίνησε από ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές αλλά δεν δίστασε να κυνηγήσει το όνειρό της για μια καριέρα στις ΗΠΑ, μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη «όταν είδα να το κάνει κάποιος σε μια ταινία, χωρίς να ξέρω κανέναν». Δικαιώθηκε για την τόλμη της: Μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί, σε κινηματογραφικά και μουσικά έργα, με καλλιτέχνες όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Julio Iglesias, Paul McCartney, Amos Poe και Roberto Benigni. Φέτος συμπρωταγωνιστεί με τον Eric Roberts στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά του Peacock «Great Kills» και στην ταινία δράσης επιστημονικής φαντασίας «City Rush 4», η οποία προβάλλεται στο Amazon Prime.

«Οι δικοί μου άνθρωποι» είναι μια συμπαραγωγή με τον Ζαφείρη Χαϊτίδη και τους βραβευμένους με Όσκαρ Mitchell Block («Big Mama») και Kim Magnusson («Helium»). Τον τίτλο του δικαιολογεί απόλυτα και η αίσθηση που σού δίνουν οι συναντήσεις της Άννας με τους επιζήσαντες μπροστά στον φακό: αποπνέουν τέτοια τρυφερότητα και οικειότητα, που είναι σαν να ξαναβρίσκει παλιούς συγγενείς της. Αναρωτιέμαι αν όλοι τους ήταν από την αρχή τόσο δεκτικοί όχι μόνο να ανασύρουν στη μνήμη τους γεγονότα από την πιο σκοτεινή περίοδο της ζωής τους αλλά και να τα μοιραστούν με το κοινό.  Η Άννα εξηγεί ότι η πρώτη επαφή μαζί τους έγινε μέσα από τον δημοσιογράφο Γιώργο Πηλίχο, ο οποίος «έχει κάνει την πιο καταπληκτική μελέτη που έχει γίνει ποτέ για το Άουσβιτς [«Άουσβιτς: Έλληνες – Αριθμός Μελλοθανάτου», εκδ. Ελληνικά Ταχυδρομεία], οπότε εξαρχής αυτούς τους ανθρώπους ήθελα και με αυτούς λειτούργησε. Μόνο ένας επιζώντας με τον οποίο συναντηθήκαμε στο Λος Άντζελες, που ήταν ζοντερκομάντο [κρατούμενοι που είχαν αναγκαστεί, υπό την απειλή της εκτέλεσης, να βοηθήσουν στην απόρριψη των θυμάτων των θαλάμων αερίων], διαπίστωσα ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να μιλήσει».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Οι δικοί μου άνθρωποι». Photo: Zafeiris Haitides

Παρόλο που σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας πολλά έργα για το Ολοκαύτωμα, ιστορικά και μυθοπλασίας, ενώ παρακολουθούσα το «Οι δικοί μου άνθρωποι» αναστατώθηκα βαθιά, σαν να ερχόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με τα γεγονότα – δεν θα ξεχάσω, ας πούμε, ποτέ την ιστορία ενός επιζήσαντα που έβαζε σορούς συγκρατουμένων του για μαξιλάρι. «Ακούω αυτές τις ιστορίες και πραγματικά δεν τις αντέχω. Δεν μπορώ να το δεχτώ ότι έγιναν αυτά τα πράγματα, ο εγκέφαλός μου δεν μπορεί να τα επεξεργαστεί» συμφωνεί η Άννα. «Σε μια πρεμιέρα που κάναμε στο Νιου Τζέρσεϊ ένιωθα την ατμόσφαιρα γύρω μου τόσο βαριά, που νόμιζα ότι ο κόσμος θα σκάσει. Ήθελα να σηκωθώ μέσα στην αίθουσα και να πω, ψυχραιμία, δείξτε πίστη, θα δείτε πού θα πάει. Ένα από τα πράγματα που μπορεί να δώσουν έμπνευση στον θεατή είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι, που είδαν καταπρόσωπο την απόλυτη μαυρίλα, μετά επέλεξαν πολύ συνειδητά το φως, είχαν δίψα για ζωή. Δεν είναι απίστευτο το ότι συνέχισαν τη ζωή τους; Δεν είναι σούπερ ήρωες; Δηλαδή εγώ αισθάνομαι ότι σαν να έχω κάνει ένα έργο με πραγματικούς σούπερ ήρωες».

«Ένα από τα πράγματα που μπορεί να δώσουν έμπνευση στον θεατή είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι, που είδαν καταπρόσωπο την απόλυτη μαυρίλα, μετά επέλεξαν πολύ συνειδητά το φως, είχαν δίψα για ζωή. Δεν είναι απίστευτο το ότι συνέχισαν τη ζωή τους; Δεν είναι σούπερ ήρωες; Δηλαδή εγώ αισθάνομαι ότι σαν να έχω κάνει ένα έργο με πραγματικούς σούπερ ήρωες».

Συνέχισαν τη ζωή τους, αλλά όχι χωρίς βαθιά τραύματα. Και όχι μόνο εκείνοι αλλά όσες γενιές γαλουχήθηκαν στον πόλεμο, ακόμα και αν δεν βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου. «Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πόσο βαθύ και πόσο σοβαρό και πόσο δυσλειτουργικό είναι το τεράστιο συλλογικό τραύμα που έχουμε οι Έλληνες» πιστεύει η Άννα. «Λέμε καμιά φορά, “είχε πολεμήσει και στο μέτωπο”. Συνειδητοποιούμε τι σημαίνει αυτό; Συνειδητοποιούμε τι έβλεπε, τι συνέβαινε, πώς περνούσαν οι μέρες του; Νομίζω ότι δεν το συνειδητοποιούμε».

Σύμφωνα με μελέτες της επιγενετικής, το συλλογικό τραύμα του Ολοκαυτώματος προκάλεσε γενετικές αλλαγές που μεταβιβάστηκαν και στις επόμενες γενιές. «Βέβαια! Κουβαλάς γενετικές πληροφορίες που έχουν μέσα άγχος, ενοχή, φόβο που δεν είναι δικά σου. Και οι γονείς μας δυστυχώς δεν το καταλάβαιναν, είχαν το μότο “έτσι είναι η ζωή, είναι δύσκολη”. Η ζωή μπορεί να είναι και εύκολη, έχει να κάνει με το τι πιστεύεις βαθιά μέσα σου και δημιουργείς μια πραγματικότητα. Αν δεν κάνεις κάτι για τις πληγές και τα κενά μέσα σου, δεν μπορείς και να αλλάξεις τη ζωή σου. Γι’ αυτό όπου μπορώ μιλάω για την ψυχοθεραπεία και για εναλλακτικές θεραπείες που μπορεί να βοηθήσουν έναν άνθρωπο. Πιστεύω ότι όλοι χρειαζόμαστε μια υποστήριξη, να καταλάβει ο κόσμος ότι πρόβλημα δεν έχει αυτός που πηγαίνει σε έναν θεραπευτή. Πρόβλημα έχει αυτός που δεν πηγαίνει».

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πόσο βαθύ και πόσο σοβαρό και πόσο δυσλειτουργικό είναι το τεράστιο συλλογικό τραύμα που έχουμε οι Έλληνες» πιστεύει η Άννα. «Λέμε καμιά φορά, “είχε πολεμήσει και στο μέτωπο”. Συνειδητοποιούμε τι σημαίνει αυτό; Συνειδητοποιούμε τι έβλεπε, τι συνέβαινε, πώς περνούσαν οι μέρες του; Νομίζω ότι δεν το συνειδητοποιούμε».

Εσένα τι σε έχει βοηθήσει να αντιμετωπίσεις τις ψυχικές δυσκολίες σου;

«Η αγαπημένη μου μέθοδος, την οποία ανακάλυψα μετά από χρόνια έρευνας, είναι το Theta Healing, που εργάζεται πολύ με το υποσυνείδητο. Το θέμα είναι να ψάξεις να βρεις κάποιον θεραπευτή ο οποίος είναι πραγματικά πολύ καλός στην πρακτική αυτή».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Οι δικοί μου άνθρωποι». Photo: Zafeiris Haitides

Ένα άλλο γεγονός που μπορούμε να κρατήσουμε από το «Οι δικοί μου άνθρωποι» είναι ο ρόλος της ελληνικής Εκκλησίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συγκεκριμένα του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, που δεν έκανε διακρίσεις σε θρησκεύματα και έθεσε εαυτόν σε κίνδυνο πρωτοστατώντας στη σωτηρία πολλών Ελλήνων Εβραίων. «Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό μάθημα» συμφωνεί η Άννα. «Ο Δαμασκηνός ήταν ο μόνος αλλόθρησκος θρησκευτικός ηγέτης στην Ευρώπη ο οποίος απεύθυνε επιστολή στους Γερμανούς και τους είπε ότι εμείς δεν ξεχωρίζουμε Εβραίους ή Χριστιανούς, είναι όλοι Έλληνες πολίτες».

Θεωρεί ότι οι πρωταγωνιστές του «Οι δικοί μου άνθρωποι» είναι, στην πραγματικότητα, «οι δικοί μας άνθρωποι. Για να καταλάβουμε τον πόλεμο στις πραγματικές του διαστάσεις πρέπει να κατανοήσουμε ποια προβλήματα φέρνουν η πόλωση, οι ακραίες θέσεις, πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να μιλάς και να ακούς, ακόμα και αν διαφωνείς με τον άλλον. Ούτε στη σημερινή εποχή μπορεί ο ένας να ακούσει τον άλλον: η κατάσταση είναι ΠαναθηναϊκόςΟλυμπιακός».

«Για να καταλάβουμε τον πόλεμο στις πραγματικές του διαστάσεις πρέπει να κατανοήσουμε ποια προβλήματα φέρνουν η πόλωση, οι ακραίες θέσεις, πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να μιλάς και να ακούς, ακόμα και αν διαφωνείς με τον άλλον. Ούτε στη σημερινή εποχή μπορεί ο ένας να ακούσει τον άλλον: η κατάσταση είναι ΠαναθηναϊκόςΟλυμπιακός».

Αυτό γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει; «Για δύο πράγματα. Το ένα έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι δεν εργάζονται με τον εαυτό τους, οπότε έχουν πολύ καταπιεσμένο θυμό. Απ’ την άλλη, ο κόσμος είναι απογοητευμένος από τους ηγέτες και από την Πολιτεία, και επειδή δεν βρίσκει τρόπο να εκφράσει το πραγματικό του πρόβλημα, το μετατοπίζει. Μάς έχουν κατευθύνει να νομίζουμε ότι κάνουμε επανάσταση μέσα από τα πληκτρολόγιά μας, αλλά είναι πολύ μικρό το ποσοστό των πραγμάτων που μπορούμε να αλλάξουμε μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

Η Άννα Ρεζάν πιστεύει σε μια σύγχρονη επανάσταση, στην οποία θα μπορούσαν να δώσουν έμπνευση ιστορικές προσωπικότητες όπως οι αντάρτες της Εθνικής Αντίστασης. Όταν σχολιάζω πως τότε υπήρχε η ακραία συνθήκη ενός πολέμου, απαντά ότι «βρισκόμαστε ήδη σε μια ακραία συνθήκη, απλά την έχουμε συνηθίσει. Όταν η φέτα έχει 15 ευρώ το κιλό, η συνθήκη είναι ακραία. Όταν έχουμε κανονικοποιήσει το να μην έχουμε στο σπίτι καλοριφέρ, το να πρέπει να είσαι ευκατάστατος για να έχεις θέρμανση, κι αυτή η συνθήκη είναι ακραία».

«Βρισκόμαστε ήδη σε μια ακραία συνθήκη, απλά την έχουμε συνηθίσει. Όταν η φέτα έχει 15 ευρώ το κιλό, η συνθήκη είναι ακραία. Όταν έχουμε κανονικοποιήσει το να μην έχουμε στο σπίτι καλοριφέρ, το να πρέπει να είσαι ευκατάστατος για να έχεις θέρμανση, κι αυτή η συνθήκη είναι ακραία».

Άλλοι καρποί του προσωπικού ενδιαφέροντος της για την ιστορία είναι το μουσικοθεατρικό έργο «Τους παλιούς μου φίλους καλώ», για την επέτειο του Πολυτεχνείου, και το ντοκιμαντέρ όπου συμμετέχει ως συμπαραγωγός «The Re-education Camp», με θέμα το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, που «από την έρευνα και από ανθρώπους που ήταν εκεί, έχω καταλάβει ότι είναι κοντά στο Άουσβιτς. Η ψυχολογική βία ήταν το νούμερο ένα όπλο εναντίον των κρατούμενων εκεί».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Οι δικοί μου άνθρωποι». Photo: Zafeiris Haitides

Ως κινηματογραφίστρια, που καταπιάνεται μάλιστα με ιστορικά θέματα, έχεις αντιμετωπίσει στερεότυπα του τύπου «είναι μια νέα όμορφη γυναίκα, άρα δεν θα είναι καλή στη δουλειά της»;

«Σίγουρα υπάρχει το στερεότυπο ότι “σιγά που θα μπορεί να σκηνοθετήσει, είναι πολύ απαιτητικό το θέμα, αποκλείεται να τα καταφέρει”. Απ’ την άλλη όμως είναι πολύ συγκινητικό να βλέπεις τόσους άντρες να στηρίζουν μια γυναίκα να πραγματοποιήσει το όραμά της».

Στο παρελθόν είχε μιλήσει για μια προσωπική εμπειρία σεξουαλικής κακοποίησης: για δύο βιασμούς της σε χώρο εργασίας, όταν ήταν μόλις 18 ετών. Θεωρεί ωστόσο ότι το γεγονός δεν αναπαράχθηκε ορθά στα media, καθώς απομονώθηκε από το πλαίσιο στο οποίο το είχε μοιραστεί, δηλαδή μια συζήτηση για την ψυχική υγεία. «Ο μόνος λόγος που αναφέρθηκα σε αυτό ήταν για να μιλήσω για τη λύση: για να πω ότι ξεπερνιέται και πώς». Όταν τής λέω ότι με αυτό τον τρόπο τουλάχιστον συνέβαλε στο ελληνικό #metoo, προσθέτει: «Ήταν χαρά μου να μπορώ να πω κάτι που ίσως έκανε και άλλους να μιλήσουν μετά, είτε δημόσια είτε σε δικά τους πρόσωπα. Αλλά το δικό μου φόκους είναι στο τι μπορεί να κάνουμε από εκεί και πέρα. Σε πάρα πολλούς έχουν συμβεί πολύ δυσάρεστα πράγματα. Το θέμα είναι τι κάνεις από εκεί και πέρα. Πάντα χρειάζεται μία ανάλυση του προβλήματος για να το κατανοήσουμε. Αλλά το δεύτερο μισό της συζήτησης πρέπει να είναι, ωραία, και τι κάνουμε από εδώ και πέρα;

»Αισθάνομαι ότι ένα πράγμα που λείπει από την Ελλάδα, ενώ το παρατηρώ πολύ στο εξωτερικό, είναι να μιλάμε για τη λύση. Ο κόσμος εδώ έχει κουραστεί πάρα πολύ, έχει απογοητευτεί πάρα πολλές φορές και δεν ξέρω πλέον αν πιστεύει κάπου μέσα του ότι υπάρχει λύση στα πράγματα που τον απασχολούν».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Οι δικοί μου άνθρωποι». Photo: Zafeiris Haitides

Ελπίζει, ωστόσο, να κινητοποιήσει τους θεατές και μέσα από τον νέο θεατρικό μονόλογο που θα ερμηνεύσει για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, με τίτλο «Γυναικοκτονία». «Ο Τάσος Μπαγλατζής μού έκανε την πρόταση να συνεργαστούμε σε αυτό το έργο, που είναι η ιστορία μιας γυναίκας την οποία στο τέλος θα κρίνει ο θεατής. Θεωρώ ότι μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους που θα το δουν να κατανοήσουν καλύτερα και ιδανικά να ξεφύγουν από καταστάσεις στις οποίες καλό είναι να μη βρίσκεται κάποιος».

Στο «Great Kills» βλέπουμε ένα κινηματογραφικό συνεργείο να καταγράφει τη ζωή και τα εγκλήματα ενός πληρωμένου δολοφόνου, το οποίο δηλαδή εμπορευματοποιεί τη βία ως θέαμα. Σύμφωνα με την καλλιτεχνική εμπειρία σου, πώς μπορούμε να παρουσιάσουμε τη βία ως αυτό που είναι, ως κάτι απεχθές;

«Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι δεν πρέπει να εξοικειωνόμαστε με τη βία. Θυμάμαι στο δημοτικό είχα έναν δάσκαλο ο οποίος ήταν μεγάλος σε ηλικία και ακόμα χτυπούσε με τον χάρακα. Το πρόλαβα αυτό. Είναι μια πρακτική πολύ λάθος, όπως φυσικά πολύ λάθος είναι και η ψυχολογική βία. Το θέμα δεν είναι να τιμωρήσεις τον άλλον. Το θέμα είναι να μαθαίνεις ότι με το να φέρεται κάποιος καλά κάνει καλό πρώτα στον εαυτό του και μετά στους υπόλοιπους».

Δείτε το τρέιλερ του «Οι δικοί μου άνθρωποι»:

Ταυτότητα ταινίας

Σκηνοθεσία: Άννα Ρεζάν. Αφήγηση: Άννα Ρεζάν, Παντελής Κοντογιάννης, Τράβις Κιντλ, Μάρκο Ντέιπερ. Είδος: Ντοκιμαντέρ. Διάρκεια: 92’

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below