Μετά την πρώτη περίοδο παραστάσεων που ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο, το «Kontakthof» της Πίνα Μπάους επιστρέφει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στις 17 Απριλίου και για 11 παραστάσεις. Έχοντας παρακολουθήσει, μαγεμένες, την αλησμόνητη πρεμιέρα του, ζητήσαμε από έξι ερμηνεύτριες του έργου (στην παράσταση συμμετέχουν συνολικά 22 ερμηνευτές) να μας βάλουν στον κόσμο του με λέξεις.

Φωτογράφος: Γιώργος Καπλανίδης (This Is Not Another Agency*)

Τι είναι αυτό που κινεί τους ανθρώπους; Τα συναισθήματα, η επιθυμία, η ανασφάλεια, η ανάγκη για επικοινωνία, η μοναξιά. Αυτά βρίσκονται στον πυρήνα της σκέψης της σπουδαίας Γερμανίδας χορογράφου Πίνα Μπάους, όταν το 1978 δημιουργεί το «Kontakthof», «έναν τόπο όπου συναντιούνται άνθρωποι που αποζητούν επαφή. Να φανερώσεις τον εαυτό σου, να τον αρνηθείς. Με φόβους. Επιθυμία. Απογοητεύσεις. Απελπισία. Πρώτες εμπειρίες. Πρώτες απόπειρες. Τρυφερότητα και ό,τι προκύπτει απ’ αυτή». Τον Σεπτέμβριο του 1988 η παράσταση παρουσιάζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού από το Tanztheater Wuppertal. Έχω την τύχη να βρίσκομαι εκεί, είμαι 18 χρόνων. Εμπειρία που σε διαμορφώνει ως θεατή, τη φυλάω ως κάτι πολύτιμο στη μνήμη μου. Τριάντα επτά χρόνια μετά, το Εθνικό Θέατρο αναβιώνει σε συνεργασία με το Pina Bausch Foundation την παράσταση με 22 ξεχωριστούς ερμηνευτές και ερμηνεύτριες από την Ελλάδα, από 21 έως 55 χρόνων. Οι ερμηνευτές επιλέχθηκαν ειδικά για αυτή την παραγωγή, που διευθύνουν καλλιτεχνικά η Τζόζεφιν Αν Έντικοτ, μέλος της αρχικής διανομής του 1978 και επί χρόνια βοηθός της Πίνα Μπάους, και ο Δάφνις Κόκκινος, μέλος του Tanztheater Wuppertal και βοηθός της Πίνα από το 1993.
Έξι από τις θεσπέσιες γυναίκες αυτού του θαυμάσιου ελληνικού θιάσου μοιράζονται τις σκέψεις τους για τη συμμετοχή τους σε ένα τόσο σημαντικό πολιτιστικό γεγονός και φωτογραφίζονται με τα κοστούμια του Ρολφ Μπόρζικ όπως τα προσάρμοσε η Πέτρα Λάιντνερ.

Έλσα Σίσκου

Τι σημαίνει προετοιμασία γι’ αυτή την παράσταση; Πώς νιώθεις κάθε φορά που ετοιμάζεσαι; Μεταφέρεσαι σε άλλη εποχή;
«Η προετοιμασία για μένα ξεκινά από το πρωί με γυμναστική στο σπίτι. Στο θέατρο ξεκινάμε με διορθώσεις, διαδικασία που μου αρέσει πολύ γιατί με κρατάει σε εγρήγορση αφού καμία παράσταση δεν είναι ίδια. Μαλλιά και μακιγιάζ και, τέλος, ζέσταμα σωματικό -και ψυχικό- πριν από την παράσταση. Περιμένοντας στην κουίντα λίγο προτού ξεκινήσουμε, κρατάω το χέρι του Νίκου Κ. και με το που κλείνουν τα φώτα, μου το σφίγγει και μπαίνουμε σε έναν άλλον κόσμο», μου λέει και με συγκινεί η Έλσα Σίσκου, η οποία αποφοίτησε από την Ανώτερη Επαγγελματική Σχολή Χορού του Δήμου Θεσσαλονίκης το 2011 και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΑΠΘ το 2013. Η Eλσα, που μαθήτευσε δίπλα στον Δάφνι Κόκκινο, διδάσκει μπαλέτο, σύγχρονο και αυτοσχεδιασμό και επιμελείται την κίνηση σε θεατρικές παραστάσεις.

Δάφνη Δρακοπούλου

Για τη Δάφνη Δρακοπούλου, η οποία είναι απόφοιτος της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του ΕΚΠΑ και της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, προετοιμασία σημαίνει ζέσταμα, σωματικό και ψυχικό. Και καθαρό μυαλό – όσο γίνεται. «Συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου και προσπαθώ να δω τι πραγματικά χρειάζομαι, κάτι που για μένα δεν είναι αυτονόητο. Δεν μεταφέρομαι σε άλλη εποχή, δεν ήταν ποτέ ζητούμενο αυτό. Το αντίθετο θα έλεγα. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο συνειδητά γίνεται στο παρόν της κάθε μέρας, για να μπορώ να έχω περιέργεια και προσμονή και πριν και κατά τη διάρκεια της παράστασης».

Βασιάνα Σκοπετέα

Αντιθέτως, η Βασιάνα Σκοπετέα, ενώ κάνει ζέσταμα, συγκεντρώνεται και καθαρίζει το νου απ’ ό,τι προηγήθηκε στην καθημερινότητα. «Θα αφιερώσω χρόνο να σκεφτώ τι λειτούργησε στην παράσταση της προηγούμενης μέρας και τι όχι, θα επαναφέρω στιγμές του έργου που επιθυμώ να βελτιωθούν σύμφωνα και με τις παρατηρήσεις των stagers, θα δοκιμάσω ξανά βήματα, διαδρομές. Θα φροντίσουν το make-up και το χτένισμά μου η Αθηνά, η Όλγα, η Χαρά, η Άννα-Μαρία. Θα συζητήσω με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Όλο αυτό διαρκεί περίπου δυόμισι ώρες, είναι μια ιεροτελεστία, με προετοιμάζει και με συγκεντρώνει για το λεπτό μηδέν του έργου. Από αυτό το λεπτό μηδέν ο χρόνος μετριέται διαφορετικά, είναι άλλη η αίσθηση», λέει η ίδια, η οποία από την αρχή του «Kontakthof», τις πρόβες, την προετοιμασία πριν από κάθε παράσταση μέχρι και το τέλος της, έχει μια βαθιά συγκίνηση μέσα της. «Αν μπορώ να την ερμηνεύσω, είναι για όλους αυτούς τους ανθρώπους, όπως η Πίνα Μπάους, που υπήρξαν και δημιούργησαν έργα που ενέχουν μια πυρηνική αλήθεια για την ανθρώπινη ύπαρξη, δίχως να χρειάζεται αυτή η αλήθεια να αναζητηθεί ή να οριστεί με λέξεις, αλλά να υπενθυμίσει στην ύπαρξη την ομορφιά της ευαλωτότητας και της τρωτότητάς της. Αυτό είναι κάτι ριζωμένο στη φύση του ανθρώπου, σε κάθε εποχή. Συνεπώς, κι εγώ μέσα από το “Kontakthof” το αναγνωρίζω και το χρησιμοποιώ ως εργαλείο για να υπάρξω στην κοινωνία όπου εμπλέκομαι, ενώ αναπόφευκτα μεταφέρομαι σε άλλη εποχή όταν αναρωτιέμαι πώς δούλευε η ίδια η Πίνα Μπάους με τους χορευτές και τους συνεργάτες της, πώς ήταν το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούσε και έφτιαχνε τα έργα της», καταλήγει η Βασιάνα, η οποία σπούδασε χορό στην Ανώτερη Επαγγελματική Σχολή Χορού Ακτίνα και Νομική στο AΠΘ, ενώ το 2023 συνεργάστηκε με τον Μάριο Μπανούσι στην παράσταση «Goodbye, Lindita».

Σάνια Στριμπάκου

Για τη Σάνια Στριμπάκου, χορεύτρια και δασκάλα χορού με μεγάλη εμπειρία, απόφοιτο της Κρατικής Σχολής Χορού στην Αθήνα και υπότροφο σε σχολές του εξωτερικού, η προετοιμασία για την παράσταση ξεκινά περίπου τρεις ώρες πριν από την έναρξη. «Συναντιόμαστε στο θέατρο και ακούμε τις διορθώσεις από την τελευταία παράσταση. Δουλεύουμε στη λεπτομέρεια τους σχηματισμούς, τις διαδρομές, τις κινήσεις, τις εντάσεις, την ταχύτητα, τη σωματικότητα που απαιτεί κομψότητα. Μετά παίρνουμε σειρά για μαλλιά και μακιγιάζ και κάνουμε το ζέσταμά μας, σωματικό και φωνητικό. Φοράμε το πρώτο μας κοστούμι και στο δεύτερο κουδούνι συναντιόμαστε πίσω από τη σκηνή για έναν κύκλο. Εκεί μοιραζόμαστε κάποιες τελευταίες σκέψεις και παίρνουμε θέσεις για να ξεκινήσουμε. Προσωπικά, έχω λίγο άγχος μέχρι τη στιγμή που γίνεται σκοτάδι και μπαίνουμε στη σκηνή».

Λάτρης της τελετουργίας, η Αλεξάνδρα Όσπιτση, απόφοιτη της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, που δραστηριοποιείται στο θέατρο, στο σινεμά και την τηλεόραση, ήδη από τις πρώτες παραστάσεις είχε αρχίσει να δημιουργεί μια μικρή ρουτίνα, η οποία εντέλει καθιερώθηκε και την επαναλαμβάνει κάθε φορά. «Αυτό με βοηθάει να κάνω στην ώρα τους αυτά που πρέπει να γίνουν -ζέσταμα, μαλλιά, μακιγιάζ, ρούχα κ.λπ.- και να συγκεντρωθώ, να ηρεμήσει λίγο το μυαλό μου, καθώς δεν έχω να σκεφτώ τα πρακτικά της προετοιμασίας. Με τον καιρό παρατήρησα ότι όλοι μας έχουμε δημιουργήσει τέτοιου είδους μικρές ρουτίνες, τελετουργίες, που βοηθούν τον καθέναν να συγκεντρωθεί σε αυτό που θα κάνουμε. Δεν νομίζω ότι γίνεται αλλιώς».

Το «Kontakthof» μιλά για την ανάγκη της επαφής, την ανασφάλεια, την επιθυμία, το φόβο. Κυριαρχεί κάποιο συναίσθημα πάνω στη σκηνή; Ποιο δυσκολεύεσαι περισσότερο να εκθέσεις;

«Με το “Kontakthof” αισθάνομαι ότι συμβαίνει κάτι πολύ ιδιαίτερο επί σκηνής και θεωρώ πως είναι η δυνατότητα του ίδιου του έργου να σε μετακινεί διαρκώς συναισθηματικά», υποστηρίζει η Ναταλία Καλογεροπούλου, η οποία αποφοίτησε από την Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης το 2021, χορογραφεί παραστάσεις και έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή. «Η ιδιοφυΐα της Πίνα υπάρχει σε αυτή την ικανότητα του έργου να σε ορίσει ψυχικά. Στη διάρκεια των παραστάσεων υπήρχαν μέρες μεγάλης κούρασης όπου όλοι λέγαμε “πώς θα το κάνουμε τώρα αυτό;”. Εκείνες τις μέρες έβλεπα ότι η δύναμη του έργου έρχεται και σε ξεσηκώνει από “τα δικά σου”, το ίδιο το έργο σε ρουφάει στον κόσμο του και πιάνεις τον εαυτό σου να βάζει τα γέλια, να συγκινείται, να θυμώνει, να ουρλιάζει, να αγαπάει». Όσο για τη δυσκολία της έκφρασης, πιστεύει ότι κάθε συναίσθημα μπορεί να είναι φοβερά δύσκολο να εκφραστεί αν δεν έχουν δοθεί στον ερμηνευτή μια αφορμή και ένας λόγος να το εκφράσει, «το σύμπαν όμως του “Kontakthof” είναι βαθύ και περίπλοκο, οπότε κι εμείς ως ερμηνευτές βρισκόμαστε εκεί με τις ψυχές μας γεμάτες και έτοιμες να εκτεθούν επί σκηνής άφοβα και ελεύθερα».

Όλο αυτό διαρκεί περίπου δυόμισι ώρες, είναι μια ιεροτελεστία, με προετοιμάζει και με συγκεντρώνει για το λεπτό μηδέν του έργου. Από αυτό το λεπτό μηδέν ο χρόνος μετριέται διαφορετικά, είναι άλλη η αίσθηση

«Υπάρχει κάτι παράδοξο, γιατί ούτως ή άλλως αποφασίζεις να ανέβεις στη σκηνή γιατί έχεις ανάγκη από επαφή, είσαι ανασφαλής, επιθυμείς και φοβάσαι», υπογραμμίζει η Βασιάνα. «Το “Kontakthof”, εάν μπορούμε να ερμηνεύσουμε κάποιο από τα ερμηνευτικά ζητούμενά του, είναι ακριβώς αυτή η δυσκολία της έκθεσης: όσο κι αν προσπαθήσεις να κρύψεις κάτι, θα αποτύχεις. Χρειάζεται απλά να αναζητάς την επαφή, να θέλεις να ανοίξει η γη να σε καταπιεί, να επιθυμείς και να φοβάσαι. Δυσκολεύομαι με όλα δηλαδή, μέχρι να αφήσω τον εαυτό μου απλά να υπάρξει».

 

Η Έλσα νομίζει ότι βιώνει ταυτόχρονα ανασφάλεια, επιθυμία, φόβο και ακόμη περισσότερα πάνω στη σκηνή. «Νιώθω ότι μπαίνω σ’ αυτό το έργο και περνάω απ’ όλες τις φάσεις ζωής ενός ανθρώπου. Από παιδί, έφηβη, ενήλικη, έως και γιαγιά προς το τέλος. Με την έννοια ότι όταν καταφέρνω να αφεθώ να με πάρει το έργο ταξιδεύω σε μια πλήρη ζωή».
«Κυριαρχούν πάρα πολλά και διαφορετικά συναισθήματα, αλλά δεν είναι στόχος μου να εκθέσω κάποιο από αυτά. Βασικά, για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι καν στόχος μου να νιώσω κάποιο από αυτά. Στόχος μου είναι η χορογραφία και οι συνεργάτες μου επί σκηνής. Αν καταφέρω να είμαι ταυτόχρονα συγκεντρωμένη και εκτεθειμένη σε αυτά τα δύο, τότε έρχονται πολλά συναισθήματα, που μπορεί να μην μπορώ να διακρίνω ποια ακριβώς είναι, αλλά τα εμπιστεύομαι», καταθέτει η Δάφνη.

Τι πιστεύεις ότι κάνει αυτό το έργο να αντέχει στο χρόνο;

Η Ναταλία είναι κατηγορηματική: «Η ειλικρίνεια με την οποία η δημιουργός κοιτάζει και εκθέτει τις ανθρώπινες σχέσεις που είναι πάντοτε επίκαιρες αφού τα συναισθήματα που τις συνιστούν είναι τα ίδια μέσα στα χρόνια και ίδια θα παραμείνουν, καθώς είναι έμφυτα στους ανθρώπους που τα βιώνουν. Ο φαύλος κύκλος της επαφής -ένας κύκλος μέσα στον οποίο μπαίνουμε κατ’ επανάληψη και σχηματικά επί σκηνής οι ερμηνευτές- που καταλήγει συχνά στη ματαίωση, όμως ως επίμονα πλάσματα που είμαστε οι άνθρωποι συνεχίζουμε να τον διασχίζουμε, ελπίζοντας την επόμενη φορά που θα κοιταχτούμε με κάποιον στα μάτια να συνδεθούμε πιο αληθινά και να αγαπηθούμε πιο βαθιά».

 

Από αριστερά: Αλεξάνδρα Όσπιτση, Ναταλία Καλογεροπούλου, Δάφνη Δρακοπούλου, Βασιάνα Σκοπετέα, Έλσα Σίσκου, Σάνια Στριμπάκου.

Η Δάφνη επισημαίνει λακωνικά ότι το έργο είναι διαχρονικό γιατί «με εργαλείο το σώμα, μιλάει για τις σχέσεις των ανθρώπων, τόσο τις πραγματικές όσο και τις φαντασιακές», ενώ η Έλσα στέκεται στον αριστουργηματικό τρόπο «με τον οποίο έχει φωτίσει η Μπάους όλες τις πτυχές ενός ανθρώπου και της συσχέτισής του με τους άλλους». Για τη Βασιάνα είναι ένα προβοκατόρικο έργο: «ό,τι προκαλεί αντιδράσεις χρειάζεται να αντέχει στο χρόνο· σε καμία περίπτωση με την έννοια της επαναστατικής δράσης, αλλά με αυτή της αφύπνισης της σκέψης και των συναισθημάτων, της διαμόρφωσης της συνείδησης».

«Ένα στοιχείο της ανθρώπινης φύσης που θεωρώ διαχρονικό και απαράλλαχτο είναι το ότι είμαστε καταδικασμένοι να θέλουμε να συνδεθούμε με τους άλλους, τους έχουμε ανάγκη, σε όλη μας τη ζωή θα προσπαθούμε να έρθουμε σε πραγματική επαφή μεταξύ μας, ότι κυρίως θα αποτυγχάνουμε -κακά τα ψέματα, θα ματαιωνόμαστε-, αλλά θα προσπαθούμε ξανά και ξανά γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή, και κάποιες φορές ίσως και να το πετύχουμε. Το έργο περιγράφει με απλότητα και -γιατί όχι;- με συμπόνια αυτή την ασταμάτητη παλινδρόμηση του ανθρώπου από την προσπάθεια για επαφή στην αποτυχία, στη ματαίωση και τη μοναξιά, και ξανά από την αρχή, με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά μπορεί να τα καταφέρει», καταλήγει η Αλεξάνδρα.

Όλες/όλοι καταπιεζόμαστε μέσα στα κοινωνικά πρέπει και την επιτέλεση του κοινωνικού φύλου. Έτσι η τρυφερότητα μετατρέπεται σταδιακά σε βία και το φλερτ σε παιχνίδι εξουσίας

Το «Kontakthof» ισορροπεί στο όριο ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη σκληρότητα, στο παιχνίδι και τη βία, στο φλερτ και την εξουσία. Σε αυτά τα δίπολα είναι ίδια η δυναμική ανδρών και γυναικών;

«Θέλω διακαώς να πιστεύω πως είναι. Στο έργο νιώθω πως γίνεται. Στη ζωή, δυστυχώς, όχι. Ας παλέψουμε να φέρουμε την τέχνη και στη ζωή», λέει η Έλσα μιλώντας για όλες τις γυναίκες.

«Σίγουρα οι δυναμικές ανδρών και γυναικών είναι διαφορετικές, καθώς διαφορετικοί είναι και οι ρόλοι τους στο έργο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν δημιουργήθηκε κυριαρχούσαν διαφορετικά κοινωνικά πρότυπα και οι ισορροπίες ανάμεσα στα δύο φύλα ήταν σαφώς άλλες. Συχνά οι άνδρες εμφανίζονται ως πιο επιβλητικοί, οι γυναίκες ίσως ως πιο περίπλοκες, άλλοτε υστερικές, άλλοτε ευαίσθητες, άλλοτε δυναμικές και άλλοτε εξαντλημένες», συμπληρώνει η Ναταλία και συνεχίζει: «Άνδρες και γυναίκες προσπαθούν να διεκδικήσουν τη θέση τους μέσα στον κόσμο, καμιά φορά ενοχλώντας ο ένας τον άλλον, παλεύοντας μεταξύ τους, προσπαθούν ίσως και να κυριαρχήσουν ο ένας πάνω στον άλλον, όπως ενίοτε συμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις που είναι περίπλοκες και αντιφατικές. Κάπου εκεί υπάρχουν και στιγμές που αγκαλιάζονται αληθινά, σαν να βρίσκουν και μια ανακούφιση πού και πού μέσα σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας που καμιά φορά παίζουμε οι άνθρωποι μέσα στο λούνα παρκ της αγάπης». Η Βασιάνα πιστεύει ότι «εναλλάσσονται διαρκώς οι δυναμικές· υπάρχουν στιγμές που ένας άνδρας είναι πιο ευάλωτος από μια γυναίκα και το αντίστροφο, άλλες που είναι ίσοι και διεκδικούν έναν ίδιο σκοπό. Με αυτό τον τρόπο προσεγγίσαμε κι εμείς το υλικό· δεν ήταν ζητούμενο ποιος υπερισχύει, αλλά η διαφάνεια και της παιχνιδιάρικης διάθεσης και της βίας, τρυφερά ή πιο σκληρά, όταν φλερτάρεις ή έχεις εξουσία στα χέρια σου. Μόνο με αυτό τον τρόπο ένιωσα πως θα μπορέσω κι εγώ να υπάρξω σε αυτό το έργο· διαφορετικά, εάν προσποιηθώ, θα με πετάξει εκτός το ίδιο το έργο». Για τη Δάφνη το έργο είναι ένας ζωντανός οργανισμός και «κατά τη διάρκεια αυτού οι δυναμικές αλλάζουν διαρκώς, ανεξάρτητα από το φύλο. Περνάμε όλοι απ’ όλα τα παραπάνω δίπολα -και τις ενδιάμεσες περιοχές των διπόλων αυτών-, τα μοιραζόμαστε και τα χρεωνόμαστε επί σκηνής αναπόφευκτα». «Η ετεροκανονικότητα φαίνεται να επικρατεί στο έργο», υποστηρίζει η Σάνια και εξηγεί: «Οι γυναίκες παρουσιάζονται περισσότερο ευαίσθητες, αδύναμες, τρυφερές, συναισθηματικές και παθητικές, ενώ οι άνδρες πιο βίαιοι, σκληροί, πρακτικοί και ενεργητικοί. Βέβαια περνάμε απ’ όλα τα ενδιάμεσα στάδια και όλες/όλοι καταπιεζόμαστε μέσα στα κοινωνικά πρέπει και την επιτέλεση του κοινωνικού φύλου. Έτσι η τρυφερότητα μετατρέπεται σταδιακά σε βία και το φλερτ σε παιχνίδι εξουσίας».

 

Με διάρκεια σχεδόν τριών ωρών, η παράσταση απαιτεί ρυθμό και αντοχή. Ποιο είναι το προσωπικό σου εργαλείο επιβίωσης σε αυτή τη διαδρομή;

«Οι συνεργάτες μου και ο ύπνος», λέει γελώντας η Δάφνη, ενώ η Ναταλία υπερθεματίζει: «Κάτι που έπιασα τον εαυτό μου να κάνει κάποιες στιγμές που ένιωθα πως η αντοχή μου με πρόδιδε ήταν να στρέψω την προσοχή μου μακριά από εμένα, προς κάποιο συνάδελφό μου. Συνειδητοποίησα ότι τη στιγμή που εσύ δεν έχεις τίποτε άλλο να δώσεις ίσως ο άνθρωπος δίπλα σου να έχει, και η δική του ορμή να παρασύρει τελικά και εσένα. Αρκετές φορές μέσα στις παραστάσεις σήκωσα το βλέμμα μου προς κάποιον συνάδελφό μου και χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον, ή μπορεί να κοίταξα κάποιον και να έκανε κάτι τόσο αστείο και χαριτωμένο που αμέσως να με ανακούφιζε, ή κάτι τόσο συγκινητικό που να με έκανε να βουρκώνω. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως ένιωσα ότι οι άλλοι ήταν εκεί για εμένα, πως όταν ένιωθα αδειασμένη ήξερα πως αρκούσε να ανοίξω την καρδιά μου στους άλλους για να με παρασύρουν ξανά, να με πάρουν μαζί τους σε αυτό τον φανταστικό κόσμο που μοιραζόμασταν. Πιστεύω βέβαια πως αυτό είναι και το πολύ ιδιαίτερο αποτέλεσμα της χημείας αυτής της ομάδας για την οποία είμαι φοβερά ευγνώμων και δεν θα μπορούσα να φανταστώ τίποτε απ’ όλα αυτά χωρίς αυτά τα πλάσματα με τα οποία συναντηθήκαμε τόσο ξαφνικά και αγαπηθήκαμε τόσο πολύ». Το ίδιο τρυφερά απαντά και η Αλεξάνδρα: «Οι συνάδελφοί μου. Πάνω και κάτω από τη σκηνή. Μια κουβέντα που θα πούμε πίσω από τη σκηνή, ένα αστείο, ένα κράτημα του χεριού, κάποιος που θα με βοηθήσει να ξεκουμπώσω το φόρεμά μου ή θα μου κλείσει την κόπιτσα που ξέχασα ανοιχτή, ένα κομμάτι σοκολάτας που θα μοιραστούμε για να μας κρατήσει, το τσιγάρο στο διάλειμμα… Όλες οι στιγμές που φροντίζουμε ο ένας την άλλη».

 

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Βασιάνα, που όσο διαρκεί η παράσταση μιλάει στον εαυτό της και τους άλλους: «Απευθύνομαι σε εμένα ώστε να με ενθαρρύνω, είτε απευθύνομαι στους ανθρώπους που βρισκόμαστε μαζί σε εκείνο το χώρο και το χρόνο και ίσως κάποιες στιγμές να μην ξέρουμε ποιοι είμαστε – είναι αστείο». «Εγώ συγκεντρώνομαι σε αυτό που έχω να κάνω κάθε στιγμή και ταυτόχρονα προσπαθώ να μη χάσω τη γενική εικόνα που δημιουργούμε όλοι μαζί», λέει η Σάνια.

«Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να μείνω δυνατή και σωματικά και ψυχικά γιατί όντως είναι μια απαιτητική παράσταση. Από το λάξευμα του σώματος μέχρι τη συγκέντρωση του πνεύματος και, τέλος, το να επιτρέψω να με οδηγήσει το ίδιο το έργο. Αλλά αυτό προαπαιτεί τα δύο παραπάνω», καταλήγει η Ελσα.

 

Kontakthof, Pina Bausch
Από 17.4.2026 έως 3.5.2026, στο κτήριο Τσίλλερ, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου,
Τετάρτη & Κυριακή | 17.00
Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο | 20.00

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below