Καθώς η μεγαλύτερη βραδιά του κινηματογράφου είναι προ πυλών, βλέπουμε τα φαβορί των κριτικών, του κοινού αλλά και της καρδιάς μας να κάνουν τον ύστατο διαφημιστικό τους περίπατο, μία τελευταία βόλτα μπροστά στα μάτια των μελών της Ακαδημίας και όλου του κόσμου ώστε να αυξήσουν, όσο μπορούν, τις πιθανότητες τους να δουν το χρυσό αγαλματίδιο με αναγραμμένο το όνομά τους επάνω. Δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να παρεξηγήσει. Είναι απόλυτα λογικό να θέλει ένας άνθρωπος που έχει εργαστεί σκληρά και έχει διαπρέψει σε μία τέχνη τόσο ευρεία που μπορούν πολλά να πάνε λάθος, να επιβραβευθεί. Το στοιχείο της θυσίας για την κινηματογραφική τέχνη είναι γνωστό στο βαθμό του δεδομένου και ένα βραβείο τέτοιας φήμης μπορεί να δώσει αυτό το νεύμα της αναγνώρισης σε έναν ηθοποιό που, ας πούμε, έχασε την χροιά του στην προσπάθεια να ακουστεί σαν τον Έλβις.

Σε αυτό το τελευταίο περίπατο, θέλοντας και μη, οι υποψήφιοι αποκτούν τα τελικά τους παρατσούκλια, τις θέσεις τους στην ιστορία αφήγησης του αγώνα προς το Όσκαρ. Ήδη πέρυσι, είδαμε τον Ke Huy Quan να είναι ο πρώην παιδικός ηθοποιός που έκανε μια συναισθηματική επιστροφή. Μια ιστορία πιο παλιά και από τα ίδια τα βραβεία, είναι η συγκίνηση που συνοδεύει την νίκη του ηθοποιού- ήρεμη δύναμη ή αλλιώς underdog, όταν κοιτάει το βραβείο στα χέρια του με βλέμμα ειλικρινούς έκπληξης για το γεγονός ότι υψώθηκε πάνω από το κύμα ταλέντου των άλλων υποψηφίων και τιμάται ως νικητής. Θα υπάρχει κάποιος που έχει δώσει χρόνια και ποικιλία και όλοι πάντα αναρτιούνται «Μα πότε θα έρθει πια η σειρά του;». Όταν έρχεται, ξέρουν ότι η αναμονή τον ώθησε στο να ξεπερνάει τον εαυτό του ξανά και ξανά, έχοντας ακούσει κάθε χρονιά την φράση «είναι η καλύτερη δουλειά του μέχρι τώρα», κάτι που χωρίς εξαίρεση αποδεικνυόταν αληθές. Βέβαια, μέσα στην μικρο-κοινωνία των βραβείων θα υπάρχει και αυτός για τον οποίο ακούγεται ότι «απλά θέλει το Όσκαρ πολύ και φαίνεται».

Είναι μία έκφραση υποβαθμιστική στην ουσία της, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται από ανθρώπους των οποίων η βάση στην οποία διαλαλούν την γνώμη τους δεν εκτείνεται σε κάτι παραπάνω από προσωπικό γούστο. Δεν χρειάζεται να είμαστε cinefil για να τοποθετηθούμε και, πολλές φορές, οι αγαπημένες ταινίες των «cine – savvy» δεν καταλήγουν καν σε τελετές βραβείων. Όμως καλό είναι να έχουμε αρκετά δεδομένα πριν διατυπώσουμε μία απόλυτη κρίση πάνω σε μία τόσο αξιόλογη δουλειά. Άλλωστε, και μόνο η υποψηφιότητα για βραβείο Ακαδημίας είναι κάτι που δεν είδαν και δεν θα δουν πάρα πολλοί ηθοποιοί στη ζωή τους. Αν και η βράβευση μπορεί να είναι κίνητρο, δεν γινόμαστε σπουδαιότεροι αν πάνω σε αυτή χρεώνουμε (και μειώνουμε) όλη την προσπάθεια ενός καλλιτέχνη από το πρώτο «Αction» ως στο τελευταίο «Cut».

Με αυτό στο μυαλό, είναι μία εντελώς διαφορετική ιστορία, ο σχολιασμός της διαφημιστικής εκστρατίας που έπεται της υποψηφιότητας. Εξώφυλλα, συνεντεύξεις, βίντεο, αφίσες, όλα είναι στο πλάνο, Ωστόσο, κάποιες διαφημιστικές κινήσεις φανερώνουν ζήλο σε τέτοιο βαθμό που μειώνουν αυτές οι ίδιες την αξία του έργου. Και δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Το 1961, το «The Alamo» του John Wayne έλαβε επτά υποψηφιότητες, συμπεριλαμβανομένου του Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου, για τον κωμικό βοηθό του, Chill Wills. Εκμεταλλευόμενος τη στιγμή, ο Wills προσέλαβε έναν εκπρόσωπο Τύπου, τον W.S. (Bow-Wow) Wojciechowicz, ο οποίος τοποθέτησε διαφημίσεις με τα ονόματα των μελών της Ακαδημίας με αλφαβητική σειρά δίπλα σε μια φωτογραφία του Wills και ένα σημείωμα που έλεγε: «Νίκη, ήττα ή ισοπαλία, είστε όλοι ξαδέρφια μου και σας αγαπώ όλους». Ήταν χιούμορ; Μήπως αβλεψία; Ή μήπως υπερβολή; Ήταν μία κίνηση που έδειξε στο κόσμο ότι ο Wills δεν πίστευε ότι άξιζε το βραβείο καθώς τόσο εμφανώς παρακαλούσε για αυτό. Και έτσι, έχασε το Όσκαρ.

Μέχρι να βρεθεί κανείς στη θέση του κριθέντος, για το αν θα φτάσει στη κορυφή της καριέρας του, δεν μπορεί να ξέρει πλήρως σε τι ενέργειες θα προβεί για να τα καταφέρει. Ωστόσο, μερικές φορές, από την σκοπιά του ανθρώπου απέναντι από την τηλεόραση στο σπίτι, και όπως έδειξε η ιστορία, από τη σκοπιά ορισμένων μελών της Ακαδημίας, η καλύτερη διαφήμιση που μπορεί να κάνει ο ηθοποιός στο στίβο εντυπωσιασμού είναι να απλά περπατήσει.

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below